ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι κάτοικοι προσβλέπουν σε οφέλη, τα πουλιά επιστρέφουν

Οι πρώτες ποσότητες νερού που έπεσαν στη λίμνη Μαυρούδας στην Αρέθουσα Θεσσαλονίκης μόλις το 2007, μετά από οκτώ περίπου χρόνια εργασιών και προσπαθειών, έφεραν στην τελική ευθεία την αναγέννηση της αποξηραμένης λίμνης, πενήντα χρόνια μετά την απάλειψή της από το πρόσωπο της γης. Ηδη η λίμνη έχει ανασυσταθεί σε ποσοστό 25% της αρχικής έκτασής της που έφτανε τα 4.500 στρέμματα.

– Η νέα λίμνη Μαυρούδας εκτείνεται σε 1.200 στρέμματα και έχει βάθος 2-2,5 μ., ενώ το τελικό βάθος της δεν θα ξεπερνάει τα 3,5 μ., που, σύμφωνα με μαρτυρίες ντόπιων, αποτελούσε και το αρχικό βάθος της λίμνης.

Σήμερα, η ξαναγεννημένη λίμνη, μια από τις δύο βρωμολίμνες της περιοχής – όπως τις αποκαλούσαν οι ντόπιοι, εξαιτίας της ελαφριάς δυσοσμίας που ανέδιδαν τα λασπόνερα όταν αναδεύονταν – φιλοξενεί και πάλι πάπιες, μαυρόκοτες, βουτηχτήρια, πελεκάνους, ερωδιούς, χήνες και αγριόκυκνους, όπως συνέβαινε και πριν το 1958-59 που οι λίμνες αποξηράνθηκαν, και έλκει κυνηγούς αλλά και περιπατητές.

Η αποξήρανσή της επιλέχθηκε ως μοναδική λύση για την αντιμετώπιση της μάστιγας της ελονοσίας. «Το παράδοξο είναι πως η αποξήρανση των λιμνών έγινε όταν πια η ελονοσία δεν αποτελούσε ζήτημα στην περιοχή. Πλέον το ’58 ήταν αδικαιολόγητη και τελικώς ισοδυναμούσε με περιβαλλοντική και οικολογική καταστροφή», είπε στην «Κ» ο Γραμματέας του δήμου Αρέθουσας, κ. Θ. Καρατζάς, που κατάγεται από τη Μαυρούδα και ως έφηβος συνήθιζε να εξερευνά τις λίμνες.

Οι υπογραφές για το έργο, συνολικού προϋπολογισμού 1,061 εκατ. ευρώ, «έπεσαν» το 1999. Μετά από αλλεπάλληλα τεχνικά προβλήματα που είχαν αποτέλεσμα να υπερχειλίσουν τα ύδατα των χειμάρρων που κατέληγαν στη λεκάνη της νέας λίμνης και να πλημμυρίσουν όμορες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τα οποία τελικώς ξεπεράστηκαν, σήμερα οι κάτοικοι του δήμου Αρέθουσας περιμένουν την επόμενη νεροποντή που αναμένεται να ολοκληρώσει το έργο της ανασύστασης της λίμνης Μαυρούδας.

«Ηδη η επιστροφή των διαφόρων πουλιών στη λίμνη φτάνει στο 100%. Είναι εντυπωσιακό το πόσο γρήγορα τα πουλιά επέστρεψαν», σημείωσε ο κ. Καρατζάς. Στα ριζά του Ολύμπου

– Λίμνη Ασκουρίς. Οταν στις αρχές του 19ου αιώνα οι κάτοικοι στα ημι-ορεινά του Ολύμπου, όπου οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις ήταν περιορισμένες, είδαν ότι η ορεινή λίμνη Ασκουρίς της Καλλιπεύκης – η μοναδική ίσως λίμνη σε υψόμετρο 1.100 μέτρων – δεν απέδιδε οικονομικώς, καθώς η πλούσια βλάστησή της από καλάμια και νούφαρα δυσχέραινε την αλιεία, άνοιξαν μια σήραγγα μέσα από το βουνό του Ολύμπου και αποξήραναν τη λίμνη.

