ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Με «πολλά κενά» η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου

Στις 26 Νοεμβρίου 1973, στην αναφορά του προς το Φόρεϊν Οφις ο Γκόβιν επισημαίνει ότι η ανατροπή του Παπαδόπουλου και της κυβέρνησης Μαρκεζίνη ήταν «η πλέον ειρηνική ανατροπή κυβέρνησης στην ιστορία». Σημειώνει ότι οι Αθηναίοι παρέμεναν τελείως απαθείς. «Στην ελληνική πρωτεύουσα κυκλοφορούν φήμες για ενδεχόμενη επιστροφή του Καραμανλή και ίσως αυτό να εξηγεί την αδιαφορία της κοινής γνώμης προς το νέο καθεστώς», γράφει ο Γκόβιν. Παρατηρεί ότι οι περισσότεροι υπουργοί της νέας κυβέρνησης υπό τον Ανδρουτσόπουλο ήταν τεχνοκράτες. Κανείς από τους υπουργούς δεν είχε εμπειρία ως πολιτικός εκτός από τον Κωνσταντίνο Ράλλη που είχε διορισθεί αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Υπουργός των Εξωτερικών είχε αναλάβει ο Σπύρος Τετενές – «διπλωμάτης καριέρας που επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί και ο οποίος πριν από μερικούς μήνες ήταν πρέσβης της Ελλάδας στο Βελιγράδι». Υπογραμμίζει ο Γκόβιν:

«Ο μοναδικός πολιτικός στην κυβέρνηση είναι «ένα τίποτα». Πληροφορούμεθα ότι τους ζητήθηκε να παραμείνουν στις θέσεις τους ο υπουργός των Εξωτερικών Παλαμάς και άλλοι υπουργοί, αυτοί όμως αρνήθηκαν. Είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούμε πως η ελληνική κυβέρνηση θα μπορέσει να υπερασπίσει τις θέσεις της στην επικείμενη συνάντηση των χωρών-μελών του NATO χωρίς την παρουσία κάποιου υπουργού του κύρους και της εμπειρίας του Παλαμά. H νέα κυβέρνηση, δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για μια μεταβατική κυβέρνηση η οποία σχηματίσθηκε χωρίς να το περιμένει κανείς – αιφνιδιαστικά».

Απροετοίμαστοι

Σύμφωνα με τον πρέσβη σερ Ρόμπιν Χούπερ -έκθεση της 6ης Δεκεμβρίου 1973- η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου είχε «πολλά κενά». Οι περισσότεροι υπουργοί στην καλύτερη περίπτωση ήταν απροετοίμαστοι να αναλάβουν τα καθήκοντά τους. Σημειώνει ο Χούπερ:

«Ενας υπουργός είπε σε γαλλική εφημερίδα ότι τον σύρανε μέσα από την μπανιέρα του την Κυριακή το πρωί. Αυτός είχε την εντύπωση ότι θα τον κλείνανε στη φυλακή για τρίτη φορά από το 1967, τον οδήγησαν όμως στο υπουργείο Αμυνας μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο στρατηγούς και του ζήτησαν να γίνει υπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ. Κάποιον άλλο τον συνέλεξαν με ελικόπτερο από το Γύθειο όπου είναι δήμαρχος… O νέος πρωθυπουργός -δικηγόρος που κάποτε εργάσθηκε στο Σικάγο και συνεπώς θεωρείται δημιούργημα της CIA- είχε καταλάβει διάφορες υπουργικές θέσεις από το 1967 μέχρι τις αρχές του χρόνου φέτος. O Ανδρουτσόπουλος είναι πολύ λίγο γνωστός και δεν εμπνέει σεβασμό» (FCΟ 9/1717).

Δημοσιεύματα

Το Λονδίνο ανεγνώρισε την κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου στις 4 Δεκεμβρίου 1973. H αναγνώριση ήταν μια «υπόθεση χαμηλών τόνων» και αν κρίνουμε από τα δημοσιεύματα του βρετανικού Τύπου της χρονιάς εκείνης, η αναγνώριση έγινε «από την πίσω πόρτα». O Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα, σε Ρόμπιν Χούπερ, έπειτα από οδηγίες που έλαβε από το Λονδίνο, υπέγραψε μια επιστολή, η οποία με το χέρι παραδόθηκε στο ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών. Στην επιστολή αυτή η Χούπερ έγραφε ότι είχε πάρει το μήνυμα που είχε στείλει το υπουργείο πριν από εννιά μέρες στην πρεσβεία. Οπως παρατηρούσαν οι ανταποκριτές των βρετανικών εφημερίδων στην Αθήνα, βεβαίωση λήψης μηνύματος από ένα νέο καθεστώς συνιστούσε, σύμφωνα με τη διπλωματική πρακτική, μια μορφή αναγνώρισης του καθεστώτος αυτού και στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ένδειξη της ενοχλητικής θέσης στην οποία βρισκόταν η κυβέρνηση της χώρας που αποδεχόταν τη λήψη του μηνύματος. Οπως γράφει ο διπλωματικός συντάκτης της «Γκάρντιαν» Πάτρικ Κίτλεϊ (5 Δεκεμβρίου 1973):

«Στην προκειμένη περίπτωση ο τρόπος που ανακοινώθηκε η αναγνώριση της κυβέρνησης Ανδρουτσόπουλου στη Βρετανία ήταν το ίδιο πλάγιος, όπως ήταν ανειλικρινής η στάση του Βρετανού πρέσβη στην Αθήνα. Το βρετανικό υπουργείο των Εξωτερικών αντί να εκδώσει μια επίσημη ανακοίνωση, προτίμησε να αφήσει τους υπαλλήλους του υπουργείου -«πηγές του υπουργείου»- να γνωστοποιήσουν την απόφαση στον Τύπο… Εξάλλου, δεν μπορεί να είναι σύμπτωση ότι η πράξη της αναγνώρισης έγινε σαν «σκαστό» φιλί στο μέσο της επίσημης επίσκεψης του υπουργού των Εξωτερικών στη Σοβιετική Ενωση» (FCO 9/1717).