ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αλλάζουν οι ψαρότοποι του Αιγαίου

O καιρός τρέλανε τα ψάρια, που δεν γνωρίζουν πλέον πού πηγαίνουν. O ξιφίας «μετακόμισε» από την Κύπρο στο Βόρειο Αιγαίο, ενώ τροπικά ψάρια ξεστρατίζουν στη Μεσόγειο. Επειτα, η υπεραλίευση, μαζί με τις αλλαγές στη θερμοκρασία του νερού και τη ρύπανση, μείωσαν αισθητά κοινά ψάρια των ελληνικών θαλασσών (γαλέος, σαρδέλα, σκουμπρί, κολιός, συναγρίδα, σκαθάρι, ροφός) ενώ για -άγνωστη αιτία- πολλαπλασιάστηκαν άλλα είδη σε τόπους όπου δεν ενδημούσαν. Δεν ισχύουν πλέον αυτά που γνωρίζαμε για τους ελληνικούς ψαρότοπους, λένε οι επιστήμονες. Αλλού υπάρχουν πλέον λίγα ψάρια, αλλού πολλά και αλλού οι ψαράδες αλιεύουν, μαζί με πελαγήσια και… τροπικά.

Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του. Σε ποια όμως ψάρια; Οι ειδικοί επιστήμονες παρατηρούν, εκτός από τη μείωση των αποθεμάτων, και μεγάλες αλλαγές, τα τελευταία χρόνια, στη σύνθεση των πληθυσμών που κολυμπούν στο Αιγαίο.

Είδη όπως ο ξιφίας, ο πληθυσμός του οποίου έρχεται κάθε χρόνο από τον Ατλαντικό για να γεννήσει στην Ανατολική Μεσόγειο και στα ανοιχτά της Κύπρου, έχει αλλάξει ρότα προς στο Βόρειο Αιγαίο, ενώ είδη ψαριών από τροπικές περιοχές, που θεωρούνται «κοσμοπολίτες» των ωκεανών, ολοένα και περισσότερο πιάνονται στα δίχτυα των ψαράδων της Μεσογείου.

Κλιματικές αλλαγές

Μέχρι στιγμής δεν έχει διαπιστωθεί η αιτία που έχει αλλάξει τις συνήθειες μετανάστευσης των ψαριών, αλλά οι ερευνητές θαλάσσιας βιολογίας εκτιμούν ότι αυτή σχετίζεται με τις κλιματικές αλλαγές και την άνοδο της θερμοκρασίας, η οποία επηρεάζει τις θάλασσες σε όλο τον πλανήτη.

Κοινή διαπίστωση τριών ερευνητικών κέντρων που συμμετέχουν σε μεγάλο ευρωπαϊκό (Mediterraneainternational trawl survey) και ελληνικό πρόγραμμα («Συλλογή Αλιευτικών Δεδομένων 2002-2006»), είναι ότι τα αλιευτικά αποθέματα ορισμένων ψαριών, όπως ο γνήσιος γαλέος, έχουν μειωθεί σε απογοητευτικό βαθμό. Ενώ η αφθονία άλλων, π.χ., του μπακαλιάρου σε κόλπους όπως ο Τορωναίος, ο Σαρωνικός και ο Πατραϊκός, προκάλεσε την έκπληξη στους βιολόγους.

«Εκείνο που διαπιστώσαμε επίσης», ανέφερε ο κ. Κ. Παπακωνσταντίνου, συντονιστής του προγράμματος, «είναι ότι το Βόρειο Αιγαίο διαθέτει μεγάλα αποθέματα ειδών σε αντίθεση με το Νότιο Αιγαίο, το οποίο διαθέτει περισσότερες ποικιλίες ψαριών αλλά έχει σαφώς λιγότερα αποθέματα».

«Η διαφορά αυτή, όπως εκτιμά ο διευθυντής του Ινστιτούτου Αλιευτικής Ερευνας Καβάλας, κ. Αργύρης Καλλιανιώτης, σχετίζεται με τα θρεπτικά συστατικά των νερών του Βορείου Αιγαίου τα οποία επηρεάζονται από τα νερά της Μαύρης Θάλασσας, αλλά και από τα ποτάμια που χύνονται στο Θρακικό Πέλαγος και στο Θερμαϊκό Κόλπο».

Για την καταγραφή των ειδών και την εκτίμηση των αποθεμάτων οι ομάδες των ερευνητών χρησιμοποίησαν τράτες βυθού που σχεδιάστηκαν ειδικά για το πρόγραμμα και διαθέτουν δίχτυα για μικρά και μεγάλα είδη που ζουν σε βάθος 10 – 800 μέτρων.

Τα «νηπιοτροφεία»

Από τις καταγραφές προέκυψαν χρήσιμα στοιχεία για το πού μεγαλώνουν τα ψάρια («νηπιοτροφεία» τα αποκαλούν οι βιολόγοι), τα πεδία ωοτοκίας τους, στοιχεία για τη θνησιμότητα των ειδών, «αλλά εκείνο που μέχρι τώρα δεν είχε η Ελλάδα και το απέκτησε από την πολύχρονη διεξαγωγή αυτού του προγράμματος είναι μια πλατιά γνώση για το τι διαθέτουν οι ελληνικές θάλασσες», τόνισε ο κ Καλλιανιώτης.

