ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ανασφαλής «γενιά των 1.000 ευρώ…»

Θραύση έχει κάνει στην Ιταλία το βιβλίο «H Γενιά των 1.000 ευρώ» που διατίθεται μέσω Ιντερνετ και φέρνει στην επιφάνεια ένα πρόβλημα τόσο μεγάλο που… κανένας δεν το προσέχει. Το πρόβλημα των νέων εργαζομένων 25-35 ετών με τα «υπερβολικά προσόντα».

Στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία και βέβαια την Ελλάδα, τα πτυχία, η όρεξη για δουλειά, οι ξένες γλώσσες δεν φέρνουν τα λεφτά. Ενώ είναι απαραίτητα για την κάλυψη περιζήτητων θέσεων εργασίας, στο τέλος του μήνα «αξιολογούνται» συχνά με μισθούς πολύ χαμηλότερους των 1.000 ευρώ. Γιατροί, καθηγητές, μηχανικοί, δικηγόροι, αλλά και διαφημιστές, γύρω στα τριάντα, δεν έχουν να περιμένουν αξιόλογες μισθολογικές μεταβολές στα επόμενα χρόνια και επιχειρούν να νικήσουν την ανασφάλεια με «έξυπνες» αγορές, πιστωτικές κάρτες και δάνεια. Οσο περνούν τα χρόνια, το κύμα των χρεωμένων νέων, που στην Ευρώπη αποτελεί τραγική πραγματικότητα, φθάνει και στην Ελλάδα. Ο μισθός δεν επαρκεί για νοίκι, πάγια έξοδα και νεανικές «πολυτέλειες».

Αλλωστε, οι νέοι θέλουν να χαρούν τη ζωή, να αγοράσουν εκείνο το MP3 player που διαφημίζεται στα περιοδικά, να ξεκλέψουν μια Παρασκευή για να κάνουν μια εκδρομή. Αλλά δεν το μπορούν εύκολα. Ακόμη κι αν μένουν -και πρόκειται να μείνουν ακόμη για πολύ- κάτω από την πατρική στέγη. Η «Κ» μίλησε με εκπροσώπους της γενιάς των 1.000 ευρώ (για την Ελλάδα θα έπρεπε κανονικά να μιλήσουμε για γενιά των 900 ευρώ), και αποτυπώνει την ανασφάλεια χιλιάδων νέων, οι οποίοι έπειτα από χρόνια σπουδών, μερικά χρόνια προϋπηρεσίας και δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ, δεν καταφέρνουν να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι.

30άρηδες με περιττά εφόδια

Τον λένε Κλαούντιο, είναι 27 χρονών και εργάζεται ως junior account manager σε πολυεθνική εταιρεία του Μιλάνου, που κατασκευάζει γκάτζετ για κινητά τηλέφωνα. Ευτυχώς γι’ αυτόν, είναι μόνο ένας χαρακτήρας βιβλίου, καθώς με τα 1.028 ευρώ που κερδίζει από τη δουλειά του, δύσκολα θα τα έβγαζε πέρα στην πραγματική ζωή, ιδιαίτερα σε μια από τις ακριβότερες πόλεις της Ευρώπης.

Ο Κλαούντιο είναι ο ήρωας του ηλεκτρονικού best seller «H γενιά των 1.000 ευρώ» (www.generazione1000.com), το οποίο σύντομα θα κυκλοφορήσει και σε έντυπη έκδοση. Το βιβλίο γνωρίζει τεράστια επιτυχία στην Ιταλία (από τον Δεκέμβριο του 2005 έως τον Μάρτιο του 2006, το έχουν «κατεβάσει» 23.397 άτομα) και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί. Οπως και οι συγγραφείς του, ο 31χρονος Αντόνιο Ινκόρβια και ο 30χρονος Αλεσάντρο Ριμάσα, χιλιάδες νέοι στην Ιταλία, αλλά και στις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, πασχίζουν να επιβιώσουν με ανάλογους μισθούς, την ώρα που όλα γύρω τους ακριβαίνουν και οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται. Τι κι αν έχουν από δύο πτυχία και μιλούν ξένες γλώσσες; H Μαρί, ο Νικολά, ο Φραντσέσκο, ο Πάμπλο, ο Στάθης, η Κατερίνα, η γενιά των «30 και κάτι» σήμερα κερδίζουν 1.000 παρά κάτι ευρώ.

