ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Στη Σόφια προτιμούν τα Ελληνικά

Στον τρίτο όροφο του Πανεπιστημίου της Σόφιας, μέσα σε μια ψηλοτάβανη αίθουσα που μυρίζει φρεσκοβαμμένο ξύλο, μια ομάδα Βούλγαρων φοιτητών διαβάζουν από το πρωτότυπο Ελληνες λογοτέχνες και ποιητές, μαθαίνουν την ελληνική ιστορία, αναλύουν την ετυμολογία των ελληνικών λέξεων, σχεδόν με την ίδια ευκολία που χειρίζονται τη μητρική τους γλώσσα. H Ελένα, η Πέτια, η Μόνικα, η Ραντοστίνα, η Βέσελα και η Ροσίτσα, οι δευτεροετείς φοιτήτριες που βρίσκονται κατά την επίσκεψή μας στην αίθουσα, όπως και οι υπόλοιποι συμφοιτητές τους χρειάστηκε πέρυσι να ανταγωνιστούν 2.500 συμπατριώτες τους για να κατακτήσουν μία από τις μόλις 25 θέσεις του πρώτου έτους του τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Σόφιας στη Βουλγαρία.

Η «ελληνική» σχολή βρίσκεται ανάμεσα στις τρεις δημοφιλέστερες ξένες φιλολογίες του Πανεπιστημίου, με αποτέλεσμα οι βάσεις εισαγωγής να γίνονται κάθε χρόνο ολοένα και υψηλότερες. Οι αριστούχοι φοιτητές, μάλιστα, βραβεύονται κάθε χρόνο από την ελληνική πρεσβεία και γίνονται ανάρπαστοι στην αγορά εργασίας. «Σήμερα στη Βουλγαρία διδάσκουν νέα ελληνικά πέντε κρατικά και ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο, στο πλαίσιο τμημάτων ελληνικής φιλολογίας, βαλκανιολογίας κ.ά.», εξηγεί στην «K» η κ. Στόινα Πορομάνσκα, «ψυχή» των ελληνιστών της Βουλγαρίας, καθηγήτρια ελληνικής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο, πρόεδρος της Εταιρείας Νεοελληνιστών Βουλγαρίας «Κωστής Παλαμάς» και πολλάκις βραβευμένη για το έργο της.

«Το τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Σόφιας «Αγιος Κλήμης της Αχρίδας» ανήκει στην έδρα της Κλασικής Φιλολογίας και ιδρύθηκε το 1992. Εχει 25 – 30 φοιτητές κάθε έτος και… 2.500 – 2.600 υποψηφίους ετησίως. Το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει περισσότερες από 1.500 ώρες πρακτικής εκμάθησης ελληνικών και ξεκινά ουσιαστικά από το μηδέν, με ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα 120 διδακτικών ωρών σε διάστημα ενός μήνα! Στο τμήμα επίσης διδάσκονται μαθήματα αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και λογοτεχνίας, ανάλυση αρχαίων ελληνικών και βυζαντινών κειμένων, μαθήματα γενικής γλωσσολογίας, θεωρητικής γραμματικής, νεοελληνικής διαλεκτολογίας, θεωρίας της λογοτεχνίας, θεωρίας της μετάφρασης, μαθήματα ιστορίας κ.ά.».

Γιατί τα μαθαίνουν

Καθώς ολόκληρος ο πλανήτης αποδέχεται την πλήρη κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας, η αυξανόμενη δημοτικότητα των ελληνικών στη Βουλγαρία δείχνει εκ πρώτης όψεως παράξενη. «Είναι αλήθεια ότι τα ελληνικά θεωρούνται μία από τις πλέον ανερχόμενες ξένες γλώσσες στη Βουλγαρία. Το κύριο ενδιαφέρον των νέων οφείλεται βέβαια στην οικονομική διείσδυση της Ελλάδας στη χώρα μας. Ας μην ξεχνάμε ότι φιλοξενούμε περισσότερες από 1.500 ελληνικές επιχειρήσεις, ενώ σε ορισμένους τομείς, όπως στον τραπεζικό, οι ελληνικές επιχειρήσεις κυριαρχούν. Βέβαια, αυτή η έκρηξη του ενδιαφέροντος για τα ελληνικά γρήγορα θα έρθει σε μια ισορροπία. Προς το παρόν, όμως, τα καλά ελληνικά είναι περιζήτητα. Κανένας φοιτητής μας δεν μένει άνεργος».

