ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η άγνωστη σύλληψη στη Γλυφάδα και το φονικό στη Βάρη

gkat_03_2101_page_1_image_0001

Η υπόθεση σύλληψης από αστυνομικούς της Αμεσης Δράσης δύο Κροατών και ενός Σέρβου τα ξημερώματα της 6ης Ιανουαρίου στη Γλυφάδα επανήλθε τις τελευταίες ώρες στο μικροσκόπιο των στελεχών της Ασφάλειας. Και αυτό διότι ερευνάται το ενδεχόμενο διασύνδεσης των πρωταγωνιστών εκείνου του επεισοδίου με τους δύο διεθνώς διωκόμενους Μαυροβούνιους που δολοφονήθηκαν το βράδυ της Κυριακής σε ταβέρνα στη Βάρη.

Σύμφωνα με αρμόδιο αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ., το περιστατικό εκτυλίχθηκε λίγο μετά τις 4 τα ξημερώματα της 6ης Ιανουαρίου σε μπαρ της Γλυφάδας. Επειτα από διαπληκτισμό με θαμώνες και υπαλλήλους, οι τρεις άνδρες έφυγαν από το νυχτερινό κέντρο, ωστόσο, λίγο αργότερα, εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν από αστυνομικούς της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. Τη στιγμή της σύλληψής του, ο ένας από τους υπόπτους είχε στην κατοχή του ένα όπλο με σβησμένο τον σειριακό αριθμό, ενώ ο δεύτερος πιθανολογείται ότι στη θέα των αστυνομικών πρόλαβε να πετάξει το δικό του. Σύμφωνα με αρμόδια αστυνομική πηγή, οι τρεις συλληφθέντες βρίσκονταν στην Ελλάδα με πλαστά στοιχεία και έμεναν σε σπίτια που είχαν μισθώσει μέσω Airbnb. Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι όλοι ήταν Σέρβοι. Η υπόθεση, αν και αρχικά τουλάχιστον θεωρήθηκε χαμηλού ερευνητικού ενδιαφέροντος, επανεξετάζεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα από τα στελέχη της Ασφάλειας, καθώς υπάρχουν υπόνοιες ότι σχετίζεται με το προχθεσινό αιματηρό συμβάν στη Βάρη.

Η διπλή δολοφονία των 43χρονων Μαυροβούνιων Ιγκορ Ντέντοβιτς και Στεφάν Σταμάτοβιτς έγινε λίγο μετά τις 6.30 μ.μ. της Κυριακής στην ταβέρνα «Η Βοσκοπούλα» στη Βάρη. Οι δράστες, τέσσερις τον αριθμό, μπήκαν στην ταβέρνα έχοντας μερικώς καλυμμένα τα πρόσωπά τους με κασκόλ, σκούφους κ.ο.κ. Οι δύο απ’ αυτούς πλησίασαν το τραπέζι όπου έτρωγαν οι δύο Μαυροβούνιοι μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τους πυροβόλησαν σχεδόν εξ επαφής. Από τη σκηνή του εγκλήματος οι αστυνομικοί του τμήματος Δίωξης Ανθρωποκτονιών περισυνέλεξαν 22 κάλυκες από όπλα διαμετρήματος 9 χιλιοστών. Τα θύματα έφεραν τραύματα από βολίδες στο κεφάλι, στοιχείο που παραπέμπει ευθέως σε εκτέλεση συμβολαίου θανάτου από πληρωμένους δολοφόνους. Το συμβάν εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια των δύο ανήλικων παιδιών των θυμάτων, ενός αγοριού 9 ετών και ενός κοριτσιού 6 ετών αντίστοιχα. Επιπλέον, μία από τις βολίδες τραυμάτισε τη σύζυγο του ενός στον μηρό. Μεταφέρθηκε εκτός κινδύνου στο Ασκληπιείο Βούλας. Στο εσωτερικό της ταβέρνας υπήρχαν κάμερες ασφαλείας, ωστόσο σύμφωνα με ορισμένες πηγές ενημέρωσης ήταν εκτός λειτουργίας.

Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι οι δράστες διέφυγαν με σκουρόχρωμο τζιπ μέσω της λεωφόρου Βάρης – Κορωπίου, με κατεύθυνση προς Κορωπί. Αντίστοιχα, οι υπάλληλοι της ταβέρνας κατέθεσαν ότι οι δύο άνδρες ήταν θαμώνες της ταβέρνας, εδώ και περίπου ένα χρόνο, καθώς και ότι έκαναν μεγάλους λογαριασμούς. Τα θύματα είχαν μεταβεί στην ταβέρνα με ταξί και επομένως μέχρι χθες οι αστυνομικοί δεν γνώριζαν εάν χρησιμοποιούσαν δικά τους Ι.Χ. για τις μετακινήσεις τους. Οι σύζυγοι των δύο θυμάτων είχαν έρθει μαζί με τα παιδιά τους στην Αθήνα στα τέλη Δεκεμβρίου, προκειμένου να περάσουν με τους συζύγους τους τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Απέφυγαν να υποδείξουν το σπίτι ή τα σπίτια όπου έμεναν, απαντώντας στις ερωτήσεις των αστυνομικών με τη φράση «δεν θυμάμαι». Εκτιμάται ότι οι διώκτες των Σταμάτοβιτς και Ντέντοβιτς κατάφεραν να εντοπίσουν τα ίχνη τους ακολουθώντας τις κινήσεις των συζύγων τους.

Μέχρι χθες, καμία από τις υπηρεσίες της Ασφάλειας δεν είχε καταχωρισμένα στο αρχείο της από παλαιότερες έρευνες τα στοιχεία των θυμάτων. Ωστόσο, αμέσως μετά τη διπλή δολοφονία βρίσκονταν σε ανοικτή γραμμή επικοινωνίας με Σέρβους και Μαυροβούνιους συναδέλφους τους, σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τη δράση των δύο ανδρών.

Το προφίλ και η εγκληματική δράση των θυμάτων

Σύμφωνα με το αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ., εις βάρος των Στεφάν Σταμάτοβιτς και Ιγκόρ Ντέντοβιτς εκκρεμούσαν διεθνή εντάλματα σύλληψης της Interpol Μαυροβουνίου. Το ένταλμα εις βάρος του Ντέντοβιτς αφορούσε τα αδικήματα της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, της απόπειρας ανθρωποκτονίας, καθώς και της παράβασης του νόμου περί όπλων και εκρηκτικών. Αντίστοιχα, το ένταλμα εις βάρος του δευτέρου αφορούσε το αδίκημα της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης και της απόπειρας ανθρωποκτονίας.

Χθεσινά δημοσιεύματα στα ΜΜΕ της Σερβίας συνδέουν τους δύο Μαυροβούνιους με την εγκληματική οργάνωση «Σκάλιαρι», που έχει την έδρα της στην πόλη Κότορ του Μαυροβουνίου και δραστηριοποιείται στην εισαγωγή κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική στην Ευρώπη. Αποδίδουν, δε, τη δολοφονία των δύο στον πόλεμο με την αντίπαλη συμμορία «Καβάτσκι», που επίσης έχει σημείο αναφοράς την πόλη Κότορ. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια οι δύο «φατρίες» συγκροτούσαν μια ενιαία εγκληματική ομάδα. Το 2014, ωστόσο, μετά την «εξαφάνιση» 200 κιλών κοκαΐνης στη Βαλένθια της Ισπανίας, η εγκληματική οργάνωση διασπάστηκε σε δύο ομάδες, που πήραν τα ονόματά τους από τα τοπωνύμια δύο συνοικισμών του Κότορ. Μέχρι σήμερα μαίνεται «εμφύλιος» πόλεμος μεταξύ των δύο, που αριθμεί πάνω από 20 νεκρούς.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ» από την ερευνητική δημοσιογραφική ομάδα ΚRIK της Σερβίας, τον περασμένο Νοέμβριο και ενώ προφανώς βρισκόταν στην Ελλάδα, ο Σταμάτοβιτς καταδικάστηκε ερήμην από το ανώτατο δικαστήριο της Ποντγκόριτσα σε 12 χρόνια φυλάκιση για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Μέλη της είχαν αποπειραθεί να δολοφονήσουν μέλος της αντίπαλης συμμορίας τοποθετώντας εκρηκτικό μηχανισμό κάτω από το αυτοκίνητό του. Η βόμβα είχε εντοπιστεί από την αστυνομία πριν εκραγεί.

