ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τόμας Τρασκ: Η μεγάλη ευκαιρία της συνεργασίας Ελλάδας – ΗΠΑ

flag1-thumb-large--2-thumb-large-thumb-large

Οταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συναντήθηκε με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ τον περασμένο μήνα στην Ουάσιγκτον υπογράμμισε ότι η σχέση Ελλάδας – ΗΠΑ «είναι η καλύτερη που υπήρξε ποτέ. Αλλά μπορεί να γίνει ακόμη καλύτερη». Πέρα από τη λεπτότητα της διπλωματίας, η δήλωση αυτή αντανακλά πραγματικά επιτεύγματα των τελευταίων ετών των ηγετών των δύο χωρών, καθώς και πολιτικών από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα για την εμβάθυνση της διμερούς συνεργασίας. Επίσης, τα λόγια αυτά επισημαίνουν το μεγάλο περιθώριο που υπάρχει για ακόμη στενότερη συνεργασία, ειδικά στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας.

Εμείς εργαζόμαστε στο πρόγραμμα πολιτικών μελετών του Εβραϊκού Ινστιτούτου Εθνικής Ασφαλείας της Αμερικής (JINSA). Το Ινστιτούτο μόλις δημοσιοποίησε μια νέα έκθεση, η οποία προτείνει τρόπους για την εμβάθυνση των σχέσεων των Ηνωμένων  Πολιτειών και της Ελλάδας. Αμερικανοί και Ελληνες ίσως αισθάνονται κάπως έκπληκτοι όταν ακούνε μια συζήτηση περί στενών δεσμών. Η Ελλάδα είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε η ισχυρή δέσμευση της χώρας μας, των ΗΠΑ, για την υπεράσπιση του ελεύθερου κόσμου κατά τη δεκαετία του 1940, αλλά οι σχέσεις μας ήταν μάλλον ψυχρές κατά το μεγαλύτερο μέρος του Ψυχρού Πολέμου, ενώ στη συνέχεια οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαψαν να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στην περιοχή. Μέχρι πρόσφατα, κάθε φορά που οι Αμερικανοί υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής, αλλά και οι Αμερικανοί πολίτες, έστρεφαν την προσοχή τους στην Ανατολική Μεσόγειο, θεωρούσαν την Τουρκία –και όχι την Ελλάδα– ως κύριο πυλώνα της σταθερότητας.

Τώρα όλα αυτά αλλάζουν μαζί με τη γεωπολιτική της περιοχής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζουν ανανεωμένο ενδιαφέρον για την Ανατολική Μεσόγειο εν μέσω των ανακαλύψεων σημαντικών ενεργειακών κοιτασμάτων και της πιθανότητας να εντοπιστούν πολύ περισσότερα. Αλλά η παρέμβαση της Τουρκίας στην περιοχή έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους των ΗΠΑ και της Ε.Ε. για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και τη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τον ρωσικό ενεργειακό εφοδιασμό. Αυτή η απειλή από την Τουρκία θα ενισχυθεί καθώς οι αμερικανικές εταιρείες θα συμμετέχουν ακόμη περισσότερο στην ενεργειακή εξερεύνηση γύρω από την Κρήτη και την Κύπρο. Οι παράνομες τακτικές εκφοβισμού της Αγκυρας δείχνουν το μεγαλύτερο πρόβλημα της αυξανόμενης εχθρότητας της Τουρκίας υπό τον πρόεδρο Ερντογάν προς το ΝΑΤΟ και τη Δύση. Η επίθεση απέναντι σε Αμερικανούς συμμάχους στη Συρία, οι αγορές προηγμένων ρωσικών συστημάτων αεράμυνας και οι απειλές για την εκδίωξη των αμερικανικών δυνάμεων από την αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ πείθουν την Ουάσιγκτον ότι δεν μπορεί να εμπιστευθεί την Αγκυρα να στηρίζει τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ – ακόμη και όταν οι ΗΠΑ αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι στο μέλλον μπορεί να είναι πιο φιλικές απέναντι στους Τούρκους ηγέτες. Η Αμερική ανησυχεί επίσης για την επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένων της ρωσικής και της ιρανικής διείσδυσης στη Συρία και της πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ενας Δρόμος» («Belt and Road») της Κίνας σε ολόκληρη την περιοχή.

