ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μεγάλα προβλήματα βιοηθικής

H διεθνής βιβλιογραφία της βιοηθικής παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια εντυπωσιακή άνθηση, αλλά και η ελληνική δεν υστερεί στα μηνύματα των καιρών. H αλματώδης εξέλιξη της βιολογίας και των βιοϊατρικών επιστημών έχει αφυπνίσει το ενδιαφέρον των φιλοσόφων, νομικών, θεολόγων, γιατρών και άλλων ειδικών και διανοουμένων και ευαισθητοποιήσει την Κοινή Γνώμη, γιατί οι εφαρμογές της βιοτεχνολογίας εγείρουν σοβαρά και ηθικά κοινωνικά ζητήματα. Σημαντικά επιστημονικο-τεχνικά επιτεύγματα απασχολούν ιδιαίτερα τους νομικούς γιατί δημιουργούν πρωτόγνωρες καταστάσεις που λόγω των «καινών δαιμονίων» που εισάγουν απαιτούν μια γενικά αποδεκτή νομοθετική ρύθμιση. Αρκετά από τα σχετικά κείμενα που κυκλοφορούν έχουν τεχνικό χαρακτήρα, άλλα υπαγορεύονται από δογματικές ή άκρως συντηρητικές πεποιθήσεις, ενώ άλλα είναι εντελώς ριζοσπαστικά και μιλούν για μια νέα ή για μια νεοπραγματιστική ηθική. Είναι έτσι εξαιρετικά ευπρόσδεκτος ο αυθεντικός, ανοιχτός και διαλεκτικός στοχασμός, απόσταγμα σοφίας και μακρόχρονου διεπιστημονικού προβληματισμού που διαπνέει τα δοκίμια που συγκέντρωσε πρόσφατα σε έναν κομψό τόμο ο πρόεδρος της ελληνικής Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής, ομότιμος καθηγητής της Νομικής Γιώργος Κουμάντος (Προβλήματα Βιοηθικής, Αθήνα, Πόλις 2003, σελ. 100). O κ. Κουμάντος επιχειρεί εύστοχα «τη ζεύξη των παλαιών αρχών με τα καινούργια προβλήματα» με την πεποίθηση, όπως επισημαίνει στον Πρόλογο, ότι «οι γενικές αρχές με βάση τις οποίες θα πρέπει να λυθούν ριζώνουν στην πολιτιστική μας κληρονομιά», αλλά και την απορία «μήπως οι λύσεις θα έπρεπε να αναζητηθούν σε κάποιες αρχές εγκόσμιας Ηθικής με αφαίρεση των μεταφυσικών διαστάσεων» (σ. 20).

Τεκμηριωμένος λόγος

Τα θέματα που συζητεί ο συγγραφέας στα δοκίμια αυτά αποτελούν καίρια ερωτήματα και διλήμματα της βιοηθικής και βρίσκονται στις μέρες μας στο προσκήνιο του παγκόσμιου προβληματισμού: βιοηθική και βιοδίκαιο, ένα δικαίωμα στην άγνοια, η βιολογία και το χρήμα, οι γκρίζες ζώνες της ζωής, αντίγραφα ανθρώπων, περιπτώσεις εμπορευματοποίησης, αποτυπώματα και εγκλήματα, μεταλλαγμένα – ευλογία ή κατάρα(;), προστασία και καταπίεση, το θέμα των βλαστοκυττάρων και οι θέσεις της ελληνικής Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής, βιολογία και οικογένεια. Κάποια από αυτά εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά σε διεθνή κλίμακα, για άλλα έχει γνωματεύσει η ελληνική Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής και για ορισμένα έχουν ήδη θεσπιστεί νομοθετικές ρυθμίσεις. Για όλα αυτά έχει ο συγγραφέας να πει έναν τεκμηριωμένο και υπεύθυνο λόγο που ευαισθητοποιεί και προβληματίζει τον αναγνώστη. Πράγματι, με τις εναλλακτικές προσεγγίσεις και τις προσωπικές προτάσεις του και προπαντός «με την εκλαΐκευση των δεδομένων κάθε προβλήματος και των αρχών που στηρίζουν την επίλυσή τους» (σ. 8) επιτυγχάνει απόλυτα «τον διάλογο με τον κοινωνικό περίγυρο», που επιδιώκει και η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, με απώτερο στόχο μια ώριμη και γενικά αποδεκτή συνολική νομοθετική ρύθμιση.

