ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αφειδώς οι άδειες για κυνηγετικά όπλα

Η πρωτοφανής υπόθεση της πενταπλής ανθρωποκτονίας στο Αγρίνιο, με θύματα πέντε κυνηγούς και δράστη -φυσικό αυτουργό- κτηνοτρόφο της περιοχής, επίσης κυνηγό, προκαλεί σε ανώτατα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας έντονο προβληματισμό σε σχέση με το καθεστώς που διέπει τη χορήγηση αδειών για κατοχή και χρήση κυνηγετικών όπλων. Οπως ανέφερε στην «Κ» ανώτατος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., «ίσως η υπόθεση αυτή είναι η αφορμή για να επανεξετάσουμε το ποιος και με ποια κριτήρια παίρνει άδεια για κυνηγετικό όπλο. Τα περιστατικά που καταγράφονται άλλωστε με χρήση κυνηγετικών όπλων και αφορούν τραυματισμούς, απειλές και λιγότερο συχνά ανθρωποκτονίες, είναι πολύ συχνά. Από τη στιγμή που κάποιος διαθέτει ένα όπλο δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν θα το χρησιμοποιήσει σε περίπτωση μεγάλου θυμού ή όποιας άλλης συναισθηματικής φόρτισης».

Η διαδικασία για να λάβει κανείς άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου είναι απλή. Χρειάζεται να καταθέσει στην αστυνομία σχετική αίτηση, υπεύθυνη δήλωση, αντίγραφο ποινικού μητρώου και μια ιατρική γνωμάτευση από την οποία να προκύπτει η κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Τη γνωμάτευση αυτή μπορεί να υπογράφει ακόμη και παθολόγος και όχι απαραίτητα νευρολόγος – ψυχίατρος. Σε ένα προσχέδιο νόμου για την οπλοκατοχή και οπλοχρησία στη χώρα μας, που είχε συνταχθεί πριν από περίπου ένα χρόνο από επιτροπή του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, καθώς αποτελεί κοινό τόπο η ανάγκη αναθεώρησης της σχετικής νομοθεσίας, προβλέπονταν πιο αυστηρές προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου.

Τα εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ.

Ταυτόχρονα, η υπόθεση της πενταπλής ανθρωποκτονίας ανέδειξε τις δυνατότητες των εγκληματολογικών εργαστηρίων της ΕΛ.ΑΣ., καθώς η συμβολή των εργαστηριακών ερευνών ήταν καθοριστική στην ταχεία εξιχνίαση του εγκλήματος. Από τα εργαστήρια προέκυψε ότι είχε χρησιμοποιηθεί μόνο ένα όπλο για τις δολοφονίες, κάνοντας τους αξιωματικούς που συμμετείχαν στις έρευνες να αποκλείσουν ορισμένα σενάρια και να εστιάσουν την προσοχή τους σε συγκεκριμένες εκδοχές. Από τις βαλλιστικές εξετάσεις ταυτοποιήθηκε ότι το ένα από τα όπλα που βρέθηκαν στο σπίτι του δράστη ήταν το όπλο του εγκλήματος. Τέλος, η χρήση φασματογράφου, ενός μηχανήματος το οποίο διαθέτουν μόνον τα εγκληματολογικά εργαστήρια της χώρας μας και εκείνα της Γερμανίας, απέδειξε ότι ο φυσικός αυτουργός ήταν ο 37χρονος κτηνοτρόφος και όχι ο 73χρονος πατέρας του. Πιο συγκεκριμένα, ο φασματογράφος επιτρέπει την ανίχνευση πυρίτιδας σε ρούχα, ακόμη και τον προσδιορισμό του χρόνου εναπόθεσης της πυρίτιδας σε αυτά. Οι αστυνομικοί που ερεύνησαν το σπίτι του δράστη πήραν προς εξέταση τα ρούχα του και σε αυτά ανιχνεύθηκε πυρίτιδα.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι εάν τα εγκληματολογικά εργαστήρια διέθεταν βάση δεδομένων με κάλυκες από κάθε νομίμως κατεχόμενο όπλο, θα μπορούσαν πιο γρήγορα να φθάσουν στο δράστη. Οπως όμως εξηγεί αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., στα κυνηγετικά όπλα αυτό δεν είναι βέβαιο, καθώς η αλλαγή κάννης ή κλείστρου, συνηθισμένη τακτική των κυνηγών, αλλάζουν τα βλητικά χαρακτηριστικά του κάλυκα.

