ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πώς το 2020 μοιάζει με το 1928

25s100ath

Παρά την αφυπηρέτησή μου από το πανεπιστήμιο προ ολίγων ετών, η μακροχρόνια επαγγελματική ενασχόλησή μου με τη βιολογία (και επιδημιολογία) νόσων που μεταφέρονται από έντομα και άλλα αρθρόποδα οδηγεί στην «κατ’ ανάγκη» συνεχή ενημέρωσή μου για το τι συμβαίνει σήμερα με την πανδημία της COVID-19. Οντας πλέον εκτός ερευνητικής δράσης, περιορίζομαι για την πληροφόρησή μου αναγκαστικώς στις πηγές που βρίσκονται στη διάθεση του καθενός, και βεβαίως ο (σοβαρός) διεθνής Τύπος, διάφοροι (σοβαροί) ιστότοποι και οι (σοβαρές) ελληνικές εφημερίδες μού προσφέρουν συνήθως ό,τι χρειάζομαι.

«Τρώγοντας» λοιπόν την «Καθημερινή» είδα πως πολλοί αρθρογράφοι, τόσο δημοσιογράφοι όσο και επαγγελματίες υγείας, αναφέρονται συχνότατα σε διάφορες επιδημίες και πανδημίες που έπληξαν τη χώρα μας σε περασμένες εποχές. Από τον λοιμό των Αθηνών του 5ου αιώνα π.Χ., περνώντας από την ιουστινιανή πανώλη και τον Μαύρο Θάνατο, οι περισσότεροι κατέληξαν στην ισπανική γρίπη των αρχών του περασμένου αιώνα. Μου είναι βεβαίως κατανοητό γιατί δεν αναφέρθηκαν σε άλλες καταστάσεις περασμένων αιώνων με λοιμώξεις που χτύπησαν τον ελληνικό χώρο, αφού αυτές ήταν είτε τοπικού ενδιαφέροντος, είτε δεν δημιούργησαν μεγάλα προβλήματα (εκτός από καμιά «άδικα» χαμένη μάχη μεταξύ αντιμαχομένων Βυζαντινών, Βενετών, Φράγκων, Τούρκων, κ.ο.κ.). Μου προκάλεσε όμως μεγάλη εντύπωση η παντελής έλλειψη αναφοράς στη μεγάλη επιδημία του δάγκειου πυρετού του 1928 στην Ελλάδα!

Τούτη ήταν η πρώτη καταγεγραμμένη μεγάλη επιδημία της νόσου αυτής στον κόσμο, μιας ίωσης που μεταφέρεται από κουνούπια του γένους Aedes (υπογένος Stegomyiα), και που είναι διεθνώς γνωστή και ως «η επιδημία της Αθήνας». Επειτα από μια πρώτη παρουσία στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1927 με έναν άγνωστο αριθμό κρουσμάτων (υπολογίζονται σε 3.000-75.000), η επιδημία επανήλθε το επόμενο καλοκαίρι. Τη δεύτερη χρονιά τα κρούσματα στον Δήμο Αθηναίων υπολογίσθηκαν σε 461.000, με επιπλέον 230.000 σε Πειραιά και προάστια και άλλα 266.000 στην υπόλοιπη Ελλάδα, όλα μέσα σε 2-3 μήνες. Να τονίσω πως οι αριθμοί αυτοί αντιπροσωπεύουν περίπου το 85-95% του τότε πληθυσμού της περιοχής των Αθηνών. Μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί πως τα περισσότερα (αν όχι όλα) τα κρούσματα στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν ήταν άλλο από κάτοικοι των Αθηνών που είχαν μεν δηχθεί από κουνούπια εκεί, αλλά ενόσησαν στην επαρχία όπου είχαν μεταβεί για να ψηφίσουν στις βουλευτικές εκλογές της 19ης Αυγούστου.

Ενώ ο «απλός» δάγκειος πυρετός δεν οδηγεί συνήθως σε θάνατο των ασθενών (συμπτώματα γρίπης συνοδευόμενα από δυνατούς πόνους σε οστά και αρθρώσεις), το τότε υπουργείο Υγιεινής ανεκοίνωσε, με το τέλος της επιδημίας το φθινόπωρο, 1.553 νεκρούς στην επικράτεια, με την Αθήνα να έχει περίπου τα δύο τρίτα αυτών. Τρία χρόνια αργότερα, το υπουργείο αναθεώρησε τον αριθμό σε 3.013, αφήνοντας να εννοηθεί, ανεπισήμως, ότι ο προηγούμενος αριθμός ήταν επίτηδες χαμηλότερος για να μην τρομάξουν οι «ξένοι» και πέσει ο τουρισμός την επόμενη χρονιά.

Το γιατί πέθαναν τόσοι πολλοί από μια ασθένεια που δεν είναι θανατηφόρος θα μπορούσε να εξηγηθεί με περαιτέρω ανοσολογική έρευνα ασθενών της εποχής, αλλά από τότε μέχρι σήμερα στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχουν μόνο ελάχιστες δημοσιεύσεις (3!), δύο από τις οποίες του συχωρεμένου καθηγητή Γιώργου Παπαευαγγέλου. Αυτές δεν ήταν δυστυχώς αρκετές για να λύσουν οριστικώς το κουίζ. Δεδομένης της ηλικίας των άνω των ~95 ετών των επιζώντων της επιδημίας, η προοπτική λύσης του είναι πλέον μάλλον αδύνατη. Θα σημειώσω χωρίς να μακρηγορήσω, πως μία δεύτερη μόλυνση με ιό της ίδιας οικογένειας οδηγεί σε αιμορραγική μορφή της νόσου και, συχνά, στον θάνατο και πιθανώς αυτό συνέβη και στην Αττική. Αλλά ας αφήσουμε αυτό το θέμα έξω απ’ το υπόλοιπο άρθρο.