Ηθική και Δίκαιο

Η σχέση βιοηθικής και βιοδικαίου απασχολεί ιδιαίτερα τον κ. Κουμάντο. Εύστοχα οριοθετεί τον χώρο της Ηθικής, που χαρακτηρίζεται από αυτονομία και τον χώρο του Δικαίου που διακρίνεται για την ετερονομία και τον εξαναγκαστικό χαρακτήρα των κανόνων του και επισημαίνει την εγγενή τους αλληλόδραση. Είναι ακριβώς η ελεύθερη ηθική επιλογή του κάθε υποκειμένου με κριτήρια κατ’ ανάγκην υποκειμενικά, η ρευστότητα δηλαδή των ηθικών κανόνων, που κάνει άμεσα επιτακτικό το αίτημα για σαφείς κανόνες δικαίου με καθολική ισχύ. H μετάβαση, όμως, από τις ηθικές αρχές στους κανόνες δικαίου προϋποθέτει ωρίμαση των ηθικών συνειδήσεων των πολιτών, και αποκρυστάλλωση στην κοινωνική συνείδηση συγκεκριμένων ηθικών λύσεων που θα μπορούν να αποτελέσουν βάση για νομικούς κανόνες σ’ αυτά τα θέματα. H διαπίστωση αυτή αποτελεί ουσιαστική συμβολή του συγγραφέα, ο οποίος σημειώνει ότι οποιαδήποτε ασάφεια στην κοινωνική συνείδηση περιορίζει τις δυνατότητες των νομοθετικών ρυθμίσεων.

Θεωρώντας τα προβλήματα της Ηθικής «από τη φύση τους γλιστερά και, κατά τούτο, επικίνδυνα» (σελ. 12), με δεδομένη μάλιστα την ανάπτυξη της σύγχρονης βιολογίας, επισημαίνει ο συγγραφέας το επισφαλές και ευάλωτο των βιαστικών ρυθμίσεων των προβλημάτων της βιοηθικής, εφόσον η εκάστοτε προσπάθεια επίλυσής τους αποσυντονίζεται από τις νέες επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες που διαμορφώνουν νέα δεδομένα και συνακόλουθα καινούργια ηθικά διλήμματα που απαιτούν νέες ρυθμίσεις. Τα εμπλεκόμενα ακόμη οικονομικά συμφέροντα προβάλλουν ισχυρή αντίσταση σε μια γνήσια ηθική αποτίμηση των επιστημονικών εξελίξεων, ενώ η εμπλοκή της μεταφυσικής σε ζητήματα που αφορούν τη ζωή και τον θάνατο προσδίδει έναν υποκειμενικό χαρακτήρα στην προσπέλαση των ζητημάτων αυτών. Από την άλλη πλευρά, η αναλογική εφαρμογή των κανόνων δικαίου που ήδη ισχύουν για τα νέα προβλήματα της βιοηθικής δεν είναι εύκολη υπόθεση, γιατί τα πράγματα είναι εδώ πιο περίπλοκα με την παρέμβαση μεταφυσικών πεποιθήσεων, σχετικά με τη φύση και την ουσία της ανθρώπινης ζωής που προϋποθέτουν ή επιβάλλουν ερμηνεία ή και αναθεώρηση ισχυόντων κανόνων δικαίου. Επιπλέον, είναι αναπόφευκτο οι σχετικές ρυθμίσεις να διακρίνονται για την αποσπασματικότητά τους, εφόσον η «ταχύρρυθμη εξέλιξη» της επιστημονικής έρευνας απαιτεί νέα χρονικά περιθώρια για την επίλυση των εκάστοτε νέων διλημμάτων.