Στα πρόσφατα ταξίδια μας στη χώρα, οι Ελληνες ηγέτες υπογράμμισαν την προθυμία τους να διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στην αντιμετώπιση αυτών των εξελισσόμενων προκλήσεων και ευκαιριών. Πράγματι, βλέπουμε την Ελλάδα ως τη χώρα της περιοχής όπου μπορεί να εστιαστεί η ισχύ της συνεργασίας με τις ΗΠΑ και να προωθηθεί η περιφερειακή σταθερότητα και ανάπτυξη. Η φιλοδοξία της Ελλάδας να γίνει διπλωματικός και οικονομικός κόμβος που συνδέει την Ευρώπη με το Ισραήλ, την Κύπρο και την Αίγυπτο ευθυγραμμίζεται με την επιθυμία της Αμερικής να αναλάβουν οι σύμμαχοί της μεγαλύτερες ευθύνες. Σε έναν περαιτέρω συγχρονισμό με τις προσδοκίες των ΗΠΑ, η Αθήνα ήδη αφιερώνει τις μεγαλύτερες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ από οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, πλην των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεδομένης της στρατηγικής κατεύθυνσης της Τουρκίας υπό τον Ερντογάν, η Ελλάδα διαμορφώνει με την πολιτική της μια ισχυρή βάση για να καταστεί το νέο νοτιοανατολικό προπύργιο της Συμμαχίας.

Παρ’ όλα αυτά, σίγουρα υπάρχει περιθώριο για περισσότερο επωφελή αμοιβαία συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών μας. Μεγαλύτερη αμυντική βοήθεια από την Ουάσιγκτον μπορεί να συμβάλει ώστε η Αθήνα να καλύψει πιο αποτελεσματικά τις αμυντικές ανάγκες της, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην ενίσχυση της συμμαχίας με τις ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο. Η βοήθεια αυτή, αν δαπανηθεί στην αναβάθμιση των αμερικανικών αμυντικών εξοπλισμών, μπορεί να προσφέρει τη δυνατότητα στην Ελλάδα να αναβαθμίσει τον ελληνικό στόλο των F-16, να προμηθευθεί drones και πλοία με δυνατότητα αντιαεροπορικής άμυνας περιοχής, καθώς και να ενισχύσει τις δυνατότητες παράκτιας άμυνας και περιπολίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει επίσης να διερευνήσουν επιλογές για να ενισχύσουν τη δική τους στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα. Αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις βρίσκονται εδώ και δεκαετίες στον κόλπο της Σούδας, αλλά η βάση λειτουργεί επί του παρόντος στον μέγιστο βαθμό, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να επεκταθεί για να εξυπηρετήσει τις αυξημένες επισκέψεις αμερικανικών πλοίων καθώς και άλλες δραστηριότητες – συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως μελλοντικών σχεδίων για στάση πλοίων στο πλαίσιο πολεμικών επιχειρήσεων. Μαζί με περισσότερες κοινές ασκήσεις και πιθανή συμπαραγωγή στα ελληνικά ναυπηγεία, οι κινήσεις αυτές θα διευκολύνουν επίσης την ενσωμάτωση των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων σε ομάδες κρούσης που συνοδεύουν αμερικανικά αεροπλανοφόρα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ουάσιγκτον πρέπει επιπλέον να εξετάσει μια νέα παρουσία στο διαρκώς εξελισσόμενο κέντρο της Αλεξανδρούπολης, να συμβάλει στην εξασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας για την Ευρώπη και να ενισχύσει την αποτρεπτική δύναμη του ΝΑΤΟ στα Ανατολικά Βαλκάνια. Μεταξύ των επιπρόσθετων επιλογών, η πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ θα μπορούσε να αυξήσει την ανάπτυξη, την εκπαίδευση και τις επιχειρήσεις αεροσκαφών ανεφοδιασμού καυσίμων και drones στη Λάρισα και ο αμερικανικός στρατός θα μπορούσε να αυξήσει τις εντός Ελλάδος εκπαιδευτικές δραστηριότητές του.

Πέρα από αυτά, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα θα μπορούσαν να συνεργαστούν για τη μετεγκατάσταση των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ που αναπτύσσονται επί του παρόντος στην Τουρκία, εάν αυτό καταστεί αναγκαίο. Κάτι τέτοιο, εφόσον θα εξασφάλιζε αξιόπιστη πρόσβαση για τις δυνάμεις αυτές, θα δημιουργούσε συνθήκες πίεσης για να αλλάξει δυνητικά η συμπεριφορά της Αγκυρας. Η Αμερική και η Ελλάδα έχουν σίγουρα προχωρήσει πολύ σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το διαρκώς αυξανόμενο υψηλό ρίσκο και η αβεβαιότητα που περιβάλλει το μέλλον της Ανατολικής Μεσογείου προσφέρουν μια πραγματική ευκαιρία για περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας.

* Ο κ. Τόμας Τρασκ είναι υποπτέραρχος ε.α. της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ (USAF) και πρώην υποδιοικητής της Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων. Σήμερα υπηρετεί στο Πρόγραμμα Πολιτικής Ανατολικής Μεσογείου του Εβραϊκού Ινστιτούτου Εθνικής Ασφαλείας της Αμερικής (JINSA), όπου ο Τζόναθαν Ρουχ είναι διευθυντής Εξωτερικής Πολιτικής.