Στο ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα «Νέο Βουλγαρικό Πανεπιστήμιο» (NBU) (όπου επίσης διδάσκονται ελληνικά) μάς δίνεται η πρώτη ευκαιρία να θέσουμε και σε φοιτητές την κύρια απορία του ταξιδιού μας: Γιατί ένας νέος Βούλγαρος θέλει να μάθει ελληνικά; Κάθε απάντηση αποκαλύπτει και μια διαφορετική περίπτωση. «Εχω μείνει στην Ελλάδα 8 χρόνια, στο Περιστέρι. Δεν βελτιώνω όμως τα ελληνικά μου με σκοπό να επιστρέψω, θέλω να τα χρησιμοποιήσω εδώ», λέει ο Στάνισλαφ. «Εγώ ήθελα να μάθω μια σπάνια γλώσσα, ήταν μια απόφαση της στιγμής», λέει η Τσβέτα. «Τελικά πήγα και στη Θεσσαλονίκη για ένα εξάμηνο σπουδών και κατέληξα να μείνω εκεί… δυόμισι χρόνια». Η Ιλιάνα πάλι έχει διαφορετικά κίνητρα. «Τελείωσα κλασικό λύκειο, όπου έμαθα αρχαία ελληνικά. Από τότε είχα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γλώσσα και την εξέλιξή της». «Είναι διαφορετική από τις άλλες γλώσσες και πολύ πιο δύσκολη», συμπληρώνει η Σόνια. «Εγώ ήθελα να σπουδάσω στην Ελλάδα, επειδή η μητέρα μου μένει εκεί, είναι παντρεμένη με Ελληνα. Τελικά δεν τα κατάφερα και αποφάσισα να σπουδάσω ελληνικά εδώ και να συνεχίσω για μεταπτυχιακά στην Ελλάδα», λέει η Ελλη. Και τελευταία η Ντιάνα, μας δίνει την πιο αναπάντεχη απάντηση: «Εχω ελληνικές ρίζες, είμαι Σαρακατσάνα. Ηξερα λίγα ελληνικά από τη γιαγιά μου και ήθελα να μάθω περισσότερα για τις ρίζες μου».

«Με χρειάζεται η Πειραιώς»

Μια ημέρα αργότερα περνάμε τη μεγάλη πύλη του ιστορικού κτιρίου του Πανεπιστημίου της Σόφιας, με συνοδό τη βοηθό καθηγητή κ. Μιλένα Μιλένοβα. Και η ερώτηση επανέρχεται, αυτή τη φορά στα φοιτητικά έδρανα του τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας. «Ομολογώ ότι παλαιότερα ήθελα να σπουδάσω στις ΗΠΑ, αλλά δεν είχα την οικονομική δυνατότητα», λέει η Πέτια. «Τα ελληνικά ήρθαν κάπως τυχαία και πλέον έχω αποφασίσει να μείνω μόνιμα στη Βουλγαρία. Εξάλλου η Τράπεζα Πειραιώς με χρειάζεται, έστω κι αν δεν το γνωρίζει ακόμα», προσθέτει και η τάξη γελά. (Σ.Σ. η Τράπεζα Πειραιώς είναι μία από τις πολλές ελληνικές τράπεζες που δραστηριοποιούνται και στη Βουλγαρία.) «Τα ελληνικά είναι πολύ γοητευτική γλώσσα. Φοβάμαι όμως για την επαγγελματική μας αποκατάσταση, καθώς τα πανεπιστήμια δεν βρίσκονται τόσο κοντά στις ανάγκες της αγοράς», παρεμβαίνει η Ελένα. «Εγώ πάλι πιστεύω ότι το μέλλον της Βουλγαρίας είναι στον τουρισμό και οι Ελληνες, λόγω απόστασης, θα μπορούσαν να γίνουν οι καλύτεροι επισκέπτες μας», συμπληρώνει η Μόνικα. «Οχι μόνο για το… Σαντάνσκι» (σ.σ. χωριό στη νότια Βουλγαρία με πάμφθηνα είδη, όπου ψωνίζουν κάθε Σαββατοκύριακο χιλιάδες Βορειοελλαδίτες).

«Η εργασιακή αποκατάσταση είναι σίγουρα ένα σημαντικό κίνητρο για να μάθεις ελληνικά», προσθέτει η κ. Μιλένοβα. «Ωστόσο, δεν είναι το μόνο. Ο ελληνικός πολιτισμός, η πολιτιστική συγγένεια των δύο λαών και η κοινή βαλκανική μας ταυτότητα είναι σημαντικά για πολλούς από τους φοιτητές μας».