Οι περιορισμοί για τους κυνηγούς στην Ευρώπη

Τανια Γεωργιοπουλου

Οι συνθήκες άσκησης του κυνηγιού στην Ελλάδα διαφέρουν πολύ από εκείνες σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Βασική διαφορά, η θήρα σε συγκεκριμένες, ελεγχόμενες, συχνά ιδιωτικές περιοχές, έναντι αντιτίμου.

Γαλλία. Είναι η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό κυνηγών – περίπου 1.400.000 άτομα, το 2,1% του πληθυσμού. Το κυνήγι στη Γαλλία είναι κάτι σαν θεσμός και το κόμμα των κυνηγών έχει δύναμη στη Βουλή. Ωστόσο προκειμένου να αποκτήσει κάποιος άδεια κυνηγιού πρέπει να δώσει εξετάσεις, πρακτικές και θεωρητικές, ενώ όποιος είναι μεταξύ 15-18 ετών μπορεί «να πάει για κυνήγι» εφόσον συνοδεύεται από ενήλικα με τουλάχιστον πενταετή άδεια κυνηγού.

Το κυνήγι πραγματοποιείται σε ιδιωτικές εκτάσεις, όπου θηρεύονται συγκεκριμένα είδη και τα «δικαιώματα» εντός της έκτασης καθορίζονται από τον ιδιοκτήτη.

Αγγλία. Η χώρα με τη μακρά κυνηγετική παράδοση έχει μικρότερο πληθυσμό κυνηγών -περίπου 650.000- που θηρεύουν σε οργανωμένες ιδιωτικές περιοχές (ρεζέρβες) όπου εκτρέφονται και ζουν θηράματα. Η είσοδος σε αυτές επιτρέπεται μόνο κατόπιν εξάσκησης στη σκοποβολή και εγγραφής σε σύλλογο. Καταβάλλεται αντίτιμο. Το κυνηγετικό όπλο (όχι κυνηγετική καραμπίνα, μόνο δίκανο ή μονόκανο όπλο) φυλάσσεται σε ειδικό κλειδωμένο χώρο. Οι Βρετανοί τηρούν τους άγραφους και γραπτούς νόμους του κυνηγιού (δεν πυροβολούμε το θήραμα αν βρίσκεται πολύ κοντά).

Ιταλία. Περίπου 800.000 κυνηγοί θηρεύουν σε περιοχές που ορίζονται από την τοπική διοίκηση. Οι κυνηγετικές άδειες δίδονται όπως περίπου και στην Ελλάδα. Ισχύουν για έξι χρόνια, αλλά οι «νεοσύλλεκτοι» υποχρεώνονται τον πρώτο χρόνο να συνοδεύονται από έναν «παλαιό».

Ιρλανδία. Το κυνήγι είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στη χώρα αυτή (σε 4,5 εκατομμύρια κατοίκους διαθέτει 300.000 κυνηγούς – 6,7% του πληθυσμού). Οι κυνηγοί έχουν το ελεύθερο να θηρεύουν σε όλη την ύπαιθρο εκτός από τις περιοχές που είναι χαρακτηρισμένες ως εθνικά πάρκα ή όπου υπάρχει η επισήμανση «Οχι πυροβολισμοί». Ωστόσο τα δικαιώματα θήρευσης ανήκουν τυπικά στον ιδιοκτήτη της κάθε έκτασης, σύμφωνα με το παλιό εθιμικό δίκαιο.

Η Ιρλανδία θεωρείται μία από τις χώρες παραγωγής και εκτροφής καθαρόαιμων κυνηγετικών σκύλων, ενώ υπάρχουν σωματεία για τους κυνηγούς ανάλογα με τη ράτσα σκύλου που διαθέτουν.