Το 89,2% των εργαζομένων ηλικίας 17-24 ετών στην Ιταλία κερδίζουν κάτω από 1.000 ευρώ, όπως και το 64,9% αυτών που ανήκουν στην ομάδα των 25-32. Σχεδόν δύο εκατομμύρια εργαζόμενοι κάτω των 40 κερδίζουν κάτω από 900 ευρώ. Στην Ισπανία, μόνο το 40% των νέων εργάζονται σε δουλειά του επιπέδου τους, ενώ το 50% έχουν συμβόλαια που τους εξασφαλίζουν αμοιβές κάτω των 1.000 ευρώ.

Απιαστο όνειρο

Στην Ελλάδα, βέβαια, ακόμα και τα 1.000 ευρώ φαντάζουν άπιαστο όνειρο για τους περισσότερους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, άλλωστε, το 1/4 των μισθωτών, το 26%, κερδίζει από 750 έως 1.000 ευρώ τον μήνα, με το ποσοστό να εκτοξεύεται στο 40% σε πολλούς επαγγελματικούς κλάδους. (Ως γνωστόν, ο κύριος όγκος των απασχολούμενων νέων, σχεδόν το 80%, εργάζεται στη μισθωτή απασχόληση).

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, στον χώρο της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών, η μέση ετήσια αμοιβή των απασχολούμενων με διάρκεια εργασίας στην επιχείρηση έως 4 χρόνια (δηλαδή των νέων εργαζομένων) δεν ξεπερνάει τα 10.605 ευρώ. Αντίστοιχα, στο χονδρικό εμπόριο, ένας εργαζόμενος με αντίστοιχα χρόνια προϋπηρεσίας κερδίζει κατά μέσο όρο 12.197 ευρώ τον χρόνο, ενώ στο λιανικό εμπόριο 9.466 ευρώ. Στις τηλεπικοινωνίες, οι νέοι εργαζόμενοι πληρώνονται 12.875 ευρώ τον χρόνο, στον χώρο της έρευνας και της ανάπτυξης, 15.483 ευρώ και στον χώρο της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας 12.396 ευρώ.

«Το πρόβλημα των χαμηλών αμοιβών αφορά τη μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών και όχι μόνο τους νέους», τονίζει στην «K» ο ερευνητής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ κ. Γιάννης Κουζής. «Τα 1.000 ευρώ θεωρούνται σήμερα καλή αμοιβή, αφού υπάρχουν πιέσεις για περαιτέρω συμπίεση των μισθών. Μόλις πρόσφατα ο πρόεδρος του ΣΕΒ δήλωσε ότι τα 600 ευρώ για κατώτατο μισθό είναι πολλά. Δεν είναι πάντως μόνον οι μισθοί, αλλά και η αγοραστική τους αξία. Οι επιχειρήσεις κρατούν χαμηλά το μισθολογικό κόστος και, ταυτόχρονα, αυξάνουν τις τιμές τους».

Παρόλα αυτά, η γενιά των 18-35 έχει και άλλους λόγους να προβληματίζεται. Είναι η γενιά που «επένδυσε» στον εαυτό της για να κάνει καριέρα, πέρασε πολλά χρόνια πίσω από τα θρανία, αλλά σήμερα βλέπει τους κόπους της να πηγαίνουν χαμένοι. Οι σημερινοί τριαντάρηδες, παρόλο που βρίσκονται στην αγορά εργασίας αρκετά χρόνια, καλύπτοντας μάλιστα θέσεις με «κύρος» και βαρύγδουπους τίτλους, είναι κυριευμένοι από ανασφάλεια. «Σήμερα, το πανεπιστημιακό πτυχίο έχει απαξιωθεί. H αγορά εργασίας ουσιαστικά δεν θέλει εφόδια», σημειώνει ο κ. Κουζής. «Προσφέρει θέσεις μη ειδικευμένες, δεν επενδύει στις καινοτομίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα πτυχίο κοινωνικών επιστημών, για παράδειγμα, θεωρείται άχρηστο στην αγορά εργασίας, τη στιγμή που έχουμε τόσα κοινωνικά προβλήματα».