Ενα από τα μεγαλύτερα «νηπιοτροφεία» μπακαλιάρου θεωρείται πλέον ο Τορωναίος Κόλπος της Χαλκιδικής. Εκεί εντοπίστηκαν μεγάλα αποθέματα μικρών μπακαλιάρων, ψαριού που γεννάει σε βαθιά νερά, σε μέρη όμως που επιτρέπεται η αλιεία με την μηχανότρατα. Οι επιστήμονες έχουν έρθει ήδη σε επαφή με την Πανελλήνια Ενωση Μηχανοτρατών που εδρεύει στην Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης και βρήκαν ανταπόκριση στην προσπάθεια να περιοριστεί η αλιεία του μικρού μπακαλιάρου αν και είναι ένα από τα είδη από τα οποία εξαρτάται η επαγγελματική επιβίωσή τους. Ενα δεύτερο πεδίο μικρών μπακαλιάρων εντοπίστηκε νότια της Θάσου.

Παρόμοια «νηπιοτροφεία» άλλων ψαριών έχουν εντοπιστεί και σε άλλες περιοχές και τα ερευνητικά κέντρα είναι πλέον σε θέση να προτείνουν ορθολογιστικά μέτρα στη Διεύθυνση Αλιείας του Υπουργείου Γεωργίας για συγκεκριμένες περιόδους και σε οριοθετημένες θαλάσσιες περιοχές.

Αλλωστε η «προστασία θαλάσσιων περιοχών ειδικού ενδιαφέροντος» και η διαχείριση αυτών των «νηπιοτροφείων» είναι μέσα στις προτεραιότητες της Ε.Ε. Το μεγαλύτερο όμως μειονέκτημα για την ελληνική αλιεία θεωρείται ο δυσανάλογος αριθμός ψαράδων σε σχέση με τον πληθυσμό.

Οι επαγγελματίες ψαράδες υπολογίζονται σε 40.000, τα αλιευτικά σκάφη (στην πλειοψηφία τους μικρά) φθάνουν τις 20.000 και χιλιάδες είναι οι ερασιτέχνες ψαράδες.

Το πρόγραμμα χαρτογράφησης

Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα MediterraneaInternational Trawl Survey (MEDITS) που ξεκίνησε το 1994 και τώρα συνεχίζεται με εθνικούς πόρους (Υπ. Γεωργίας) αλλά με περισσότερες δράσεις υπό τον τίτλο «Συλλογή Αλιευτικών Δεδομένων 2002-2006», έχει καταφέρει να καταγράψει 200-220 είδη ψαριών, κεφαλόποδων, καρκινοειδών, κ.λπ., που ζουν στο Βόρειο και Νότιο Αιγαίο, στο Κρητικό και στο Ιόνιο Πέλαγος προσφέροντας για πρώτη φορά πολύτιμα στοιχεία για τα αλιευτικά αποθέματα του τόπου μας.

Στόχος του προγράμματος είναι να χαρτογραφήσει τους ψαρότοπους της Ελλάδας, τις περιοχές αναπαραγωγής των ψαριών και τα είδη που κινδυνεύουν από την υπεραλίευση, με τελικό σκοπό να θεσπιστούν μέτρα που θα επιτρέψουν την απρόσκοπτη συνέχιση της αλιευτικής δραστηριότητας.

Στο πρόγραμμα με κόστος ανά διετία 500.000 ευρώ συμμετέχουν σήμερα τρία ινστιτούτα θαλασσίων ερευνών:

– Το Ινστιτούτο Αλιευτικής Ερευνας του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Ερευνας με έδρα τη Νέα Πέραμο Καβάλας, που πραγματοποιεί έρευνες και μετρήσεις σ’ όλο το Βόρειο Αιγαίο.

– Το Ινστιτούτο Βιολογικών Πόρων του Εθνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών που πραγματοποιεί έρευνες στο Κεντρικό Αιγαίο και

– Το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης με έδρα το Ηράκλειο που ερευνά το Νότιο Αιγαίο.

Αρχικά το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε από την Ε.Ε. και εστιάστηκε στους δείκτες αφθονίας 56 εμπορικών ψαριών. Μελέτησε τις τάσεις των αποθεμάτων, συλλέγοντας στοιχεία απαραίτητα στην Ε.Ε. για τη χάραξη και στήριξη της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής.

Στο ερευνητικό πεδίο συμπεριελήφθησαν συνολικά 180 αλιευτικοί σταθμοί της χώρας, τους οποίους οι ομάδες των τριών κέντρων επισκέπτονται κάθε χρόνο από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο, περίοδο αναπαραγωγής των περισσοτέρων ειδών.