ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ληστρική η εκμετάλλευση των υδάτων

Η Ελλάδα είναι χώρα πλούσια σε νερά. Πολύ συχνά όμως εμφανίζονται οξύτατα προβλήματα, τόσο επάρκειας όσο και ποιότητας. Για τη διαρκή μείωση και την κατά καιρούς έλλειψη δεν ευθύνεται η φύση, αλλά η ληστρική συμπεριφορά του ανθρώπου. Απέναντι σε αυτήν την καταστροφική πρακτική της υπεράντλησης και αλόγιστης χρήσης των υδάτων η πολιτεία αδυνατεί να προστατεύσει το υπερπολύτιμο αγαθό. Ο λόγος είναι απλός: δεν διαθέτει εθνική πολιτική για τους υδάτινους πόρους, ούτε βέβαια έχει προχωρήσει σε στρατηγικούς σχεδιασμούς, μολονότι οι επιστήμονες το διακηρύσσουν ως αναγκαιότητα, σε όλους τους τόνους. Ενας εξ αυτών, ο ομότιμος καθηγητής Υδραυλικής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, εμπειρογνώμων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών επί θεμάτων διαχείρισης υδατικών πόρων και πρόεδρος της Επιτροπής Προβλημάτων Υδατος της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη του ΟΗΕ κ. Παναγιώτης Καρακατσούλης, μιλώντας στην «Κ» θίγει τον πυρήνα του προβλήματος. «Η χώρα μας δεν είναι φτωχή ούτε σε επιφανειακά ούτε σε υπόγεια, νερά, είναι φτωχή στην πολιτική διαχείρισης και σωστής αξιοποίησής τους», λέει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων.

Λάθος ο σχεδιασμός των αρδευτικών έργων

– Ποια εικόνα παρουσιάζει ο υδατικός πλούτος της χώρας μας σε επιφανειακά και υπόγεια νερά; Μειώνεται διαρκώς, όπως λέτε εσείς οι επιστήμονες, ή μήπως κινδυνολογείτε λιγάκι; Και αν «ναι» η μείωση οφείλεται σε φυσικά φαινόμενα, είναι αποτέλεσμα χρήσης του νερού από τον άνθρωπο ή και τα δύο μαζί;

– Η χώρα μας, συνολικά εξεταζόμενη, αν εξαιρέσουμε τα νησιά του Αιγαίου και την Ανατολική Κρήτη, δεν είναι πτωχή σε νερά ούτε σε επιφανειακά ούτε σε υπόγεια. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η γεωγραφική κατανομή των βροχοπτώσεων είναι άνιση ενώ το τεχνικο-οικονομικό εκμεταλλεύσιμο υπόγειο υδατικό δυναμικό είναι, εν πολλοίς, αδιερεύνητο. Κατά συνέπεια ο όρος «μείωση των υδατικών πόρων», καίτοι διανύσαμε μία περίοδο ξηρών ετών στον χώρο της ΝΑ Ευρώπης, με αποκορύφωμα την παρατηρηθείσα λειψυδρία που ανησύχησε έντονα την πόλη των Αθηνών, θα ήταν λίγο ριψοκίνδυνο να χρησιμοποιηθεί. Αφορά φυσικά φαινόμενα των οποίων τους κύκλους δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με τη δέουσα αξιοπιστία. Αντιθέτως, θα μπορούσαμε άνετα να αναφέρουμε τις ανθρώπινες δραστηριότητες ως βασική αιτία που καθιστά μεγάλες ποσότητες νερού ακατάλληλες για χρήση (χωρίς κατ’ ανάγκην μείωση του όγκου αυτού), που σπαταλά αλόγιστα το νερό (κυρίως στις αρδεύσεις) ή τέλος, που καθιστά υφάλμυρα, πολύτιμα κοιτάσματα υπογείων υδάτων λόγω ληστρικής υπεράντλησης αυτών. Συνδυασμός φύσης και ανθρώπου θα μπορούσε να λεχθεί, κυρίως, για τα νησιά του Αιγαίου και της Ανατολικής Κρήτης καθώς και στην πεδιάδα της Θεσσαλίας.

