ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Τώρα κατάλαβα τι σημαίνει “πύρινη λαίλαπα”».

Δεν έκαναν δηλώσεις ούτε βγήκαν στις τηλεοράσεις. Και όμως βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της μάχης με τις φλόγες και κινδύνευσαν όσο λίγοι. Η «Κ» βρήκε και μίλησε με δύο από τους αφανείς πρωταγωνιστές της πύρινης δοκιμασίας από την οποία μόλις τώρα βγαίνει(;) η χώρα: μια δήμαρχο που, με απλές σκέψεις και οργάνωση, έσωσε την περιοχή της και μια αρχαιολόγο, που επί τριήμερο «φυλούσε» την Αρχαία Ολυμπία, ακόμη και όταν οι φλόγες απειλούσαν το σπίτι της.

Ελένη Αλειφέρη/ δήμαρχος Μελιγαλα: Ολοι μαζί στη μάχη του κάμπου

Λογική και προετοιμασία. Αυτά τα δύο «εφόδια» διέθετε ο Δήμος Μελιγαλά και όχι μόνο δεν άφησε την πυρκαγιά να απειλήσει τα χωριά του, αλλά ταυτόχρονα λειτούργησε και σαν ένα νοητό «ανάχωμα», χάρη στο οποίο διεσώθη ο κάμπος της Μεσσηνίας.

Ούτε μία ούτε δύο, αλλά 14 μεγάλες πυρκαγιές έσβησε από τον Ιούλιο η «ομάδα κρούσης» από δημοτικούς υπαλλήλους και κατοίκους, υπό την καθοδήγηση της δημάρχου κ. Ελένης Αλειφέρη. «Μ’ έναν τρόπο, είχαμε κάνει πολύ καλή… εξάσκηση για τη μεγάλη πυρκαγιά», λέει η ίδια στην «Κ». Αυτή η τελευταία όμως δεν αστειευόταν. «Το μέτωπο στα ορεινά της Μεσσηνίας πλησίαζε και την ίδια ώρα εμφανίστηκε μια νέα εστία από την άλλη πλευρά. Τότε, έκανα μια απλή σκέψη: Αν εμείς που είμαστε στα πεδινά, έχουμε δρόμους, έχουμε ορατότητα, δεν σταματήσουμε την πυρκαγιά, τότε δεν θα τη σταματήσει τίποτα».

Ξεκίνησε μια μεγάλη κινητοποίηση. «Η πρώτη μισή ώρα είναι που μετράει», λέει η κ. Αλειφέρη. Το σκαπτικό μηχάνημα του δήμου έφτιαξε αντιπυρικές ζώνες. Η υδροφόρα με το πιεστικό πλησίασε το μέτωπο, ενώ μπήκαν ελεγχόμενες πυρκαγιές. «Αν βρει καμένο, η πυρκαγιά σταματάει».

Οταν η φωτιά έφθασε στα όρια του dήμου, η μάχη που δόθηκε ήταν σκληρή. «Επί πέντε ώρες κάτοικοι και πυροσβέστες πάλεψαν σώμα με σώμα με τις φλόγες. Ηταν κανονικός πόλεμος», θυμάται η ίδια. «Κανείς δεν καθόταν. Οι γυναίκες έρχονταν και έδιναν νερά στους άντρες. Από το λατομείο, έστειλαν φορτηγά με χώμα. Είχαμε ζητήσει από ένα παρασκευαστήριο ετοίμου σκυροδέματος να στείλει την μπετονιέρα του γεμάτη νερό. Δέκα τόνους παίρνει, λίγο είναι;»

Κι όμως, η περισσότερη δουλειά είχε γίνει πολύ πριν τον φλεγόμενο αυτό Αύγουστο. Καταρχήν, κάθε δημοτικό διαμέρισμα διαθέτει πυροσβεστικούς κρουνούς («αν κάνει μισή ώρα να γεμίσει το πυροσβεστικό, δεν κάνουμε τίποτα»), ενώ ήδη από την άνοιξη ο δήμος είχε κάνει απογραφή του πυροσβεστικού εξοπλισμού του, οι καταστάσεις με τα τηλέφωνα της… «ομάδας κρούσης» ήταν έτοιμες, ενώ είχε τοποθετηθεί γεννήτρια στις γεωτρήσεις «γιατί όταν έχεις πυρκαγιά δεν είναι ώρα να σου κοπεί το ρεύμα».

