ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα χρόνια της πανώλης στον ελλαδικό χώρο

gkkt_03_1503_page_1_image_0001

Ισως τώρα πια να ακούγεται πολλαπλώς ειρωνικό, όμως το πρώτο ευρωπαϊκό λοιμοκαθαρτήριο (ή «lazaretto») για την περίθαλψη των ασθενών της πανώλης δημιουργήθηκε το 1423 στην ιταλική χερσόνησο, στη Βενετία. Ηταν η εποχή που η πόλη των τεναγών, διαθέτοντας το υπόβαθρο μιας γραφειοκρατικής κουλτούρας, πρωτοπορούσε στα υγειονομικά μέτρα και προσπαθούσε να αποτρέψει την εισβολή των επιδημιών στην επικράτειά της. Οπως, για παράδειγμα, τους λοιμούς της πανώλης που ενέσκηψαν στο βενετοκρατούμενο Ιόνιο τον 17ο και 18ο αιώνα: το βιβλίο «Το κακό οδεύει έρποντας… Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά» (εκδ. Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας) της Κατερίνας Κωνσταντινίδου, επίκουρης καθηγήτριας Ιστορίας Νέου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μελετά αυτό ακριβώς το θέμα.

Ενα από τα συμπεράσματα της Κωνσταντινίδου είναι ότι τα μέτρα της απομόνωσης, της απολύμανσης και της πειθάρχησης των πληγέντων πληθυσμών είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των επιδημιών. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα είναι η μία πτυχή της υπόθεσης: «Εχει ενδιαφέρον ότι, εκείνη την περίοδο, τα Ιόνια Νησιά συνορεύουν με τον υπό οθωμανική κυριαρχία ελληνικό χώρο, όπου δεν εφαρμόζονται συστηματικά υγειονομικά μέτρα. Για τους Βενετούς, η οθωμανική επικράτεια είναι ένα πεδίο μονίμως μολυσμένο και όσα πλοία έρχονται από εκεί μπαίνουν σε καραντίνα σαράντα ημερών», λέει η καθηγήτρια στην «Κ». «Ο όρος “untore”, που σημαίνει “αυτός που φέρνει την πανώλη”, χρησιμοποιείται από παλιότερα. Γενικά, στους λοιμούς της πανώλης κάποιοι κατηγορούνται ως υπεύθυνοι. Είναι λ.χ. οι εβραϊκοί πληθυσμοί, οι περιφερόμενοι, οι ξένοι, τα επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται από κίνηση, όπως οι ναυτικοί, ενώ υπάρχουν και μερικές αναφορές για πόρνες».

Ούτε βέβαια και όλοι ασθενούν. Τα κατώτερα στρώματα πλήττονται σε μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα, λέει η κ. Κωνσταντινίδου, καθώς οι συνθήκες ζωής τους τα καθιστούν πιο ευάλωτα. Επιπλέον, η απομόνωση, η φυγή, είναι ευκολότερη για τους πιο εύπορους, τους ισχυρούς. «Παράλληλα, στο βενετικό Ιόνιο εντοπίζεται και σύγκρουση μεταξύ της κεντρικής βενετικής εξουσίας και των ντόπιων υγειονόμων», προσθέτει η καθηγήτρια. «Η πρώτη ενοχοποιεί τους δεύτερους και τους χαρακτηρίζει διεφθαρμένους και ανίκανους να αντιληφθούν την αποτελεσματικότητα του υγειονομικού συστήματος που εφαρμόζεται. Από τη μεριά τους, οι τοπικές αρχές είναι υπόλογες στις κοινωνίες τους και προσπαθούν να σταθμίσουν το ρίσκο: οι συνέπειες μιας επιδημίας είναι χειρότερες από εκείνες π.χ. μιας σιτοδείας;».

Φυσικά, ταβέρνες και καπηλειά είναι κλειστά, γιορτές δεν πραγματοποιούνται, ούτε και λιτανείες, αν και μερικοί αψηφούν τις οδηγίες. Κάποιοι δεν αποκαλύπτουν καν την ασθένειά τους, άλλοι ενισχύουν υπάρχοντες δεσμούς αλληλεγγύης, ενώ μερικοί τους διαρρηγνύουν. Η ζωή ξεπερνάει τις κανονιστικές ρυθμίσεις. Αν όμως έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθεί μια αναλογία με το σήμερα, η κ. Κωνσταντινίδου θα έστρεφε αλλού την προσοχή. «Υπάρχουν και σήμερα οι “untori”», λέει. «Σε καιρό επιδημίας, υπό το κράτος του φόβου, και όχι μόνο, μπορούν να στιγματιστούν ομάδες ή μεμονωμένα κοινωνικά υποκείμενα, με κριτήριο την καταγωγή, τη δραστηριότητά τους, τις πεποιθήσεις τους, το επάγγελμά τους όπως επίσης και τον τρόπο ζωής τους».

