ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι μισοί με ένα τσιγάρο στο χέρι

Απαγορεύεται η διαφήμισή τους στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες, στα περιοδικά και στο Διαδίκτυο, ενώ σύντομα θα «ξηλωθούν» και από τις γιγαντοαφίσες στους δρόμους. Στα πακέτα, η απλή προειδοποίηση του υπουργείου Υγείας ότι «βλάπτει σοβαρά την υγεία» έχει αντικατασταθεί από σαφείς αναφορές στους κινδύνους που εγκυμονεί το κάπνισμα. Ταυτόχρονα, η ένδειξη «απαγορεύεται το κάπνισμα» αναρτάται σε όλο και περισσότερους χώρους εργασίας – γεγονός που οδηγεί συχνά πυκνά και σε κόντρες μεταξύ συναδέλφων (με εξαίρεση τις δημόσιες υπηρεσίες όπου, όπως διαπιστώνουμε, το κάπνισμα απαγορεύεται μόνο για τους πολίτες).

Κανένα από αυτά τα μέτρα ωστόσο δεν έχει καταφέρει να κάνει τους Ελληνες να αντισταθούν στην έλξη του τσιγάρου. Σύμφωνα με στοιχεία για τη Δαπάνη και Κατανάλωση Τσιγάρων που συνέλεξε η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία στο πλαίσιο της Ερευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2004-2005, η κατανάλωση προϊόντων καπνού έχει σημειώσει 10% αύξηση στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία, με τις νεαρές ηλικίες να συμμετέχουν -δυστυχώς- με υψηλότατο ποσοστό.

Στους «θεριακλήδες» ανήκει το 41,7% του πληθυσμού της χώρας (από 14 και πάνω) και, ειδικότερα, το 32% των γυναικών και το 52,2% των ανδρών. Περιστασιακοί ή συστηματικοί καπνιστές είναι το 50% των Ελλήνων ηλικίας 25 – 54 ετών, από τους οποίους οι άνδρες αντιπροσωπεύουν τα 2/3. Με ένα τσιγάρο στο χέρι όμως είναι και το 34,2% των νέων έως 24 ετών. Οι περισσότεροι καπνιστές «συσσωρεύονται» στην ηλικιακή ομάδα 35 – 44, με ποσοστό 59,1%. Οι περισσότερες γυναίκες καπνίστριες, ωστόσο, είναι μεταξύ 25 και 34 ετών, γεγονός που καταδεικνύει αύξηση του καπνίσματος στις γυναίκες (η οποία ευθύνεται εν πολλοίς και για την αύξηση του γενικού μέσου όρου).

Οι έφηβοι

Τα πλέον ανησυχητικά ευρύματα της έρευνας της ΕΣΥΕ, πάντως, αφορούν τους εφήβους. Οπως προκύπτει, το 27,5% των 18χρονων, το 14,4% των 17χρονων, το 14,1% των 16χρονων, το 10,1% των 15χρονων και το 8,3% των 14χρονων, καπνίζουν.

Οσο για το πόσο καπνίζουμε, η έρευνα δείχνει ότι κατά μέσο όρο καταναλώνουμε 496 τσιγάρα τον μήνα (ήτοι πάνω από 16 τσιγάρα ημερησίως), ξοδεύοντας περί τα 60 ευρώ (περίπου 720 ευρώ τον χρόνο). Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με έρευνα της STAT BANK, το 2002 καπνίζαμε 3.010 τσιγάρα ετησίως, ενώ σήμερα πλησιάζουμε τα 6.000 τσιγάρα κατά μέσο όρο.

Κι όμως, μετά την εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με τη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία, στην Ελλάδα σήμερα απαγορεύεται κάθε είδους διαφήμιση προϊόντων καπνού, με εξαίρεση τις γιγαντοαφίσες στους δρόμους, οι οποίες επίσης θα «κατέβουν» εντός του 2007.