Ο Ντέντοβιτς, αντίστοιχα, φέρεται να ηγείτο της ομάδας «Σκάλιαρι» και το 2016 να είχε μαζί με συνεργούς του αποπειραθεί να δολοφονήσει δύο μέλη της αντίπαλης ομάδας. Το περιστατικό είχε γίνει σε υπαίθριο πάρκινγκ στη συνοικία Ρακίτε του Κότορ και οι δράστες, αφού είχαν φράξει τον δρόμο στο Ι.Χ. των παρ’ ολίγον θυμάτων τους, είχαν ανοίξει πυρ εναντίον τους με αυτόματο τύπου Scorpion. Είχαν καταφέρει να γλιτώσουν βρίσκοντας καταφύγιο σε κοντινό αρτοποιείο.

Στο θέμα αναφέρθηκε χθες ο Σέρβος πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Επισήμανε ότι πρόκειται για Μαυροβούνιους και όχι για Σέρβους και τόνισε ότι το συμβάν αναδεικνύει τη σημασία της απαγόρευσης εισόδου στη Σερβία που επιβλήθηκε σε κάποια άτομα από τον χώρο του κοινού εγκλήματος, ιδιαίτερα από την περιοχή του Μαυροβουνίου». «Η αιματοχυσία που έλαβε χώρα χθες βράδυ στην Αθήνα θα είχε συμβεί στο Βελιγράδι εάν δεν είχαμε λάβει αυτά τα μέτρα», τόνισε ο κ. Βούτσιτς.

Ο «Εσκομπάρ των Βαλκανίων» και τα διεθνή ξεκαθαρίσματα λογαριασμών


Τον Ιούνιο του 2017, ο Βέλγος Λουίτζι Βαντσέρι είχε βρεθεί νεκρός στον Νέο Κόσμο με διαμπερές τραύμα από όπλο στο κεφάλι.

Στην κορυφή της ιεραρχίας της ομάδας «Σκάλιαρι» με έδρα την πόλη Κότορ του Μαυροβουνίου βρισκόταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια ένας ακόμα παλιός γνώριμος των ελληνικών αρχών. Ο λόγος για τον Ιγκόρ Βούκοτιτς, περισσότερο γνωστό στα ελληνικά ΜΜΕ ως «Ιβάν», ο οποίος στα τέλη του 2017 είχε βρεθεί στο επίκεντρο έρευνας της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών για διακίνηση σημαντικής ποσότητας κοκαΐνης. Τον Δεκέμβριο του 2017, συγκεκριμένα, αστυνομικοί είχαν πραγματοποιήσει έφοδο σε διαμέρισμα στη Βάρκιζα και είχαν εντοπίσει συσκευασίες με κοκαΐνη συνολικού βάρους 136 κιλών. Σε εκείνη την επιχείρηση είχε συλληφθεί ένας 35χρονος Σέρβος ονόματι Μάρτιν. Αντίθετα, ο συνεργός του, αρχικά γνωστός με το ψευδώνυμο «Ιβάν» που είχε μισθώσει το διαμέρισμα – καβάτζα είχε καταφέρει να διαφύγει τη σύλληψη. Δήλωνε επιχειρηματίας από την Ελβετία, κυκλοφορούσε με μια Porsche και σύχναζε σε ακριβά εστιατόρια των νοτίων προαστίων. Το διάστημα που ακολούθησε, οι ελληνικές διωκτικές αρχές κατάφεραν να τον ταυτοποιήσουν και εξέδωσαν εις βάρος του διεθνές ένταλμα σύλληψης.