Γιατί αποφάσισα να γράψω αυτό το κείμενο; Οταν προ 9 ετών θέλησα να δω τι είχε συμβεί «τότε» στην Αθήνα, όπως μου είχαν ζητήσει πολλοί συνάδελφοι, τόσο από τον ΠΟΥ όσο και από ενδημικές για δάγκειο πυρετό χώρες, η «Καθημερινή» μου έδωσε τη δυνατότητα να αναζητήσω το αρχείο της (και τη χιλιοευχαριστώ). Αυτή ήταν μία πλούσια πηγή πληροφοριών, λιγότερο για το επιστημονικό υπόβαθρο της βιολογίας της επιδημίας όσο, όπως φάνηκε μετά την ανάγνωση πάνω από 100 άρθρων (καλύπτοντας την περίοδο 1927-1933), για τα παρελκόμενά της. Οντως, με τα σημερινά μέτρα και την κατάσταση τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες χώρες μένει κανείς άναυδος με όσα βρίσκει σκάβοντας στο αρχείο των τότε φύλλων της εφημερίδας.

Εποχή διχασμού, και βεβαίως δεν λείπει η κριτική της πολιτικής του υπουργείου (στα «πράματα» το Κόμμα Φιλελευθέρων). Για όσους ανησυχούν (δικαίως) για φήμες, fake news και θεωρίες συνωμοσίας, άπειρα παραδείγματα ήδη από τότε. Οχι μόνο κρατικής προέλευσης (π.χ. ο χαμηλότερος ανακοινωθείς αριθμός νεκρών όπως προανέφερα), αλλά και από παντογνώστες που λέγαν ότι δεν επρόκειτο για δάγκειο αλλά για κίτρινο πυρετό. Βεβαίως, εκτός από ελάχιστες εισαγόμενες επιδημίες στη Δυτική Ευρώπη στον 19ο αιώνα η λοίμωξη αυτή δεν είχε παρουσιασθεί ποτέ στη Ελλάδα. Ομως, η υψηλότατη θνητότητα που παρουσίαζε, την έκανε ιδανική για να χρησιμοποιηθεί από τρομολάγνους όλων των ειδών. Και βεβαίως ο κίτρινος πυρετός είχε παρέα καμιά φορά στις διαδόσεις, όπως π.χ. τη βακτηριακή λοίμωξη λεπτοσπείρωση.

Πέραν των παραπολιτικών στοιχείων της επιδημίας υπάρχουν κι άλλα που κάνουν το 1928 να μοιάζει με το 2020! Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια δεν έκλεισαν μεν (καλοκαίρι!), αναβλήθηκαν όμως οι εισαγωγικές εξετάσεις για τα τελευταία. Τα δικαστήρια δεν λειτουργούσαν λόγω έλλειψης δικαστών, ενόρκων, δικηγόρων και… διαδίκων.

Οι κινηματογράφοι και τα θέατρα ήταν σε μεγάλο ποσοστό κλειστά. Η στράτευση της νέας σειράς «κληρωτών» αναβλήθηκε. Η «Καθημερινή» ήταν γεμάτη με διαφημίσεις προϊόντων που ανέφεραν ότι ήταν κατάλληλα για τη θεραπεία της «απαισίας νόσου», όπως κρασιά Δεκελείας. Και πάει λέγοντας.

Μέσα για την καταπολέμηση της επιδημίας δεν υπήρχαν. Ούτε φάρμακα, ούτε εμβόλια, αλλά ούτε και εντομοκτόνα ή εντομοαπωθητικά. Πάντως, η βιολογία προσφέρει τη λύση, στα μέσα Σεπτεμβρίου ανακοινώνονται οι τελευταίοι δύο νεκροί και σύντομα η επιδημία λήγει με την ετήσια εξαφάνιση των κουνουπιών για να μη… ξανάρθει ποτέ. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για αυτό όπως π.χ. η εξαφάνιση από την Ελλάδα του κουνουπιού-φορέα Aedes aegypti (αν κι αυτός «αντικαταστάθηκε» εν τω μεταξύ στην Αττική και όχι μόνο, από το κουνούπι-τίγρη Aedes albopictus). Οι περιβαλλοντικές διευθετήσεις στην Αθήνα όπως η κάλυψη των ποταμιών και η τσιμεντοποίηση μας οδηγούν σε αισιοδοξία όσον αφορά την επανεμφάνιση της νόσου εδώ, εξαιρουμένων βεβαίως περιστασιακών περιπτώσεων ασθενών που γύρισαν από ενδημικές χώρες.

Η επιδημία του δάγκειου πυρετού του 1928, ένα πρωτοφανές και μοναδικό στον κόσμο φαινόμενο, στη χώρα που συνέβη ξεχάσθηκε σχεδόν παντελώς. Ας ελπίσουμε πως το ίδιο θα συμβεί και με τον κορωνοϊό σε 90 έτη…

* Ο κ. Κίτσος Λούης είναι ομότιμος καθηγητής Γενετικής Πανεπιστημίου Κρήτης, τ. ερευνητής ΙΜΒΒ, ΙΤΕ.