Συμπερασματικά θα έλεγα ότι νερά η φύση μάς δίνει και εναπόκειται στην πολιτεία να προγραμματίσει σωστά τα κατάλληλα έργα, μονοσήμαντα ή πολλαπλού σκοπού, για την υδρομάστευση των επιφανειακών υδάτων καθώς και ένα συστηματικό πρόγραμμα υδρογεωλογικών ερευνών, θεσπίζοντας συγχρόνως τους κανόνες.

Κλιμακωτό τιμολόγιο

– Αποτελεί κατά τη γνώμη σας μέτρο περιορισμού της σπατάλης η μεγάλη αύξηση της τιμής όταν η κατανάλωση ξεπεράσει ένα όριο, όπως λένε πολλοί;

– Ασφαλώς ναι, αφού πρώτα περιορίσουμε σε τιμή κόστους το νερό για οικιακές ανάγκες, στις οποίες, φυσικά, δεν συγκαταλέγονται οι πισίνες… Πέραν αυτών των ποσοτήτων, μια «τσουχτερή» κλιμακωτή αύξηση της τιμής του νερού συναρτήσει της χρήσης και της καταναλισκόμενης ποσότητας θα δώσει θετικά αποτελέσματα. Ασφαλώς, παράλληλα, χρειάζεται με όλα τα μέσα η ευαισθητοποίηση των χρηστών για σεβασμό και προστασία αυτού του αγαθού, που προ πολλού έπαψε να είναι αγαθό εν επαρκεία. Η αποφυγή της σπατάλης πόσιμου νερού πρέπει να επιδιώκεται παντού και πάντοτε κυρίως σε δημόσιους χώρους (κτίρια, στρατώνες, σχολεία) όπου το νερό δεν πληρώνεται άμεσα απ’ αυτόν που το σπαταλά.

Η εξοικονόμηση όμως μεγάλων ποσοτήτων νερού μπορεί να προκύψει από την καταπολέμηση της σπατάλης στα αρδευτικά δίκτυα της χώρας όπου ο κανόνας είναι η πληρωμή κατά στρέμμα και όχι κατ’ όγκο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την προσπάθεια δημιουργίας βιώσιμων γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

– Κάποιοι, και δεν είναι λίγοι, θεωρούν λύση την αντικατάσταση των υδροβόρων γεωργικών καλλιεργειών με άλλες που χρειάζονται λιγότερο νερό. Είναι αυτό που πρέπει να γίνει σε περιοχές, όπως π.χ. η Θεσσαλία, όπου η σπατάλη αποτελεί μόνιμη πρακτική στον κάμπο;

– Το πρόβλημα δεν μπορεί να εστιασθεί στην αναζήτηση καλλιεργειών με λιγότερες απαιτήσεις σε νερό, όταν βρισκόμαστε μέσα στη δίνη της εξουθενωτικής για τα γεωργικά μας προϊόντα διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Αντιθέτως, η επιδίωξή μας πρέπει να εστιασθεί στην ενδεδειγμένη αναδιάρθρωση των καλλιεργειών με παράλληλο εκσυγχρονισμό των αρδευτικών δικτύων και απαράβατο κανόνα την επιδίωξη αξιοποίησης του αρδευτικού νερού και του εγκατεστημένου εξοπλισμού πάνω από το 80%. Σήμερα κατά μέσον όρο αρδεύεται το 60-65% της έκτασης που είναι εφοδιασμένη με αρδευτικό εξοπλισμό και το πρόβλημα που τίθεται «απλά» είναι: Πώς μπορεί να αναμένει κανείς βιώσιμη – αρδευόμενη ελληνική γεωργία όταν θα επιβαρύνεται και με τις αποσβέσεις μη αξιοποιήσιμου αρδευτικού εξοπλισμού;

Ας μη γελιόμαστε, η καρδιά της βιώσιμης γεωργίας της χώρας μας πρέπει να είναι τα καλά και αποδοτικά αρδευτικά της έργα και κάθε αδράνεια ή ολιγωρία στην αντιμετώπιση των προβλημάτων τους συνεπάγεται καταστροφικές συνέπειες γι’ αυτήν και την εθνική μας οικονομία γενικότερα.