Υπάρχει εκμετάλλευση

Τα περισσότερα από τα παιδιά του NBU έχουν επισκεφθεί την Ελλάδα και ήταν λαλίστατα για τις εμπειρίες τους. «Οι Ελληνες μοιάζουν πολύ με τους Βούλγαρους· είναι ζεστός και φιλικός λαός», συμφωνούν η Ελλη, η Ιλιάνα και η Ντιάνα. «Αλλά, για να είμαστε ειλικρινείς, ο μέσος Βούλγαρος δεν έχει πολύ καλή άποψη για τον Ελληνα. Για μένα, αιτία είναι η νοοτροπία πολλών Ελλήνων επιχειρηματιών», λέει η Τσβέτα. «Ορισμένοι έρχονται στη Βουλγαρία και νομίζουν ότι θα βρουν φθηνό εργατικό δυναμικό. Εμείς πάλι πιστεύαμε ότι αν δουλεύαμε στον Ελληνα, που προέρχεται από χώρα της E.E., θα παίρναμε καλύτερο μισθό. Στην πραγματικότητα, όμως, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται τους εργαζομένους τους. Από την άλλη πλευρά, επειδή έχω ζήσει στην Ελλάδα, ξέρω ότι και η πλειονότητα των Ελλήνων δεν έχει καλή εικόνα για τους Βούλγαρους. Κι αυτό γιατί οι περισσότεροι που πήγαν μετανάστες στην Ελλάδα είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου». Την ίδια άποψη επιβεβαιώνουν και οι φοιτήτριες του Πανεπιστημίου της Σόφιας. «Αν μετανάστευα στην Ελλάδα, το πιθανότερο θα ήταν να καθάριζα σπίτια», λέει η Ραντοστίνα. «Φοβάμαι ότι αυτή είναι η τύχη των περισσότερων».

Θέλουν εκπαιδευτικούς και ένα ελληνικό σχολείο

Η αγάπη για τα ελληνικά γράμματα και τον πολιτισμό δεν περιορίζεται στα πανεπιστήμια. «Το 1993 ιδρύσαμε την Εταιρεία Νεοελληνιστών Βουλγαρίας, με έργο τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και των κατακτήσεων της ελληνικής λογοτεχνίας στη Βουλγαρία. Εχουμε κάνει πλήθος μεταφράσεων και λογοτεχνικών εκδηλώσεων, με καλεσμένους όπως η Ιωάννα Καρυστιάνη, ο Παύλος Μάτεσις, η Ρέα Γαλανάκη, ο Νίκος Φωκάς κ.ά. Επίσης το 2001 διοργανώσαμε στη Σόφια το 1ο Συνέδριο Νεοελληνιστών των Βαλκανίων, ενώ κάθε χρόνο διοργανώνουμε Διαβαλκανικό Διαγωνισμό μετάφρασης, με φοιτητές της νεοελληνικής γλώσσας (εκτός από Βούλγαρους) από τα πανεπιστήμια Βελιγραδίου, Ιασίου και Αγκυρας», εξηγεί στην «K» η κ. Στόινα Πορομάνσκα.

Το έργο του Πανεπιστημίου, αλλά και εν γένει των νεοελληνιστών της Βουλγαρίας, είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Πώς θα μπορούσε η ελληνική Πολιτεία να τους βοηθήσει; «Δεν θέλουμε να παραπονούμαστε», λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια η κ. Πορομάνσκα. «Οπως είδατε, η ελληνική βιβλιοθήκη στο Πανεπιστήμιο είναι δωρεά του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρου Ωνάση και του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού. Σημαντική βοήθεια μας παρέχει και το Πανεπιστήμιο Αθηνών και ιδίως οι κ. Μπαμπινιώτης και Κοντός. Αυτό που θα μπορούσε να κάνει η Ελλάδα θα ήταν να ενισχύσει τα κίνητρα για την απόσπαση εκπαιδευτικών για τα ελληνικά τμήματα των πανεπιστημίων. Και επιμένω ότι θα έπρεπε να ιδρυθεί στη Σόφια ένα Αρσάκειο ή ένα ελληνικό ιδιωτικό σχολείο. Είμαι σίγουρη ότι θα είχε μεγάλη ανταπόκριση».