ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εγινα ντετέκτιβ για να σώσω το γιο μου απ’ τα ναρκωτικά

Ο εφιάλτης της εξάρτησης, ο σκοτεινός λαβύρινθος των κυκλωμάτων, το απρόσωπο σκληρό πρόσωπο της Δικαιοσύνης, η αγωνιώδης προσπάθεια των γονιών να απαγκιστρώσουν τα παιδιά τους από την κόλαση αναδύεται γλαφυρά μέσα από ζωντανές αληθινές μαρτυρίες. Ο Κώστας Αντωνίου, πριν από έξι μήνες, ήταν ένας πατέρας που ετοιμαζόταν να στείλει τον 20χρονο γιο του για σπουδές στη Γαλλία. Σήμερα, είναι ένας πατέρας που επισκέπτεται τον γιο του στον Κορυδαλλό, που ξημεροβραδιάζεται σε δικαστήρια και κυνηγά εμπόρους ναρκωτικών.

Είναι ένας πατέρας που καταγγέλλει.

«Οταν έγινε αυτό που έγινε, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου», ξεκινά τη διήγησή του στην «Κ». Ενα τηλεφώνημα από την αστυνομία τον ενημέρωσε ότι είχαν συλλάβει σε καφετέρια της Αργυρούπολης τον γιο του με δέκα χάπια έκσταση στην τσέπη. Μαζί του είχαν πιάσει και την υπόλοιπη παρέα, σύνολο πέντε παιδιά, όλα 20χρονα. Ακολούθησε έρευνα στα σπίτια· στο δικό τους δεν βρέθηκε τίποτα. Ο φάκελος εστάλη στον εισαγγελέα. «Η Αστυνομία πρέπει να συντάξει τον φάκελο μέσα σε 24 ώρες. Τι έρευνα να κάνουν σ’ αυτό το διάστημα; Μπορούν να μάθουν εάν έχουν να κάνουν με έναν απλό χρήστη ή με έναν έμπορο;» αναρωτιέται ο κ. Αντωνίου, για να δώσει μόνος την απάντηση. «Οχι. Οι διαδικασίες είναι τυποποιημένες».

Ατέλειωτο κατηγορητήριο

Πράγματι, ο εισαγγελέας «φορτώνει» συλλήβδην την παρέα με ένα ατέλειωτο κατηγορητήριο. «Με όλο τον ποινικό κώδικα. Ο γιος μου κατηγορείται και για εμπορία, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια για πορισμό εισοδήματος (σ.σ. βρέθηκαν χρήματα στην τσέπη του, που θεωρήθηκε ότι προέρχονται από τη διακίνηση ναρκωτικών – «πάντα του έδινα χρήματα όταν έβγαινε», λέει ο πατέρας του), ενώ χαρακτηρίστηκε «ιδιαίτερα επικίνδυνος». Εάν ένα από αυτά τα τρία αποδειχθεί, κινδυνεύει να καταδικαστεί σε ισόβια. Ο εισαγγελέας τα βάζει όλα. Σου λέει, «θα τα βρει το δικαστήριο». Δεν είναι έτσι όμως». Αλλωστε, το δικαστήριο θα γινόταν ύστερα από ένα χρόνο.

Αμέσως, ξεκίνησε έναν προσωπικό αγώνα. Αρχισε να παρακολουθεί μανιωδώς δίκες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων που σχετίζονταν με ναρκωτικά και αφορούσαν τη συγκεκριμένη περιοχή. «Εψαχνα να βρω τους εμπόρους από τους οποίους προμηθεύτηκαν τα παιδιά τα χάπια, αλλά και να δω τη στάση των δικαστών απέναντι σε τέτοιες υποθέσεις. Με αυτά που είδα, τρελάθηκα», συνεχίζει. «Είδα δικαστές να κοιμούνται. Δεν λέω, μπορεί να είναι δικαιολογημένοι λόγω του φόρτου εργασίας. Αλλά εδώ παίζεται η ζωή ανθρώπων! Είδα να δίνονται ισόβια χωρίς αποδείξεις, αλλά επειδή άλλος κατηγορούμενος «έδωσε» για να έχει ελαφρυντικά. Συνειδητοποίησα ότι το πρώτο δικαστήριο δεν μπαίνει σε βάθος, στηρίζεται στα χαρτιά της Αστυνομίας, που όμως δεν είναι ελεγμένα. Ουσιαστικά, κανείς σε καμία φάση της διαδικασίας δεν κάνει την έρευνα που χρειάζεται».

«Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή»

Αρχισε να τον πλημμυρίζει η αγωνία, ενώ ο γιος του παρέμενε στη φυλακή. «Εκεί γίνεται χαμός από διακίνηση. Φοβάμαι πολύ. Εάν κάποιος έχει ήδη την τάση, εκεί μέσα είναι τελειωμένος. Και για να φθάσεις στο δεύτερο δικαστήριο, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων, πρέπει να περάσουν δύο χρόνια τουλάχιστον. Μπορεί να είσαι αθώος ή μπορεί να είσαι χρήστης, αλλά παραμένεις στη φυλακή όλο αυτό το διάστημα. Και το Πενταμελές δύσκολα σε βγάζει αθώο, άντε να σου μειώσει την ποινή. Η Δικαιοσύνη, ναι, είναι τυφλή. Δεν βλέπει μπροστά της.

»Ο νόμος λέει ότι μέσα στο πρώτο εικοσιτετράωρο ο κατηγορούμενος πρέπει να εξεταστεί από ιατροδικαστή για να διαπιστωθεί εάν είναι χρήστης ή όχι. Ο γιος μου εξετάστηκε ύστερα από τρεις μήνες και μάλιστα χωρίς εξέταση ούρων. Με συζήτηση! Ο ιατροδικαστής πήρε τα 150 ευρώ του και έφυγε. Ετσι κρίνεται η τύχη των ανθρώπων».

Τους βρήκαμε όλους!

Τότε, ήταν που του σφηνώθηκε στο μυαλό μια ιδέα. Να κάνει ο ίδιος την έρευνα που δεν έκανε η συντεταγμένη Πολιτεία. «Προσέλαβα τρεις ντέτεκτιβ», λέει. «Ξεκινήσαμε από το μηδέν. Μέσα σε τρεις μήνες, τους είχαμε βρει όλους. Ηταν ένα κύκλωμα επτά ατόμων. Πάνω τους βρέθηκαν χιλιάδες χάπια. Πήγαμε τα στοιχεία στον εισαγγελέα και τους έπιασαν. Ηταν αυτοί που τροφοδοτούσαν την Αργυρούπολη».

Αυτό δεν έχει βεβαίως καμία επίπτωση στην υπόθεση του παιδιού. «Φταίμε κι εμείς. Κοιτάμε τη δουλειά μας, κοιτάμε τηλεόραση, και δεν βλέπουμε τι γίνεται στο σπίτι μας. Η Πολιτεία, όμως, γιατί να σου δώσει τη χαριστική βολή;»

«Θύμωσα με μένα γιατί ήμουν απών…»

Νίκος Σειρηνίδης, δημόσιος υπάλληλος: «Δεν ήμουν ενημερωμένος. Ναι, μου έλεγε το παιδί ότι έχει δοκιμάσει χασίς, αλλά άκουγα τις συζητήσεις για διαχωρισμό «μαλακών» και «σκληρών» ναρκωτικών και δεν έβρισκα επιχειρήματα να το αντικρούσω. Οταν έφτασε να παίρνει ηρωίνη, ήταν πια αργά». Ο γιος του, στα 24, έχει ολοκληρώσει το πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ Διάβαση και είναι «καθαρός».

Ελένη Μανίκα, νοικοκυρά: «Εχω ευθύνη, δεν ξέρω σε τι συνίσταται ακριβώς, αλλά σίγουρα έχω». Ο γιος της, 27 σήμερα, παρακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης του 18 ΑΝΩ.

Παράλληλες ιστορίες, που εξελίχθηκαν διαφορετικά, αλλά ξεκίνησαν ένα βράδυ, όταν για πρώτη φορά το παιδί γύρισε σπίτι διαφορετικό. «Τρέκλιζε, δεν μπορούσε να αρθρώσει μια πρόταση. Χάθηκε ο κόσμος μου», λέει στην «Κ» ο κ. Σειρηνίδης. «Καταλάβαινα ότι το παιδί απομακρύνεται από εμάς. Μια μάνα ξέρει ακόμα και πώς αναπνέει το παιδί της. Κάτι είχε αλλάξει, αλλά δεν μπορούσα να δώσω εξήγηση», λέει η κ. Μανίκα.