Μέχρι σήμερα, δυστυχώς, πολλοί με τον όρο «εκσυγχρονισμός των αρδευτικών έργων» αντιλαμβάνονται την ανάγκη κάλυψης των εκτάσεων των αρδευτικών δικτύων με σύγχρονο εξοπλισμό παραβλέποντας (οι εργολάβοι προφανώς από συμφέρον) το γεγονός ότι το 35 – 40% αυτών δεν θα αρδευτούν. Ετσι λοιπόν αβίαστα μπορούμε να πούμε προς κάθε κατεύθυνση ότι επανακατασκευή των παλαιών αρδευτικών δικτύων με σύγχρονο εξοπλισμό και κάλυψη του 100% των αρχικών εκτάσεων σημαίνει ευθέως διασπάθιση του δημοσίου χρήματος.

Με την ευκαιρία θα πρέπει να σας αναφέρω ότι η Ε.Ε. είχε κτυπήσει το καμπανάκι προ του 1985, ότι κάποτε θα σταματούσε τις επιδοτήσεις και θα χρηματοδοτούσε μόνο βιώσιμες γεωργικές εκμεταλλεύσεις και για να ενθαρρύνει τις χώρες προς αυτήν την κατεύθυνση κατήρτισε ειδικό πρόγραμμα διαρκείας πέντε ετών (1985-1990). Ετυχε στον υποφαινόμενο να του ανατεθεί η σύνταξη Εκθεσης Προόδου περί τα τέλη του 1987. Δυστυχώς η διαπίστωση ήταν ότι κανένας από τους τεθέντες στόχους δεν ήταν διψήφιο ποσοστό επί τοις εκατό. Δηλαδή το τρένο πέρασε και ενώ σφύριζε εκκωφαντικά εμείς δεν το ακούσαμε.

Διασπορά αρμοδιοτήτων

– Υπάρχει σήμερα πολιτική διαχείρισης του νερού και αν όχι ποια πρέπει να είναι τα βασικά συστατικά της;

– Δυστυχώς η απάντηση είναι «όχι». Είναι «όχι», γιατί η χάραξη εθνικής υδατικής πολιτικής προϋποθέτει την ύπαρξη ενδεδειγμένου εθνικού φορέα, ο οποίος να την εισηγείται στην εκάστοτε κυβέρνηση της χώρας και να είναι σε θέση να την εφαρμόζει με αντικειμενικότητα και, κυρίως, με αποτελεσματικότητα. Τα ανωτέρω σημαίνουν φορέα κοινής συναίνεσης και αποδοχής, ο οποίος για να είναι «αντικειμενικός» δεν πρέπει ούτε να καταναλίσκει ούτε να χρησιμοποιεί ούτε να ρυπαίνει το νερό, ώστε να μην καταστεί ταυτόχρονα «ελέγχων και ελεγχόμενος». Και για να είναι «αποτελεσματικός» πρέπει να ανήκει σε υπουργείο που να έχει την ευθύνη ή την αρμοδιότητα της κατάρτισης των προγραμμάτων οικονομικής ανάπτυξης της χώρας αλλά, κυρίως, την ευθύνη διαχείρισης των κονδυλίων των δημοσίων επενδύσεων και της Ε.Ε.

Φορέας με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά δεν υπάρχει στη χώρα μας σήμερα, ενώ οι αρμοδιότητες για τα νερά είναι, όπως γνωρίζετε, διασπαρμένες σε πολλά υπουργεία και οργανισμούς, κάπου δέκα τον αριθμό, χωρίς καν να υπάρχει ένα αποτελεσματικό συντονιστικό διυπουργικό όργανο για τον συντονισμό των δράσεων των συναρμόδιων φορέων, την αποφυγή των επικαλύψεων και την κάλυψη των κενών. Η συσταθείσα διυπουργική επιτροπή (Ν.1739/87), για πολλούς λόγους, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Αυτός ο εθνικός φορέας διαχείρισης των υδατικών πόρων έπρεπε να είχε από δεκαετιών συσταθεί. Και μόνη η ανάγκη χάραξης εθνικής υδατικής πολιτικής δικαιολογεί τη σύστασή του. Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χώρα μας πρέπει να αντιμετωπίζει με κατάλληλη πολιτική, στρατηγική και τακτική τα διασυνοριακά ποσοτικά και ποιοτικά υδατικά προβλήματα του Εβρου, του Νέστου, του Στρυμόνα, του Αξιού, του Αώου και των λιμνών Δοϊράνης και Πρεσπών.