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι μόνο το πτυχίο κοινωνιολογίας που δεν χαίρει εκτίμησης στην αγορά εργασίας. Ενας νέος δικηγόρος στη χώρα μας, ο οποίος παρέχει νομικές υπηρεσίες σε κάποια εταιρεία δεν κερδίζει πάνω από 1.123 ευρώ μεικτά. Για να περάσει στο επόμενο κλιμάκιο, θα χρειαστούν πέντε χρόνια εργασίας, οπότε και θα κερδίζει 1.382 ευρώ μεικτά. Για τους δικηγόρους που εργάζονται σε δικηγορικά γραφεία, η ελάχιστη αμοιβή είναι 750 ευρώ τον μήνα (για συνεργάτη) και 450 ευρώ (για ασκούμενο). «Για ποια γενιά των 1.000 ευρώ μας λέτε; Τούμπες θα έκαναν εάν έβγαζαν τόσα οι νέοι δικηγόροι», είπε στην «K» χαρακτηριστικά στέλεχος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, βέβαια, τα πράγματα είναι διαφορετικά – η κατώτατη αμοιβή τους είναι το 1% της αξίας του συμβολαίου.

Καθηγητές με 765 ευρώ

Σε ακόμα χειρότερη θέση είναι οι καθηγητές μέσης εκπαίδευσης, οι οποίοι, αναμένοντας τον διορισμό τους, εργάζονται σε φροντιστήρια. Σύμφωνα με τον κ. Παναγιώτη Σωτήρη, μάλιστα, πρόεδρο του Συλλόγου Εργαζομένων στα Φροντιστήρια Καθηγητών (ΣΕΦΚ), η παρατεταμένη αδιοριστία σε συνδυασμό με το σύστημα του ΑΣΕΠ ουσιαστικά μετατρέπει τη δουλειά στο φροντιστήριο σε μόνιμη εργασία. «Υπάρχει σημαντικός αριθμός συναδέλφων για τους οποίους το φροντιστήριο είναι η εργασία τους». Ποιες είναι οι απολαβές τους; «Τη σχολική χρονιά 2005-2006, ο βασικός μισθός ενός καθηγητή φροντιστηρίου μέσης εκπαίδευσης στην Αττική είναι 923 ευρώ μεικτά για πλήρες ωράριο, δηλαδή 21 ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως, ενώ στην επαρχία είναι πολύ χαμηλότερος, 765,5 ευρώ μεικτά». (O μισθός του πρωτοδιοριζόμενου καθηγητή, χωρίς προϋπηρεσία, είναι 1.300 ευρώ μεικτά). Οι αυξήσεις στους μισθούς των καθηγητών ακολουθούν τις αυξήσεις στον ιδιωτικό τομέα, περίπου 5% την τριετία, συν τις αυξήσεις στις συλλογικές συμβάσεις. «Το πρόβλημα στον κλάδο μας είναι ότι αμοιβόμαστε 9-10 μήνες τον χρόνο -το υπόλοιπο διάστημα είμαστε σε αναγκαστική ανεργία. Κατά συνέπεια, για να μπορούν να λένε ότι ανήκουν στη γενιά των 1.000 ευρώ, θα πρέπει να καταφύγουν στην υπερεργασία, να αυξήσουν τις ώρες διδασκαλίας», τονίζει ο κ. Σωτήρης, σημειώνοντας ότι στον χώρο καταγράφονται και πολλά κρούσματα εργοδοτικής αυθαιρεσίας. «Ταυτόχρονα, εργαζόμαστε με συμβάσεις ορισμένου χρόνου – δεν ξέρουμε εάν θα επαναπροσληφθούμε την επόμενη χρονιά. Μια γενιά αποφοίτων των καθηγητικών σχολών ζει σε συνθήκες τρομερής ανασφάλειας». Ισως όμως οι περισσότεροι «υποτιμημένοι» εργαζόμενοι όλων είναι οι νοσοκομειακοί γιατροί. «Ενας ειδικευόμενος γιατρός σήμερα, ηλικίας έως 40 ετών, ο οποίος έχει περάσει έξι χρόνια στο πανεπιστήμιο, στη δυσκολότερη σχολή, έχει μισθό αρκετά κάτω από 1.000 ευρώ», υπογραμμίζει στην «K» ο πρόεδρος της Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας-Πειραιά (ΕΙΝΑΠ), κ. Στάθης Τσούκαλος. «Και μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος άνθρωπος έχει την υποχρέωση να είναι διαθέσιμος για εφημερία 365 ημέρες τον χρόνο, ανεξάρτητα εάν είναι Σαββατοκύριακο, γιορτή ή αργία».