Η κ. Αλειφέρη πάντως αποδίδει την επιτυχία («μέχρι την ώρα που μιλάμε βέβαια») «στον υψηλό βαθμό ευαισθητοποίησης των πολιτών μας». Πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. «Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να έχουμε και κολλύρια να δίνουμε στους πυροσβέστες…».

Ολυμπία Βικάτου/ αρχαιολόγος : Από θαύμα σώθηκε το Μουσείο

Πολλά παραμένουν τα αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με το πώς η πυρκαγιά αφέθηκε να φθάσει και να κατακάψει την Αρχαία Ολυμπία, καταφέρνοντας πλήγμα και στον αρχαιολογικό χώρο. Παρόλα αυτά, η αρχαιολόγος κ. Ολυμπία Βικάτου χαρακτηρίζει το γεγονός ότι από αυτόν τον εφιάλτη βγήκαν σχεδόν αλώβητα το Μουσείο και ο αρχαιολογικός χώρος «ένα μικρό θαύμα».

Κάτι ξέρει. Ηταν εκεί όταν οι πανύψηλες φλόγες εμφανίστηκαν ξαφνικά στο δάσος πίσω από το Μουσείο, στο αίθριο του οποίου είχαν συγκεντρωθεί οι υπάλληλοι της Εφορίας και οι αρχαιολόγοι. «Τώρα κατάλαβα τι σημαίνει «πύρινη λαίλαπα». Ηταν κάτι τρομερό», διηγείται στην «Κ». «Αμέσως κλείσαμε το Μουσείο, αφού βεβαιωθήκαμε ότι δεν βρίσκεται μέσα κανείς και τρέξαμε στα αυτοκίνητα -επικράτησε πανικός. Μόλις που προλάβαμε να φύγουμε. Την ώρα που πλησιάζαμε στο πάρκινγκ, έμπαινε μέσα το ερπυστριοφόρο και τα πυροσβεστικά. Βγήκαμε από τα αυτοκίνητα και αντικρίσαμε ένα φοβερό θέαμα. Ολος ο χώρος είχε τυλιχθεί στις φλόγες. Αμέσως λαμπάδιασε και το Κρόνιο. Τα πάντα κάηκαν σε ελάχιστα λεπτά».

Αυτά συνέβησαν την προηγούμενη Κυριακή. Η κ. Βικάτου, όπως και άλλοι αρχαιολόγοι και εργαζόμενοι του Μουσείου, βρίσκονταν εκεί συνεχώς από την Παρασκευή. «Οχι δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι η πυρκαγιά θα έφθανε σε μας -άλλωστε είχαμε θέσει και το σύστημα πυρόσβεσης σε λειτουργία- αλλά από τότε που καιγόταν η Ζαχάρω βρισκόμασταν σε ετοιμότητα. Φυλάγαμε τον χώρο επί 24ώρου βάσεως, με βάρδιες. Από ένα σημείο και μετά, όταν πια η φωτιά έφθασε στο Πελόπιο και αντιληφθήκαμε ότι υπάρχει όντως ο κίνδυνος να μας πλησιάσει, δεν εγκαταλείψαμε καθόλου τις θέσεις μας».

Οι περισσότεροι, όπως και η ίδια, ζουν στην Αρχαία Ολυμπία. Ακόμη όμως και όταν δόθηκε εντολή να εκκενωθεί το χωριό, δεν έφυγαν από τον αρχαιολογικό χώρο για να δουν σε τι κατάσταση είναι τα σπίτια τους. «Πραγματικά, δεν ξέραμε τι γίνεται εκεί. Ηταν όμως σαν να μην υπήρχε επιλογή. Κανείς δεν σκέφτηκε να φύγει. Πέρα από το καθήκον, ήταν και μια αντίδραση της στιγμής», λέει.

Επαναλαμβάνει πως το σημαντικό είναι ότι σώθηκε το Μουσείο και ότι ο αρχαιολογικός χώρος υπέστη ελάχιστες ζημιές. Για πολύ καιρό ακόμα, όμως, η θέα του μαύρου λόφου, του μαύρου ολυμπιακού τοπίου, θα την πληγώνει.