Από το 1976 έως το 1982 λειτούργησε στο τότε υπουργείο Εθνικής Οικονομίας η Διυπουργική Συντονιστική Επιτροπή Ανάπτυξης και Διαχείρισης των Υδατικών Πόρων, με λαμπρά αποτελέσματα. Δυστυχώς το ΠΑΣΟΚ, αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση της χώρας, την κατήργησε. Ως προς τα βασικά συστατικά μιας ολοκληρωμένης διαχείρισης των υδατικών πόρων θα σας αναφέρω τον ορισμό που υιοθέτησε η Επιτροπή Προβλημάτων Υδατος της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη του ΟΗΕ: Ετσι, λοιπόν, με τον όρο αυτό νοείται το σύνολο των μέσων και των μέτρων (θεσμικών, τεχνικών, οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών) που στοχεύουν στην ικανοποίηση των σημερινών αναγκών σε νερό (ποσοτικά και ποιοτικά), τη μέριμνα διατήρησής τους για την ικανοποίηση των αναγκών των μελλοντικών γενεών, την προστασία του περιβάλλοντος και την ισορροπία των υδατικών και γενικότερα των φυσικών οικοσυστημάτων.

Ανεπαρκής η διασυνοριακή συνεργασία

– Πολλοί υδάτινοι πόροι μας, ζωτικής σημασίας για την οικονομία και το φυσικό περιβάλλον της χώρας, όπως οι ποταμοί Εβρος, Νέστος, Στρυμόνας, Αξιός, οι λίμνες Δοϊράνη και Πρέσπες ανήκουν στην κατηγορία των διασυνοριακών. Δεδομένου ότι η κατάστασή τους εξαρτάται εν πολλοίς από γειτονικές χώρες, πώς διασφαλίζει σήμερα η Ελλάδα την ποσότητα και την ποιότητα των νερών που περνούν τα σύνορά της; Ποια κατάσταση επικρατεί ακριβώς σε αυτές τις λίμνες και τα ποτάμια;

– Για το θέμα αυτό θα μπορούσα να αναφέρω πάρα πολλά γιατί υπήρξα για μία 20ετία ο επικεφαλής της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για όλες τις διαπραγματεύσεις, κυρίως με τη Βουλγαρία (Εβρος, Αρδας, Ερυθροπόταμος, Νέστος, Στρυμόνας).

Επιγραμματικά σημειώνω ότι εκτός από τη συμφωνία του 1964 για τον Αρδα που η Βουλγαρία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει νερό για άρδευση για 60 χρόνια και τη συμφωνία του 1995 βάσει της οποίας η Σόφια δεσμεύτηκε να παρέχει για 35 χρόνια στην Ελλάδα δικαίωμα χρήσης του 29% της σχηματιζόμενης φυσικής αντιρροής στο βουλγαρικό έδαφος, δεν υπάρχει καμία άλλη συμφωνία υποχρεωτικού χαρακτήρα μεταξύ των δύο χωρών. Πρωτόκολλα συνεργασίας για διάφορα ποιοτικά προβλήματα έχουν υπάρξει αρκετά (ρύπανση, πλημμύρες) κατά καιρούς.

Για τον Αξιό υπήρχε η συμφωνία του 1971, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επιτυχής. Με τη FYROM, εξ όσων γνωρίζω, γίνονται συναντήσεις όπως και με την Αλβανία, αλλά χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα (Δοϊράνη, Πρέσπες, Αώος).

