ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Με αφορμή» την προετοιμασία μιας έκθεσης για το 1821

pinakas

Η επέτειος των διακοσίων ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης αποτελεί ήδη όπως και θα αποτελέσει, στο έτος που θα έρθει, μια «χρυσή ευκαιρία» για το πλήθος των φορέων που θα ασχοληθούν με την επέτειο. Αποτελεί μια ευκαιρία αναδιοργάνωσης και εξέλιξης, για τα ιδρύματα που θεραπεύουν τον πολιτισμό, για τα ιδρύματα που δομούν, που φροντίζουν και διαχέουν την παιδεία και την εκπαίδευση, για την κεντρική πολιτική σκηνή, την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση αλλά και, για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Μιας αναδιοργάνωσης της μνήμης που θα αφορά την ουσιαστικότερη ματιά στο τι συνέβη τότε. Που θα αφορά την ευαισθησία για την ευρύτερη περίοδο και όχι μόνον την προβολή του κεντρικού γεγονότος της Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Μιας αναδιοργάνωσης που θα αφορά τη βαθύτερη κυρίως αναζήτηση και ανάδειξη, της πνευματικής και της ηθικής σκευής όσων Ελλήνων και Ελληνίδων αναζήτησαν πεισματικά την ελευθερία τους.

Κοντά σε αυτά, θα χρειαστεί να αναδειχθεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο της περιόδου που εξυμνούσε και συνάμα καταδίωκε επαναστάσεις αλλά και το τοπικό πλαίσιο, το οικείο και το καθημερινό των Ελλήνων, εκείνο που αφορούσε την άσκηση της εξουσίας, την οικονομική δυσπραγία, την πνευματική στέρηση. Να αναδειχθούν οι διαφορές μεταξύ των περιοχών που ζούσαν κυρίως Ελληνες αλλά και των περιοχών που βρίσκονταν πλησιέστερα στα κέντρα διοίκησης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εκεί όπου ο έλεγχος της εξουσίας ήταν αμεσότερος και σκληρότερος.
Μακριά από το σημείωμα αυτό οι υποδείξεις προς τους φορείς που σχεδιάζουν δράσεις για τον εορτασμό των διακοσίων ετών· ίσα, ίσα. Ηδη η αναγγελία σειράς εκδόσεων, συνεδρίων και εκθέσεων δίνουν τις εγγυήσεις ότι ο εορτασμός θα είναι πλούσιος.

Το Μουσείο Μπενάκη, μαζί με την Τράπεζα της Ελλάδος, την Εθνική Τράπεζα και την ALPHA BANK συνδιοργανώνει εδώ και δύο χρόνια μια μεγάλη έκθεση που θα αφορά τα εκατό «πρώτα» χρόνια του Νεότερου Ελληνισμού. Μια έκθεση με τίτλο «1821, πριν και μετά», μια έκθεση που θα ξεδιπλωθεί στο σύνολο του κτιρίου της οδού Πειραιώς και θα αφορά τους Ελληνες και την Ελλάδα από το 1770 έως το 1870. Μια έκθεση που σκοπεύει να αναδείξει στους επισκέπτες της τους λόγους που δεν είναι βαρετή η Ιστορία, μια έκθεση που μεταξύ άλλων θα απαντήσει σε μια συνηθισμένη κουβέντα των ημερών μας που λέει ότι, οι εορτασμοί των διακοσίων ετών θα είναι βαρετοί και ξεθυμασμένοι και ότι τα ενδιαφέροντα μας έχουν πλέον απομακρυνθεί από τις αφετηρίες του Νεότερου Ελληνισμού.

Η μνήμη όντως είναι αδύνατο να στηριχθεί μόνη της σε εκείνο το μακρινό παρελθόν. Οτι έχει εν τω μεταξύ μεσολαβήσει στη δημόσια σφαίρα και αφορά τον ελληνικό 19ο αιώνα, μας είναι απόμακρο και η γνώση μας γι’ αυτό επίπεδη. Τα μηνύματα που έρχονται ακούγονται ανούσια επαναλαμβανόμενα. Τα μνημεία που το αφορούν δεν συμμετέχουν ενεργά με την ταυτότητα τους στην καθημερινότητά μας.

Εδώ έρχεται ο ρόλος όποιου και όποιων αναλάβουν την ευθύνη να «αναστήσουν» τις αξίες, τα μηνύματα, τη γοητεία και κυρίως τον ιστορικό σφυγμό εκείνου του παρελθόντος. Ωραία θα είναι να αποδοθεί με τρόπο αντιληπτό, στο ευρύ και στο ευαίσθητο κοινό, το «γιατί» άνθρωποι κάθε λογής και είδους στρατεύθηκαν στο όραμα της δημιουργίας ενός ελεύθερου και ανεξάρτητου κράτους.

Στρατεύθηκαν σε κοινό σκοπό αρχικά και σε κοινή προετοιμασία, όταν ως λαϊκό και εθνικό σύνολο οδηγήθηκαν από τη Φιλική Εταιρεία σε μια Επανάσταση, σε έναν αγώνα αιματηρό, καταστροφικό και πολύ δαπανηρό, που ενεργοποίησε βαθιά κοινωνικά και εθνικά ζητήματα.

Σε έναν αγώνα που παρά τους βαθύτατους διχασμούς που τον συνόδευσαν, κατέληξε ευτυχώς στη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους. Μαζί με τη γενναιότητα και την αυτοθυσία ας τονιστεί και η οικονομική διάσταση του Αγώνα, οι δανεισμοί, τα χρέη, οι πληρωμές και η διαχείριση των φόρων από τις επαναστατικές αρχές και θεσμούς, από Αρχές και θεσμούς που λειτουργούσαν, μεσούσης της Επανάστασης, στη βάση Συνταγμάτων που τα ψήφιζαν παραστάτες-αντιπρόσωποι επαναστατημένων περιοχών ή περιοχών που η Επανάσταση δεν κατάφερε να αντέξει.

Καθοριστικός ο ρόλος και η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) που αποφάσισαν για δικούς τους λόγους, αλλά τόσο ωφέλιμους σε εμάς, να στηρίξουν την Επανάσταση μέχρι και με την εμπλοκή τους στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία επιταχύνει πλέον τα βήματα και τις ελληνικές διπλωματικές προσπάθειες, μέσω του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους με σύνορα τελικά στην γραμμή Αμβρακικού – Παγασητικού κόλπου.

Αν όλα τα παραπάνω που παρουσιάζονται «με αφορμή» μια έκθεση για το 1821 (και όχι μόνο) δεν είναι συναρπαστικά, είναι τουλάχιστον άκρως ενδιαφέροντα. Ενδιαφέροντα γιατί μας αφορούν σχεδόν προσωπικά, όχι μόνο γιατί αποτελούν την αφετηρία μας, αλλά γιατί μέσω της ανάδειξής τους μπορεί να φωτιστεί με τρόπο απτό η νεότερη Ιστορία που εμπεριέχει και διασώζει, τη διαδοχική μετάβαση στο σήμερα και σε ένα παρόν συχνά καθηλωτικό και συχνά δυσερμήνευτο.