Οπως αναφέρει στην «K» στέλεχος μεγάλης καπνοβιομηχανίας, η απαγόρευση προβολής προϊόντων καπνού από τα ΜΜΕ δημιούργησε περιβάλλον «black market», όπως είναι ο όρος που περιγράφει την αδυναμία επικοινωνίας με τον καταναλωτή. Ετσι, οι εταιρείες έχουν βρει άλλους τρόπους προσέγγισης του κοινού, κυρίως την προώθηση των προϊόντων τους σε σημεία – κλειδιά, όπως είναι οι καφετέριες και τα μπαρ, μέσω δειγματισμού και γευστικής δοκιμής. Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Ελληνικό Κώδικα Διαφήμισης και Επικοινωνίας, απαγορεύεται η διαφήμιση των προϊόντων καπνού να έχει στόχο ανηλίκους, ενώ ο δειγματισμός προϊόντων καπνού θα πρέπει να απευθύνεται μόνο σε ενήλικες καταναλωτές. Οπως όμως αναφέρουν στην «K» πηγές από τον χώρο του below the line μάρκετινγκ (έμμεσες ενέργειες προώθησης), είναι συχνό το φαινόμενο η προσέγγιση των καταναλωτών για την προώθηση τσιγάρων να γίνεται χωρίς να ρωτάται η ηλικία. «Υπάρχουν εταιρείες που «αυτοπεριορίζονται» οριοθετώντας ένα χώρο στον οποίο μπορούν να απευθυνθούν μόνο όσοι είναι άνω των 18. Υπάρχουν όμως και άλλες που προσλαμβάνουν 4-5 κοπελίτσες, οι οποίες χαρίζουν αδιακρίτως πακέτα στους θαμώνες ενός καφέ ή μπαρ για δοκιμή», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Αύξηση κερδών

Πάντως, η επιρροή που έχει αυτός ο τύπος προώθησης των προϊόντων είναι πολύ μικρότερη από μια έντυπη διαφήμιση. Παρ’ όλα αυτά, οι καπνοβιομηχανίες δεν έχουν σταματήσει να αυξάνουν τα κέρδη τους. Σύμφωνα με τον ισολογισμό της Παπαστράτος ΑΒΕΣ, ο κύκλος εργασιών της εταιρείας το 2004 έφθασε μετά την αφαίρεση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης τα 502 εκατ. ευρώ, έναντι 392 εκατ. το 2003, ενώ τα μικτά κέρδη και έσοδα έφθασαν τα 85,3 από 56,1 εκατ. ευρώ το 2003.

Αντίστοιχα, η καπνοβιομηχανία Καρέλια κατά το 2005 πραγματοποίησε πωλήσεις ύψους 432 εκατ. ευρώ έναντι 410 εκατ. ευρώ το 2004 (αύξηση 5,37%). Τα καθαρά κέρδη μετά την αφαίρεση των φόρων σημείωσαν αύξηση 13,7% από την προηγούμενη χρονιά, φτάνοντας τα 32,3 εκατ. ευρώ. (Καθαρά κέρδη προ φόρων 39,7 έναντι 34,5 εκατ.).

«Η αλήθεια είναι ότι δεν μας έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα τα μέτρα κατά του καπνίσματος. Ακόμα και την αναγραφή «Το υπουργείο Υγείας προειδοποιεί», τη συνήθισαν οι καταναλωτές», τονίζει το στέλεχος της καπνοβιομηχανίας. Ολα δείχνουν ότι η ευθύνη για τη μείωση του καπνίσματος έχει μετακυλισθεί από το κράτος στις επιχειρήσεις. H Παπαστράτος ΑΒΕΣ, για παράδειγμα, θυγατρική της Philip Morris International, στο πλαίσιο εκστρατείας για τον περιορισμό της πρόσβασης ανηλίκων στα τσιγάρα, διένειμε, το 2005, 7.000 ενημερωτικά φυλλάδια σε λιανοπωλητές. Σύμφωνα με την εταιρεία, πρέπει να καθοριστεί κατώτατο όριο ηλικίας για την πώληση προϊόντων καπνού, όπως συμβαίνει σε περισσότερα από τα μισά κράτη σε όλο τον κόσμο.

Ανάλογες πρωτοβουλίες έχουν λάβει και άλλες εταιρείες.