ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το πορτρέτο του δικαστή της 17N

O Μιχαήλ Μαργαρίτης, γιος του Πολύκαρπου, από τη Κεντρική Ναυπακτία, και της Αγλαΐας, από την Κάτω Χώρα Ναυπακτίας, γεννήθηκε το 1939 στην Πάτρα. «Εγώ δεν είμαι από την Μπεζανσόν (γενέτειρα του Βίκτωρος Ουγκό) αλλά από την ορεινή Ναυπακτία» μας συστήθηκε από την πρώτη κιόλας ημέρα της Δίκης, δίνοντας τον ορισμό του επαρχιωτόπαιδου και τιμώντας τη ρίζα της καταγωγής του όπως κάνουμε, άλλωστε, όλοι οι Ελληνες.

Ενας από εμάς, λοιπόν, και ο Μιχάλης, που πήγε δημοτικό και γυμνάσιο στην Πάτρα, ήταν καλός μαθητής, με εύκολο το χαμόγελο αλλά προσεκτικός στις φιλίες του, όπως λέγουν οι συμμαθητές εκείνης της εποχής. O πόλεμος, η Κατοχή και όλες οι δύσκολες εποχές για οικογένειες με μικρά παιδιά – αυτά αντιμετώπισε και ο Μιχάλης, που είχε φτερά για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο Σχολή (το σημερινό Πάντειο Πανεπιστήμιο) και με το πτυχίο πήγε στη Νομική του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Για ευρύτερους ορίζοντες γνώσεων, βλέποντας μακριά, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο King College του Λονδίνου, στο Συγκριτικό και Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο. Στο διάστημα 1961-1963 είχε υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία ως έφεδρος ανθυπολοχαγός.

Με τον τερματισμό του μαραθωνίου σπουδών αρχίζει η Δικαστού Ανάβασις. Διορίσθηκε Ειρηνοδίκης το 1969 στην Κύμη και στη Μυτιλήνη. «Εγώ, πάντως, όταν δίκαζα ειρηνοδίκης νόμιζα ότι δίκαζα μόνος μου, σαν να μην υπάρχει άλλος στον κόσμο. Το ίδιο και τώρα που έγινα πρόεδρος Εφετών». Στη συνέχεια υπηρέτησε πρωτοδίκης στη Ξάνθη, όπου τον βρήκε η μεταπολίτευση και ως αρχαιότερο πρωτοδίκη η κυβέρνηση εθνικής ενότητος τον διόρισε δήμαρχο της Ξάνθης ώς τον Μάρτιο του 1975, όπου άφησε στους συνεργάτες του εκεί στον Δήμο Ξάνθης και στους δημότες τις καλύτερες εντυπώσεις. Ομως, τουρκικά δεν έμαθε: «Εγώ έμεινα τρεισήμισι χρόνια στην Ξάνθη και δεν θέλησα να μάθω λέξη! Οχι ότι είχα τίποτε με τους ανθρώπους εκεί».

Στη συνέχεια, διορίσθηκε πρόεδρος στην Αθήνα και ανέβηκε, με συνέπεια και αθόρυβα, όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, ώς τον ανώτερο βαθμό, του προέδρου των Εφετών. Αυτός ο συνετός, γεροδεμένος, συντηρητικά κομψός, με λευκόγκριζα μαλλιά δικαστής είναι από τη Δευτέρα 3 Μαρτίου ο πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, ο κυρίαρχος της Εδρας, ο έχων την απόλυτη ευθύνη, όχι μόνο για την αστυνόμευση, αλλά για τη διεξαγωγή της Δίκης που θα οδηγήσει στην ετυμηγορία της δίκαιης κρίσης.

Από τις πρώτες ημέρες της Δίκης, ξεκαθαρίζει τη θέση του. «Αστε με να κάνω τη δουλειά μου κι εγώ όπως την ξέρω! Εχω 34 χρόνια εδώ πάνω και δεν έχει παραπονεθεί κανένας, ούτε δικηγόρος, ούτε διάδικος ότι δεν σεβάστηκα τα δικαιώματά του και ότι δεν υπήρχε ευταξία στα ακροατήριά μου».

Και αυτά του τα λόγια, αυτή την αφοσίωση στο γράμμα και στο πνεύμα του νόμου, με ανθρώπινη όμως συμπεριφορά και «ευήκοον ους» στα όσα η υπεράσπιση και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι έχουν να πουν, τα βεβαιώνουν οι συνάδελφοί του. Εχει χιούμορ, αυτό το κατάλαβαν οι δημοσιογράφοι νωρίς, που «ανθολογούν» τις ατάκες του, αυτές που δίνουν χρώμα στις πολύωρες συνεδριάσεις. Είναι παντρεμένος, έχει δύο κόρες, έχει ήρεμη οικογενειακή ζωή, και δεν μιλάει για την ιδιωτική του ζωή, δικαστής πέρα ώς πέρα.

Μιλά αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Είναι συγχρόνως φιλικός, αλλά και αυστηρός, όταν πρέπει. Παραμένει, κι αυτό είναι ίσως το σπουδαιότερο, απόλυτα προσγειωμένος. Εχει το νου του στην ορεινή Ναυπακτία, και στις δυσκολίες που πέρασε έως να φθάσει εδώ που έφθασε. «Σκιτσάρισε» μόνος του, άλλωστε, «το προφίλ» του («για να πούμε και μια ξένη λέξη…») όταν διέκοψε τον «ευγενέστατο» Κουφοντίνα, που τον χαρακτήρισε «γνώστη του Αριστοτέλη».

«Ακούστε, ξεκίνησα από την ελληνική κοινωνία, έμαθα πέντε γράμματα, μέτρια κι αυτά. Δεν είμαι ούτε ο θεωρητικός, ούτε ο μεγάλος, ούτε τίποτα». Είναι ό,τι πιο καθησυχαστικό περιμέναμε να ακούσουμε από τον πρόεδρο της «Δίκης του Αιώνα». Που, την πρώτη κιόλας ημέρα μας το ‘πε από την έδρα:

«Οι καλύτερες Δίκες είναι εκείνες που έχουν το καλύτερο αποτέλεσμα».