Οι καθαρές απολαβές ενός ειδικευόμενου νοσοκομειακού γιατρού είναι 800-950 ευρώ, ανάλογα με τα χρόνια προϋπηρεσίας. «Και όταν τελειώσει την ειδίκευση, δεν βρίσκει δουλειά. Αυτοί που θα βρουν δουλειά έπειτα από αρκετά χρόνια θα παίρνουν τον μισθό του επιμελητού B΄, δηλαδή 1.200 ευρώ. Εργάζεται όμως σε μια ιδιαίτερα σκληρή δουλειά, έχει την υποχρέωση να δουλεύει 80-100 ώρες την εβδομάδα, με αποτέλεσμα να ξεπερνάει τις αντοχές του, να επιβαρύνει την υγεία του. Ολα αυτά πληρώνονται με τα λεφτά που προανέφερα».

«Δυο μισθοί και δεν φτάνουν»

Ο 32χρονος Νίκος Κούντης είναι απόφοιτος της ΑΣΟΕΕ και με μάστερ Οικονομικών στην Αγγλία. Με καλή θέση σε τεχνική εταιρεία που πραγματοποιεί μελέτες οδοποιίας, δεν κερδίζει πάνω από 950 ευρώ καθαρά τον μήνα. «Υποτίθεται ότι το πτυχίο θα μου εξασφάλιζε καλύτερες μισθολογικές συνθήκες, αλλά πρόκειται για άλλον ένα μύθο». Πρόσφατα ο Νίκος απέκτησε παιδί. «H σύζυγός μου είναι φιλόλογος σε λύκειο και κερδίζει λίγα παραπάνω χρήματα από μένα. Μαζί οι δύο μισθοί κάτι καταφέρνουν, αλλά ο καθένας μόνος του εξανεμίζεται πριν το καταλάβεις». Εάν λάβουμε υπόψη τη μισθολογική εξέλιξη της Δήμητρας Γιάνναρη, πάντως, ο Νίκος δεν έχει να περιμένει αξιόλογες αλλαγές στα επόμενα χρόνια. Στα 39 της, είναι παντρεμένη με ένα παιδί και μολονότι έχει «κλείσει» 10 χρόνια στην ίδια τεχνική εταιρεία, δεν κερδίζει πάνω από 1.200 ευρώ καθαρά τον μήνα. «Τα πτυχία στην Ελλάδα δεν μετράνε καθόλου. Εγώ είμαι Φυσικός, με πτυχίο από ελληνικό πανεπιστήμιο και με δύο μάστερ, το ένα στη Φυσική και το άλλο στη Γεωλογία. Κατάφερα να παίρνω έναν αξιοπρεπή μισθό μόλις πριν από λίγα χρόνια. Ειλικρινά δεν ξέρω τι ζητά η αγορά εργασίας στην Ελλάδα για να επιβραβεύσει κάποιον με έναν καλό μισθό. Δύο μισθοί κάθε μήνα και πάλι δεν φθάνουν».

