ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ενας Ελληνας στα κελιά της Στάζι

srta

«…Επιτέλους ξημέρωσε! Πέταξα από πάνω μου τα ρούχα του κατάδικου και φόρεσα τα δικά μου. Ντύθηκα και περίμενα με καρτερία να ανοίξει το κελί και να πετάξω στην ελευθερία». Στις φυλακές του Μπάουτσεν ΙΙ, μιας πόλης της Ανατολικής Γερμανίας κοντά στη Δρέσδη, ο Γιώργος Μπακαλιός περίμενε από στιγμή σε στιγμή την αποφυλάκισή του. Δύο χιλιάδες διακόσιες μία ημέρες στα χέρια της Στάζι, υπέφερε τα πάνδεινα. Εφτασε στα όρια της τρέλας. Και τώρα άφηνε πίσω του τον μακρύ αυτό εφιάλτη. Ηταν 26 Μαΐου 1976 και από την άλλη πλευρά του τείχους, στο Δυτικό Βερολίνο, τον περίμεναν η σύζυγος και τα δύο παιδιά τους, και, βεβαίως, η ελευθερία.

«Τα χτυπήματα του ρολογιού της παλιάς εκκλησίας απέναντι από τη φυλακή μου θύμιζαν κάθε τόσο ότι οι ώρες περνούσαν και τίποτα δεν γινόταν», σημειώνει ο Γιώργος Μπακαλιός στο υπό έκδοση βιβλίο του με τίτλο «Φουρτουνιασμένοι ορίζοντες», στο οποίο περιγράφει τα βασανιστήρια, ψυχολογικά (κυρίως) και σωματικά, στα οποία υποβλήθηκε στα υπόγεια τούνελ της Στάζι. «Κάποια στιγμή το ρολόι χτύπησε 12 φορές. Το μέτρημα των χτύπων με ώθησε σχεδόν στην παραφροσύνη. Πέταξα από πάνω μου τα δικά μου ρούχα και φόρεσα πάλι τη μισητή στολή του κατάδικου. Αρχισα να πιστεύω ότι αυτό που βίωνα, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια καινούργια μέθοδος βασανιστηρίων με απώτερο σκοπό την εξόντωσή μου. (…) Ενιωσα στο κεφάλι μια αφόρητη πίεση, φοβήθηκα ότι θα πάθω εγκεφαλικό. Και τότε άνοιξε η πόρτα του κελιού και ο δεσμοφύλακας μου έβαλε τις φωνές: “Ο δικηγόρος σας περιμένει για να σας παραλάβει”».

Το μαρτύριο του Μπακαλιού είχε φτάσει στο τέλος του αλλά τα όσα υπέστη από την ημέρα, 15 Μαΐου του 1970, που ως κοινωνικός λειτουργός είχε περάσει από το Δυτικό στο Ανατολικό Βερολίνο και τον συνέλαβε η Στάζι ως «κατάσκοπο των ιμπεριαλιστικών μυστικών υπηρεσιών», θα σφράγιζαν τον μετέπειτα βίο του. Τον είχαν «δώσει» στη Στάζι Ελληνες μετανάστες τους οποίους βοηθούσε χωρίς να υποψιάζεται ότι, όπως θα αποδειχθεί αργότερα που άνοιξαν τα αρχεία, ήταν πληροφοριοδότες της.

Τη μοιραία εκείνη μέρα ο Μπακαλιός είχε πάρει μαζί του στον ανατολικό τομέα και τον υπέργηρο πατέρα του «για να γνωρίσει, όπως του είπα, και την άλλη Γερμανία που βρίσκεται πίσω από το Τείχος του Αίσχους και έτσι όταν βρεθεί πάλι στον Σοχό, να μπορεί να διηγείται πόσο μεγάλη είναι η διαφορά μεταξύ Δυτικού και Ανατολικού Βερολίνου». Δύο οχήματα της Στάζι ακινητοποίησαν το δικό τους και πράκτορές της τους έσυραν βίαια σε ένα υπόγειο τούνελ όπου άρχισαν να τους ανακρίνουν, ως υπόπτους κατασκοπείας. «Οταν το αυτοκίνητο βρέθηκε σε ένα τούνελ, άνοιξαν αμέσως οι πόρτες του και ένας από τους απαγωγείς μου με άρπαξε από τον σβέρκο και με μια δυνατή κλωτσιά με πέταξε σε έναν σκοτεινό διάδρομο. (…) “Εδώ βρισκόσαστε για να απολογηθείτε για τις ζημιές που μας κάνατε ως πράκτορας των ιμπεριαλιστικών μυστικών οργανώσεων”, μου είπε σε άγριο ύφος ο ανακριτής. “Δεν είμαι πράκτορας κανενός, ούτε ξέρω για τι μου μιλάτε”, του απάντησα».