«Οργή Θεού» για τους αμαρτωλούς

Το σύστημα των λοιμοκαθαρτηρίων μπορεί να «έσωσε» την κατάσταση στον δυτικό κόσμο που αντιμετώπισε τις επιδημίες πανώλης, αλλά στον ελλαδικό χώρο τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του καθηγητή Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ Κώστα Κωστή «Στον καιρό της πανώλης. Εικόνες από τις κοινωνίες της ελληνικής χερσονήσου 14ος-19ος αιώνας» των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.

Το γεγονός ότι για πολλά χρόνια ήταν άγνωστος ο τρόπος μετάδοσης της ασθένειας, που γινόταν μέσω των τρωκτικών και των ψύλλων, προκαλούσε τρόμο στις κοινωνίες που έπληττε. «Είναι σαφές ότι οι άνθρωποι σκέφτονταν με όρους θρησκευτικούς. Θεωρούσαν την πανούκλα οργή Θεού και τιμωρία για τους αμαρτωλούς, διότι δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Αλλες ασθένειες, όπως η ευλογιά, που είχε συγκεκριμένο μοντέλο μετάδοσης και προσβολής, την καταλάβαιναν ως ιατρικό πρόβλημα», δηλώνει στην «Κ» ο ιστορικός και συγγραφέας.

Η εποχικότητα της επιδημίας (Μάιος – Ιούλιος) έκανε τους ανθρώπους να κλείνονται στα σπίτια τους, να σταματούν τις δουλειές τους, να αποφεύγουν ο ένας τον άλλον. Οι πιο εύποροι έφευγαν και ζούσαν φυσικά σε καλύτερες συνθήκες και μακριά από τα τρωκτικά, που τότε βρίσκονταν σε κάθε σπίτι. «Χρησιμοποιούσαν πολύ το ξίδι ως απολυμαντικό και κάπνιζαν τα πράγματα πριν τα ακουμπήσουν, τις επιστολές, τα ρούχα τους, τα χρήματα, αλλά το μόνο που βοηθούσε ήταν η απομόνωση των ασθενών», σχολιάζει ο κ. Κωστής.

Μετά την επιδημία αρκετές περιοχές ερήμωναν, οι χήρες και οι χήροι προσπαθούσαν να κάνουν δεύτερους γάμους, αν και αυτό δεν ήταν ο γενικός κανόνας. Είναι ενδεικτικό ότι το 1368 ο δεσπότης Ιωαννίνων εξανάγκασε τις χήρες της πόλης να παντρευτούν Σέρβους, ενώ το Ρέθυμνο ερήμωσε τόσο το 1350 που οι βενετικές αρχές, φτάνοντας σε απόγνωση, παραχώρησαν το προνόμιο της υπηκοότητας σε όσους αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί.

Μπορεί η Κωνσταντινούπολη να εθεωρείτο «δεξαμενή πανώλης» με τα καράβια που έφευγαν από το λιμάνι της γεμάτα τρωκτικά, αλλά η αντιμετώπιση της επιδημίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν «πιο ήπια», λέει ο κ. Κωστής, σε σχέση με τις δυτικές χώρες. Μια ερμηνεία που δίνει ο συγγραφέας είναι η αποδοχή του γεγονότος από τους μουσουλμάνους υπηκόους, οι οποίοι δεν μετακινούνταν από την κοινότητα, σε αντίθεση με τους χριστιανούς.

Τα ποιοτικά στοιχεία όμως και οι πηγές για τον ελλαδικό χώρο είναι λιγοστά, όπως παραδέχεται ο ιστορικός, καθώς δεν υπάρχουν ληξιαρχικά αρχεία για την εποχή και διότι οι γιατροί απέδιδαν τότε στην πανώλη όποια ασθένεια δεν μπορούσαν να εξηγήσουν. Πάντως, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις, η Ελλάδα προσπάθησε να φτιάξει ένα σύστημα λοιμοκαθαρτηρίων το ’40, για να πάρει αποστάσεις από την… Ανατολή.