Δύο στους τρεις ζουν στο πατρικό

Una faccia una razza, ίδια προβλήματα. Οι νέοι της Μεσογείου αισθάνονται «αόρατοι», «υποτιμημένοι» και «overqualified» (με υπερβολικά προσόντα), λένε οι δημιουργοί της «Γενιάς των 1.000 ευρώ». Παρ’ όλα αυτά, κρεμούν τα πτυχία τους στον τοίχο και δουλεύουν σκληρά. Δεν είναι τυχαίο ότι το ποσοστό των Ιταλών πάνω από 30 ετών που ζουν με τους γονείς τους εκτοξεύθηκε την τελευταία δεκαετία από το 15% στο 40%. Στη χώρα μας, αντίστοιχα, σύμφωνα με πανελλαδική έρευνα που πραγματοποίησε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 68% των νέων έως 29 ετών εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από την πατρική στέγη. (Από εκεί δεν φεύγει ούτε το 30% όσων παντρεύονται!)

Κάτω από τη γονεϊκή προστασία, ως γνήσια εκπρόσωπος της γενιάς των 1.000 ευρώ, παραμένει στα 28 της χρόνια η Μαρία Ανδριανοπούλου.

Η Μαρία σπούδασε στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Οικονομικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στη συνέχεια έκανε MBA στο Europa Institute of Zarlung στη Γερμανία και έπειτα πήρε άλλο ένα μάστερ στις Επικοινωνίες από το Πανεπιστήμιο City του Λονδίνου. Χορτασμένη από σπουδές, εμπειρίες, ταξίδια, επέστρεψε στη χώρα μας με όνειρα για μια λαμπρή σταδιοδρομία στο χώρο της διαφήμισης. «Πριν περάσουν λίγοι μήνες, ό,τι είχα φανταστεί για τη ζωή μου άλλαξε. Παρόλο που έπιασα σχεδόν αμέσως δουλειά σε μια διαφημιστική και πήρα ένα καλό μισθό σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, 1.000 ευρώ καθαρά, είναι αδύνατον να μείνω μόνη μου».

Οπως λέει, τα χρήματα που κερδίζει δεν της φθάνουν για τις «βασικές» ανάγκες μιας κοπέλας της ηλικίας της, όπως είναι να κάνει μια εκδρομή, να ψωνίσει ένα ρούχο από καλό μαγαζί. «Ποτέ δεν θα το πίστευα, αλλά στα 28 μου χρωστάω σε κάρτες και δάνεια. Στη δουλειά μου, υπάρχει θεωρητικά η προοπτική της αύξησης, αλλά μάλλον θα αργήσει. Ολο γίνονται συζητήσεις για ένα μπόνους, το οποίο ποτέ δεν έρχεται. Με αυτούς τους ρυθμούς, θα χρειαστεί μια 20ετία για να αποσβέσω τις σπουδές που έχω κάνει».

Η φίλη της, Ελένη Ζυμαράκη, 29 ετών, έχει μια παρόμοια ιστορία. Αφού πήρε το πρώτο πτυχίο στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού στο Πάντειο, έκανε μάστερ στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τις Δημόσιες Σχέσεις στο London School of Εconomics.

Τα τελευταία δύο χρόνια εργάζεται σε γνωστή εταιρεία δημοσίων σχέσεων, με μισθό επίσης 1.000 (καθαρά). «Υπάρχει η προοπτική να αυξήσω το μισθό μου σε κάποια χρόνια», λέει η ίδια στην «K». «H αλήθεια είναι ότι εάν επέλεγα μια μικρότερη εταιρεία, θα έπαιρνα άμεσα περισσότερα χρήματα, αλλά δεν θα υπήρχε η προοπτική της ανέλιξης. Τα 1.000 ευρώ δεν είναι λίγα για την Ελλάδα, αλλά η αλήθεια είναι ότι εργάζομαι πάρα πολλές ώρες.

Επιπλέον, η ζωή στην Αθήνα έχει ακριβύνει πολύ. Ζω ακόμα με τους γονείς μου και για να φύγω χρειάζεται και δεύτερο εισόδημα – εάν καταλαβαίνετε τι εννοώ…»