Ζήτησαν βοήθεια

Ο κ. Σειρηνίδης δεν μπορεί να ξεχάσει εκείνη την ημέρα. «Ηταν 26 Ιουνίου του 2003. Είχε μια εκδήλωση στο Σύνταγμα για τα ναρκωτικά. Πήρα τα φυλλάδια και πήγα σπίτι. Την άλλη μέρα, πήραμε τηλέφωνο στη Διάβαση και παρακολουθήσαμε ένα σεμινάριο. Οταν το είπαμε στον γιο μας, αντέδρασε. Ευτυχώς όμως, με δική του απόφαση έκλεισε το δικό του ραντεβού. Ξεκινήσαμε παράλληλα. Από εκείνη την ημέρα είναι καθαρός. Δόξα τω Θεώ».

Μόνος του ζήτησε βοήθεια και ο γιος της κ. Μανίκα. «Τότε κάπνιζε ακόμα μόνο χασίς. Πήγαμε σε γιατρό, που δεν μας έστειλε σε πρόγραμμα. Το παιδί έκοψε για λίγο, αλλά μετά ξεκίνησε ηρωίνη». Πέρασαν πολλοί μαρτυρικοί μήνες πριν ενταχθεί στο πρόγραμμα του 18 ΑΝΩ. Ενα διάστημα μάλιστα έφυγε από το σπίτι. «Με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε «μάνα, τι κάνεις;» και του έλεγα σκληρά «εσύ με πήρες, εσύ πες μου τι θέλεις»». Τελικά, επέστρεψε και ξεκίνησε το πρόγραμμα.

«Εχουμε ευθύνη»

Ολα έχουν αλλάξει έκτοτε. «Εχουμε ευθύνη, ναι τώρα μπορούμε να το πούμε», λέει ο κ. Σειρηνίδης. «Δουλειά, σπίτι, δουλειά, με ενδιέφερε μόνο να καλύπτω ανάγκες. Επειδή μίλαγα, νόμιζα ότι υπάρχει επικοινωνία. Δεν ήταν έτσι όμως», εξομολογείται. «Γι’ αυτό ποτέ δεν θύμωσα με το παιδί. Θύμωσα με μένα. Μόνο όταν εμφανίστηκε το πρόβλημα συνειδητοποίησα ότι ήμουν απών. Και με τη σύζυγό μου οι σχέσεις δεν ήταν καλές. Υπήρχε έλλειψη επικοινωνίας, απομονωτισμός, εντάσεις, διαφωνίες και όλα αυτά μπροστά στα παιδιά. Μετά το πρόγραμμα, με τη γυναίκα μου έχουμε αναγνωρίσει τα λάθη μας, προσπαθούμε αυτούς τους παράλληλους δρόμους να τους κάνουμε έναν».

Ούτε η οικογένεια της κ. Μανίκα είναι ίδια. «Οταν πρωτοδιαπίστωσα το πρόβλημα, φοβόμουν να το πω στον άντρα μου. Είναι οξύθυμος, ίσως και από την υπερβολική του αγάπη για τα παιδιά, και φοβόμουν μη γίνει φασαρία. Σήμερα είμαστε αλλιώς. Εχουμε συνειδητοποιήσει ότι αυτό που έγινε έγινε, γιατί λείπουν τα λιθαράκια που εμείς δεν βάλαμε», καταλήγει. Σωπαίνει για λίγο και μετά λέει: «Και μην ξεχάσεις να γράψεις ότι, προς Θεού, να μη σταματήσουν τα προγράμματα πρόληψης!». Το δικό του παράπονο εκφράζει και ο κ. Σειρηνίδης: «Η Διάβαση βρήκε άλλο σπίτι, κάπου στην Αχαρνών, αλλά ο κόσμος γύρω αντιδρά. Δεν καταλαβαίνουν ότι θα ήταν ευχής έργον να υπήρχαν τέτοια παραρτήματα δίπλα σε κάθε σχολείο, σε κάθε φροντιστήριο».

Επιστροφή στη ζωή ύστερα από 17 χρόνια

Αχτίδα φωτός από τον ζοφερό κόσμο των ναρκωτικών εκπέμπει μια γυναίκα από τη Θεσσαλονίκη. Η Χαρά Αυγερινού, βουτηγμένη στις θανατηφόρες ουσίες από την εφηβική ηλικία, όταν ο θάνατος της έκλεισε το μάτι, μάζεψε τα συντρίμμια της για να ξαναβρεί τη ζωή. Την περιπετειώδη 17χρονη πορεία της ως πρώην χρήστριας ηρωίνης και κοκαΐνης περιγράφει στο βιβλίο της «Πνοή ζωής με άρωμα θανάτου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα (εκδόσεις Μελίχρυσος).