Οι γκρίζες ζώνες της ζωής

Τα προβλήματα της βιοηθικής που αντιμετωπίζει ο κ. Κουμάντος, εν όψει κυρίως περιπτώσεων ασάφειας της ισχύουσας νομοθεσίας, αφορούν στις «γκρίζες ζώνες της ζωής» με σημαντικό πάντα το ερώτημα πότε αρχίζει η ανθρώπινη ζωή και πότε μπορεί να θεωρηθεί το ανθρώπινο ον πρόσωπο, στην απόκτηση και διαχείριση των γενετικών δεδομένων, στη νομιμοποίηση της χρήσης της γενετικής μεθόδου ως μέσου για τη διαπίστωση της ταυτότητας ύποπτων εγκληματιών και στη στοιχειοθέτηση ή μη του αμφιλεγόμενου «δικαιώματος στην άγνοια», δικαιώματος, δηλαδή, μη ενημέρωσης ενός μελλοντικού ασθενούς σε περίπτωση πρόβλεψης μη αναστρεψιμότητας της κατάστασής του, στην εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος στις περιπτώσεις μεταμόσχευσης ή παροχής ανανεώσιμων στοιχείων, στις πηγές χρηματοδότησης της έρευνας, στην περιφρούρηση της προσωπικής ελευθερίας απέναντι στον κρατικό υπερπροστατευτισμό, στην κατοχύρωση ή μη με διπλώματα ευρεσιτεχνίας γενετικών πληροφοριών ή μεθόδων, με ρευστά στην περίπτωση της γενετικής τα όρια μεταξύ επινόησης και ανακάλυψης, στην αντιδιαστολή ανάμεσα στην αναπαραγωγική και τη θεραπευτική κλωνοποίηση με απόρριψη της πρώτης και συνετή αποδοχή της δεύτερης, καθώς και αξιοποίηση για θεραπευτικούς σκοπούς συμβατών με τον δότη βλαστοκυττάρων, στο εξαιρετικά καίριο και με πολλές παλινωδίες συνεχώς επανερχόμενο πρόβλημα των μεταλλαγμένων οργανισμών κ.λπ., κ.λπ. Κατά την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών ο κ. Κουμάντος δεν συμφωνεί με τη «δαιμονοποίηση» των νέων δυνατοτήτων και ζητεί τις λύσεις «στην κατεύθυνση ενός πλουραλισμού» ως «του ασφαλέστερου γνωρίσματος της δημοκρατίας» και «στην αναζήτηση χρυσών τομών».

Οι θεμελιώδεις αρχές

Θεμελιώδεις αρχές για την κριτική του των εναλλακτικών προσεγγίσεων και τη δικαίωση των προτάσεών του φαίνεται να θεωρεί ο συγγραφέας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και αυτονομία, αλλά και τον σεβασμό της κοινωνικής συνείδησης στο πλαίσιο μιας εγκόσμιας ηθικής και σε αυτήν τη βάση να αποδέχεται την κάλυψη των νέων κοινωνικών αναγκών με ηθικά και κοινωνικά αποδεκτούς κανόνες. Είναι χαρακτηριστική η θέση του σχετικά με τους κανόνες δικαίου: «Οι κανόνες του δικαίου δεν έγιναν για να λύνουν μεταφυσικά προβλήματα… δεν είναι ανάγκη να ξεκινούν από νομικές έννοιες ή νομικούς χαρακτηρισμούς… αρκεί να στηρίζονται στη διαπίστωση κάποιων κοινωνικών αναγκών και να θέτουν κάποιους κοινωνικά παραδεκτούς σκοπούς και τα μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών αυτών» (σελ. 85). Και είναι πολύ χρήσιμη η προσπάθειά του για την αποσαφήνιση όρων και εννοιών, που κρίνονται αναγκαίες για μια τεκμηριωμένη ηθική τοποθέτηση, κυρίως αναφορικά με τις απαρχές της ζωής, γιατί βρίσκει κατ’ ανάγκην συμβατική αν όχι αυθαίρετη τη θεώρηση από τον νομοθέτη της στιγμής της γέννησης ως γένεσης του προσώπου, φορέα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (σελ. 36).

Στα σύντομα αυτά δοκίμια κατορθώνει ο κ. Κουμάντος να επισημάνει και να συζητήσει τα σπουδαιότερα προβλήματα της βιοηθικής με εύληπτο αλλά και συστηματικό τρόπο, εξοικειώνοντας τον αναγνώστη με την ορολογία και τον επιστημονικό προβληματισμό και ευαισθητοποιώντας τον ηθικά και κοινωνικά. Το βιβλίο αυτό αποτελεί σημαντική συμβολή στην ελληνική βιβλιογραφία και έναυσμα για περαιτέρω διερεύνηση των κρίσιμων για την ανθρώπινη ζωή και την ποιότητά της ζητημάτων που προκύπτουν από την αλματώδη πρόοδο της βιοτεχνολογίας. Μπορεί ακόμη να αποτελέσει αφετηρία για την επίτευξη κάποιας ομοφωνίας πάνω σε γενικές ή και καθολικές αρχές που μπορεί να ανοίξει τον δρόμο σε μια κοινωνική ηθική της «επικαλύπτουσας συναίνεσης» με διυποκειμενικό χαρακτήρα ως αντίβαρο στον ηθικό σκεπτικισμό και σχετικισμό, που αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες τόσο της λειτουργίας της βιοηθικής όσο και μιας γενικά αποδεκτής νομοθετικής ρύθμισης των καινοτόμων επιτευγμάτων της βιοϊατρικής και της βιοτεχνολογίας.

(1) H κ. Κατερίνα Μαρκεζίνη είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας, ειδική επιστήμων στη Βιοηθική.