Τον Σεπτέμβριο του 2018 ο «Ιβάν» ή «Εσκομπάρ των Βαλκανίων» ή κατά κόσμον Ιγκόρ Βούκοτιτς συνελήφθη στην Αττάλλεια της Τουρκίας δυνάμει του ελληνικού εντάλματος και εκδόθηκε από τις τουρκικές αρχές όχι στην Ελλάδα, όπως πολλοί θα περίμεναν, αλλά απευθείας στη Σερβία, όπου παραμένει μέχρι σήμερα κρατούμενος. Η συγκεκριμένη ιστορία, πάντως, δεν είναι η μόνη που αναδεικνύει την Ελλάδα ως διαμετακομιστικό σταθμό διακίνησης ναρκωτικών και τόπο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ξένων μαφιών.

Τον Ιούνιο του 2017, ο Βέλγος Λουίτζι Βαντσέρι είχε βρεθεί νεκρός στον Νέο Κόσμο με διαμπερές τραύματα από όπλο στο κεφάλι. Από την έρευνα που είχε διεξάγει το τμήμα Δίωξης Ανθρωποκτονιών της Ασφάλειας είχε προκύψει ότι ο Βαντσέρι είχε ανάμειξη σε υποθέσεις εισαγωγής κοκαΐνης και υπήρξε στόχος του κολομβιανού καρτέλ, το οποίο επέλεξε την Αθήνα ως το ιδανικό σκηνικό για την εξόντωσή του. Από την άρση απορρήτου στο κινητό του τηλέφωνο διαπιστώθηκε ότι κατά την παραμονή του στην Αθήνα, ο 56χρονος είχε πραγματοποιήσει κλήσεις προς τηλεφωνικούς αριθμούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Βέλγιο, στην Κολομβία και στην Ισπανία, ενώ βρέθηκαν μηνύματα που είχε ανταλλάξει με Κολομβιανό μεγαλέμπορο, στον οποίο όφειλε χρήματα. Ο τελευταίος είχε στείλει στο Βέλγο το εξής μήνυμα μέσω της εφαρμογής WhatsApp: «Να φροντίσεις να μου επιστραφούν τα χρήματα εκεί, στην Κολομβία. Εχω μεγάλη δύναμη. Δεν μου αρέσει να μου παίρνουν ούτε ένα πέσο. Αυτός είναι ο νόμος μου».


Τον Μάρτιο του 2019, στόχος βομβιστικής επίθεσης είχε γίνει 57χρονος Αυστραλός, μέλος μιας από τις πιο σκληρές εγκληματικές ομάδες της χώρας του.

Τον Μάρτιο του 2019 αντίστοιχα, στόχος βομβιστικής επίθεσης είχε γίνει 57χρονος Αυστραλός, μέλος μιας από τις πιο σκληρές εγκληματικές ομάδες της χώρας του. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με δημοσιεύματα στον Τύπο της Αυστραλίας ο 57χρονος ήταν για χρόνια αρχηγός των «Comancheros», μιας σκληρής συμμορίας μηχανόβιων κακοποιών, που λειτουργούσαν στα πρότυπα των Αμερικανών «Hell Angels». Είχε εμπλακεί σε σοβαρές υποθέσεις ναρκωτικών και μετά το 2010 ήρθε σε ρήξη με τον μετέπειτα αρχηγό της εν λόγω συμμορίας. Το 2013 εγκατέλειψε την Αυστραλία μαζί με τη γυναίκα και τα δύο παιδιά του και εγκαταστάθηκε στο Ντουμπάι, ενώ πριν από τρία χρόνια, κι ενώ ο «εμφύλιος» στους κόλπους των «Commancheros» βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη φέρεται να βρήκε καταφύγιο στην Ελλάδα. Η έκρηξη είχε σημειωθεί σε υπαίθριο πάρκινγκ τη στιγμή που επιχείρησε να βάλει μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου του. Τραυματίστηκε σοβαρά στα κάτω άκρα, ωστόσο διέφυγε τον κίνδυνο. Η επίθεση εναντίον του θεωρείται μέχρι σήμερα ένα διεθνές ξεκαθάρισμα λογαριασμών.