Τα σωματικά βασανιστήρια δεν έλειπαν από το «ρεπερτόριο» της Στάζι, όμως το μεγάλο της όπλο ήταν η ψυχολογική βία, την οποία υπέστη (και) ο Μπακαλιός σε σημείο που, όπως γράφει, τον έφεραν στα πρόθυρα της τρέλας. «Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με τη μεθοδική στέρηση του ύπνου, με έφεραν στα πρόθυρα της παραφροσύνης». Μια μέρα ο Μπακαλιός παραπονέθηκε στον ανακριτή ότι υποφέρει από πονοκεφάλους και παρακάλεσε να εξεταστεί από γιατρό. «Το ότι σας πονάει το κεφάλι οφείλεται, χωρίς αμφιβολία, στη συμπεριφορά σας. Εάν μας πείτε την αλήθεια, να είστε βέβαιος ότι θα σας περάσουν όλα», ήταν η απάντηση.

«Λίγες μέρες μετά την επίσκεψη στον “γιατρό” έκανε την εμφάνισή του ένα περίεργο φαινόμενο. Είτε είχα τα μάτια κλειστά είτε ανοιχτά, ξεπετάγονταν μπροστά μου περίεργες μορφές, οι οποίες χοροπηδούσαν. Γυναικείες και ανδρικές μορφές με κέρατα, με ουρά και κατσικοπόδαρα. Πελώρια πτηνά με ράμφη, που είχαν δόντια. Είχα χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Βρισκόμουν ήδη σε μια προχωρημένη κατάσταση σχιζοφρένειας. Κάποτε άνοιξε η πόρτα του κελιού και δύο πανύψηλοι, γεροδεμένοι άνδρες, με άρπαξαν. Χωρίς να πουν μια λέξη, με έγδυσαν. Σέρνοντάς με, άνοιξαν μια άλλη πόρτα και με έριξαν σε έναν τελείως σκοτεινό χώρο. Οταν έμεινα μόνος, με κατακυρίευσε ο φόβος. Προσπάθησα να ανιχνεύσω με χέρια και πόδια τον χώρο. Κατάλαβα ότι βρίσκομαι σε κελί με μαλακούς και χωρίς γωνίες τοίχους, σαν να ήταν καλυμμένος με καουτσούκ. Φοβήθηκαν προφανώς μήπως αυτοκτονήσω και με μετέφεραν σε κελί με προστατευόμενους τοίχους».

Ποιοί ήταν οι καταδότες

Ο Μπακαλιός καταδικάστηκε σε κάθειρξη δώδεκα χρόνων για κατασκοπεία υπέρ δυτικών μυστικών υπηρεσιών και κυρίως της ελληνικής ΚΥΠ. Ο ίδιος αρνήθηκε από την πρώτη κιόλας στιγμή την κατηγορία, επιμένοντας ότι οι συνεχείς επισκέψεις του στο Ανατολικό Βερολίνο είχαν ως σκοπό την εξυπηρέτηση Ελλήνων μεταναστών από το Δυτικό για την εξασφάλιση βίζας εξόδου από το έδαφος της ΓΛΔ. Ως υπάλληλος της Διακονίας της Ευαγγελικής Εκκλησίας παρείχε υποστήριξη στους Ελληνες και σε άλλες δραστηριότητές τους εντός του Δυτικού Βερολίνου, αλλά το πηγαινέλα στο Ανατολικό κίνησε τις υποψίες της φοβερής Στάζι που τον έθεσε υπό παρακολούθηση.

Μετά την πτώση του Τείχους, ο Μπακαλιός αναζήτησε και βρήκε στα αρχεία της Στάζι τον φάκελό του που ξεπερνούσε τις 11.000 σελίδες και έκπληκτος είδε ότι καταδότες ήταν δύο Ελληνες γνωστοί του. Οταν η Ελλάδα αποκατέστησε διπλωματικές σχέσεις με την Ανατολική Γερμανία εξεδήλωσε ενδιαφέρον για την τύχη του Μπακαλιού. Το 1976, η δυτικογερμανική κυβέρνηση κατέβαλε το ποσό των 100.000 μάρκων στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών για την εξαγορά της ποινής κάποιων πολιτικών κρατουμένων στην Ανατολική Γερμανία και αφέθηκε ελεύθερος.