ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οταν ο Αϊνστάιν ρώτησε τον Φρόιντ «γιατί υπάρχει πόλεμος»…

Βιέννη, 1895. O 39χρονος νευρολόγος Σίγκμουντ Φρόιντ ονειρευόμενος την Ιρμα, μια ασθενή του που έπασχε από υστερία, αναστατώνεται καθώς αδυνατεί να κατανοήσει το βάθος των ονειρικών εικόνων, αναζητεί εξήγησεις, και κάπως έτσι αρχίζει να γεννιέται η ψυχανάλυση. Σήμερα, όμως, έναν και πλέον αιώνα μετά και 150 χρόνια από τη γέννηση του Φρόιντ, σε ποιο βαθμό το «ντιβάνι» διατηρεί τη δυναμική του και κατά πόσον η ψυχανάλυση μπορεί να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο απαντήσεις και θεραπεία, δεδομένης και της εμφάνισης δεκάδων νέων ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων; Στα ερωτήματα αυτά απαντάει ο κ. Σταύρος Μέντζος, ψυχαναλυτής και καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης ο οποίος βρέθηκε στην Αθήνα για να παραστεί στη διημερίδα που διοργάνωσε πρόσφατα η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία με θέμα «Νευροεπιστήμες και ψυχανάλυση: Εκατόν πενήντα χρόνια από τη γέννηση του Σίγκμουντ Φρόιντ».

«Είναι γεγονός ότι, η ψυχανάλυση πέρασε μεγάλη κρίση στα τέλη του περασμένου αιώνα, λόγω κυρίως, της εμφάνισης νέων ψυχοθεραπευτικών σχολών και προσεγγίσεων, καθώς και φαρμάκων αλλά και επειδή κατά κάποιον τρόπο έμεινε στατική. Δεν μπόρεσε δηλ. να εξελιχθεί ούσα κλεισμένη σε ένα πύργο και αποκομμένη από τις άλλες επιστημονικές εξελίξεις, γεγονός που την έβλαψε» σημειώνει στην «Κ» ο κ. Μέντζος και συνεχίζει. «Πιστεύω, όμως, ότι τώρα δημιουργείται μια σημαντική μεταβολή κι ότι η ψυχανάλυση επανέρχεται, κι αυτό διότι παραμένει επίκαιρο το αίτημα των ανθρώπων για αυτογνωσία. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ζούμε ασυνείδητα κι ότι η ψυχανάλυση δίνει τη δυνατότητα ν’ ανακαλύψουμε κρυφές πτυχές του εαυτού μας. Οταν άρχιζα την ανάλυσή μου, στο πλαίσιο των σπουδών στην Ψυχιατρική, έμεινα άναυδος καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πόσα πράγματα θ’ ανακάλυπτα. Ωστόσο, κάποια στιγμή θα πρέπει να τελειώνει, ειδικότερα όταν δεν συντρέχουν λόγοι θεραπείας, όσο κι αν οι ψυχικές λειτουργίες και οι εσωτερικές διεργασίες δεν τελειώνουν ποτέ στον άνθρωπο. Δεν νομίζω ότι είναι θεμιτή η αίωνια σχέση ανάμεσα στον αναλυτή και τον αναλυόμενο. Πιστεύω, αντιθέτως, ότι τα σπουδαία έρχονται μετά την αποκοπή, όταν ο αναλυόμενος θα επεξεργαστεί όσα έμαθε κατά τη διάρκεια της ανάλυσής του. Αλλωστε η ψυχανάλυση δεν μπορεί να απαντήσει σε όλα τα ανοιχτά υπαρξιακά και ηθικά ζητήματα του ανθρώπου. Αυτό είναι καθήκον του καθενός απο εμάς ξεχωριστά…».

Πασίγνωστος στη Γερμανία και στην Ευρώπη για τις μεγάλες επιτυχίες που έχει σημειώσει στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών, ένα ομολογουμενως δύσκολο πεδίο το οποίο οι περισσότεροι ψυχαναλυτές αποφεύγουν συστηματικά, ο κ. Μέντζος έχει συγγράψει παράλληλα, σειρά επιστημονικών άρθρων και μονογραφιών που αναφέρονται στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση. Ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονται και δύο βιβλία περί της «Διαπροσωπικής και θεσμοθετημένης άμυνας», στα οποία αναλύονται οι βαθύτερες ψυχοκοινωνικές λειτουργιές του πολέμου. «Στη δεκαετία του ’30 ο Αϊνστάιν απογοητευμένος από την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία ρώτησε τον Φρόιντ «γιατί υπάρχει πόλεμος». Ο Φρόιντ απέδωσε τις αιτίες στο ένστικτο του θανάτου και της καταστροφής απογοητεύοντας τον Αϊνστάιν που θα περίμενε ίσως, μια κάπως πιο παρήγορη και αισιόδοξη ερμηνεία. Προσωπικά πιστεύω ότι έκανε λάθος, κι ότι αν κατείχε σήμερα τις γνώσεις που εμείς διαθέτουμε, καθώς η ψυχανάλυση εξελίχθηκε στο πέρασμα του χρόνου, θα απαντούσε διαφορετικά. Θα του έλεγε ίσως, ότι είναι και η ανάγκη των ανθρώπων για συνοχή και ισχυροποίηση της συλλογικής ταυτότητας πέραν της προβολής των όποιων επιθετικών, πολεμικών συναισθημάτων. Ας δούμε τι έγινε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου όταν για ένα διάστημα καταργήθηκε το αντίπαλο στρατόπεδο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν αυτό που σήμερα λέγεται ως «Αξονας του Κακού» χρησιμοποιώντας παράληλα και τις ασυνείδητες επιθυμίες των ανθρώπων ν’ ανήκουν κάπου, σ’ ένα ενιαίο σύνολο με κοινά συλλογικά χαρακτηριστικά…», καταλήγειί ο κ. Μέντζος.