Το μόνο κείμενο που δεσμεύει και τις τρεις ανωτέρω γειτονικές χώρες είναι η Διεθνής Σύμβαση της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη του ΟΗΕ που αφορά τη χρήση και προστασία των υδάτων των διασυνοριακών ποταμών και των διεθνών λιμνών (Ελσίνκι, 1992), η οποία και είναι αποκλειστική επιτυχία του υπουργείου Εξωτερικών, δεδομένου ότι καθ’ όλη την τριετή διάρκεια των διαπραγματεύσεων την τεχνική στήριξη είχε αναλάβει ο υποφαινόμενος και τη νομική η ειδική νομική υπηρεσία του ΥΠΕΞ. Κανένα άλλο υπουργείο, παρά τις οχλήσεις από το ΥΠΕΞ, δεν έλαβε μέρος. Δυστυχώς, αυτή η Διεθνής Σύμβαση που δεσμεύει τις γειτονικές μας χώρες που την κύρωσαν με νόμο, πλην της Τουρκίας, η οποία ούτε καν την υπέγραψε, τα αρμόδια εκτελεστικά υπουργεία αφήνουν ανεκμετάλλευτη αν και οι περισσότεροι την αγνοούν(!), καίτοι πέρασε από το ελληνικό Κοινοβούλιο.

Οι προσπάθειες της χώρας μας εξαντλούνται στη συνεργασία που προβλέπει η οδηγία 60/2000 της Ε.Ε., εν όψει της ένταξης (πότε όμως;) αυτών των χωρών στην Ε.Ε.

Καμπανάκι για πλημμύρες

– Πόσο οι διακρατικές συμφωνίες, με όσες χώρες υπάρχουν, κατοχυρώνουν μελλοντικά την ελληνική πλευρά, δεδομένου ότι οι βόρειοι γείτονες σε λίγα χρόνια θα είναι σε θέση να αξιοποιούν για τις δικές τους ανάγκες πολύ μεγαλύτερες ποσότητες νερών;

– Δεν γνωρίζω αν και κατά πόσο η ένταξη των γειτονικών μας χωρών στην Ε.Ε. θα τις υποχρεώσει στη χωρίς σύνορα ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτων των διασυνοριακών ποταμών και λιμνών. Μελέτες από κοινού θα γίνονται, αλλά δεν μπορώ να ριψοκινδυνεύσω ότι οι χώρες αυτές θα παραχωρήσουν κάτι παραπάνω από δικαίωμα χρήσης κάποιων ποσοτήτων ύδατος από τη χώρα μας, πέραν εκείνων που απαιτεί η οικολογική ισορροπία του υδατοσυστήματος.

Πέραν όμως των ποσοτικών διεκδικήσεών μας δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε την ανάγκη συνεργασίας για τη μείωση της ρύπανσης και για την έγκαιρη προειδοποίηση και αντιμετώπιση των πλημμυρών. Ο Εβρος χτύπησε εφέτος δύο φορές το καμπανάκι και ο Στρυμόνας είναι επίσης πολύ επικίνδυνος για την πεδιάδα των Σερρών, δεδομένου ότι η λίμνη της Κερκίνης έχει ξεπεράσει τα όρια της ρυθμιστικής της ικανότητος, ιδιαίτερα την περίοδο Μαΐου – Αυγούστου που είναι γεμάτη για αρδευτικούς λόγους και αν δεν θρηνήσαμε καταστροφές ας πούμε ότι το οφείλουμε στην προστασία του καλού Θεού.

– Συμμερίζεστε την πρόβλεψη ότι μελλοντικά οι πόλεμοι στον πλανήτη θα γίνονται για το νερό;

– Συμμερίζομαι την άποψη και θα πρέπει να λεχθεί ότι τα τελευταία χρόνια η προσοχή μας είχε επικεντρωθεί στα προβλήματα των υδάτων του Τίγρη και του Ευφράτη (Ιράκ, Συρία, Τουρκία) ή στην περιοχή μεταξύ Συρίας, Λιβάνου, Ιορδανίας, Παλαιστίνης και Ισραήλ. Μετά την επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ και την αποδυνάμωση της Συρίας, ο κίνδυνος απομακρύνθηκε.

Πάντως, καίτοι συμμερίζομαι την άποψη, πιστεύω ότι άλλοι λόγοι θα προλάβουν να αποτελέσουν την αιτία ενός νέου παγκοσμίου πολέμου και έτσι τα νερά, ως αιτία πολέμου, μετατίθενται στο απώτερο μέλλον.