Η ιστορία της αποτελεί ελπίδα για χιλιάδες χρήστες ναρκωτικών που αναζητούν διέξοδο. Η συγγραφέας είναι μια από τις πρώτες γυναίκες στην Ελλάδα που φυλακίστηκε για κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών και, παρά τη διαπόμπευσή της από τα ΜΜΕ για παραδειγματισμό με δικαστική απόφαση, βρήκε το κουράγιο να ξεπεράσει ναρκωτικά και κοινωνική απαξίωση. Ολοκλήρωσε με επιτυχία το πρόγραμμα υποκατάστασης με μεθαδόνη του ΟΚΑΝΑ Θεσσαλονίκης, όπου εδώ και δύο χρόνια εργάζεται ως θεραπεύτρια -η μοναδική πρώην μέλος του-, παρέχοντας στήριξη σε νέους που προσπαθούν να ξεφύγουν από τη μάστιγα.

«Ούτε που μπορούσα να φανταστώ πού θα με οδηγούσε αυτή η εξάρτηση (σωματική και ψυχική). Ολα τα όνειρά μου είχαν τυλιχθεί με ένα σύννεφο χρυσόσκονης. Η ζωή μου… Ποια ζωή; Δεν υπήρξε ποτέ ζωή!» διηγείται σήμερα. Περιθώριο, φυλακή, ψυχιατρείο, νοσοκομεία… Στην αρχή το χασίς, έπειτα τα σκληρά ναρκωτικά, συμμετοχή σε πώληση και εισαγωγή (χιλιάδες χάπια μεθαδόνης) από το Αμστερνταμ για μια προσοδοφόρα επιχείρηση, που θα τους απομάκρυνε από τον κόσμο των ναρκωτικών. «Ομως το κέρδος μας απ’ αυτό ήταν τέσσερα γραμμάρια για τον καθένα ημερησίως!».

Το καθημερινό ρίσκο στις συναλλαγές έγινε ανυπόφορο. Οι προσπάθειες να σταματήσουν (με τον σύζυγό της) τα ναρκωτικά έπεφταν στο κενό. «Το εμπόριο που βλέπαμε ως προσωρινή λύση των οικονομικών μας προβλημάτων ήταν το προπύργιο για τη χρήση μας». Κι ο φαύλος κύκλος δεν είχε τελειωμό. «Για να σταματήσουμε την κοκαΐνη πίναμε ηρωίνη και για να σταματήσουμε την ηρωίνη το γυρίζαμε πάλι στην κοκαΐνη». Οι προσπάθειες για απεξάρτηση «σε ιδιωτικές κλινικές, σε διάφορα προγράμματα, όλες είχαν αποτύχει».

Το πρόγραμμα μεθαδόνης του ΟΚΑΝΑ που μόλις είχε ξεκινήσει (το 1999) ήρθε «ως μάννα εξ ουρανού!». Παρά τα λάθη και τις παραλείψεις του σ’ εκείνο το πειραματικό στάδιο, δεν έπαυε να είναι το πιο ελπιδοφόρο πρόγραμμα για θεωρούμενους ανίατους χρήστες. «Μια αποβολή από το πρόγραμμα ισοδυναμούσε με το πέταμα πάλι στην πιάτσα». Η Χαρά Αυγερινού όμως δεν υποτροπίασε. Επιασε τη ζωή από τα χέρια, στάθηκε στα πόδια της από μια σπάνια ασθένεια που λίγο έλειψε να την καθηλώσει σε αναπηρικό καρότσι και με το βιβλίο της επιχείρησε, όπως λέει, να ανοίξει μια χαραμάδα στο σκοτάδι της άγνοιας, να χαμηλώσει τα υψηλά τείχη της αδιαφορίας, της καχυποψίας, να αγγίξει ψυχές με τον λόγο της. «Μα, αν τίποτα απ’ όλα αυτά δεν καταφέρω, πάλι κερδισμένη είμαι. Γιατί μπορώ κάθε ξημέρωμα να κοιτάζω κατάματα τον ήλιο. Γιατί μπορώ να δαμάζω τους φόβους μου κάνοντας όνειρα, γιατί υπάρχω ακόμη και ζω!»