Οι εκτάσεις που αποκαλύφθηκαν – περί τα 5.600 στρέμματα (το βάθος της δεν ξεπερνούσε τα 12 μέτρα) – διανεμήθηκαν ως κλήρος, όπου καλλιεργήθηκαν οι περίφημες πατάτες Καλλιπεύκης.

«Η Φύση δεν δαμάζεται», ανέφερε στην «Κ» ο δήμαρχος Γόννων, κ. Αν. Τόλιος κι έτσι, σήμερα η τοπική κοινωνία φαίνεται πως έχει πεισθεί για τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η αποκατάσταση της λίμνης, ενώ προσβλέπει στα οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη του έργου. «Μπορεί να αναπτυχθεί η αλιεία και η τουριστική δραστηριότητα, ενώ παράλληλα θα εμπλουτισθεί ο υπόγειος υδροφορέας που έχει μειωθεί σημαντικά», δήλωσε στην «Κ» ο δήμαρχος Γόννων, κ. Αν. Τόλιος και πρόσθεσε πως σύμφωνα με τους ειδικούς η λίμνη θα «τραβήξει» τις βροχοπτώσεις που επίσης έχουν μειωθεί στην περιοχή.

Το έργο της επανασύστασης της λίμνης βρίσκεται στη φάση της σύνταξης της μελέτης, προϋπολογισμού 1 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά εκτιμάται ότι θα κοστίσει περί τα 11 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα, πάντως, με το χρονοδιάγραμμα, η μελέτη θα ολοκληρωθεί εντός του 2008 και το έργο θα έχει περατωθεί σε τέσσερα χρόνια.

– Λιμνοθάλασσα Δράνας. Η μεγαλύτερη και παραγωγικότερη λιμνοθάλασσα του Αιγαίου, η λιμνοθάλασσα της Δράνας στο Κάτω Δέλτα του Εβρου, εκτεινόταν μέχρι τη δεκαετία του ’50 σε 10.000 στρέμματα και αποτελούσε σημαντικό υγροβιότοπο. Ωστόσο, η ανάγκη για εξασφάλιση καλλιεργήσιμων εκτάσεων, οδήγησε το 1956 στην κατασκευή φραγμάτων, καναλιών, τάφρων καθώς και αντιπλημμυρικών και αρδευτικών έργων, με σκοπό την αποξήρανση μεγάλων εκτάσεων της λιμνοθάλασσας για γεωργική εκμετάλλευση.

Τα έργα αυτά είχαν αποτέλεσμα να διαταραχθεί η ισορροπία γλυκού και αλμυρού νερού στη Δράνα και να κυριαρχήσει το αλμυρό νερό. Για να μην υπερχειλίζει στις γειτονικές καλλιέργειες, χρειάστηκε η κατασκευή ενός αναχώματος, που περιόρισε την έκταση της Δράνας σε 6.000 στρέμματα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 η εκμετάλλευση της λιμνοθάλασσας πέρασε από τον τοπικό αλιευτικό συνεταιρισμό στα χέρια ιδιώτη, που όμως δεν φρόντιζε για τη συντήρηση του αναχώματος που εμπόδιζε την υπερχείλιση του θαλασσινού νερού στις γειτονικές καλλιέργειες. Οι ντόπιοι αγανακτισμένοι προέβησαν το 1987 στον αποκλεισμό της Δράνας από τη θάλασσα και έτσι η λιμνοθάλασσα στέγνωσε. Ο υδροφόρος ορίζοντας έπεσε, εξαφανίστηκαν σημαντικοί οικότοποι και είδη. Αλλα και τα αποξηραμένα εδάφη αποδείχτηκαν «άνθρακες», εξαιτίας των χιλιάδων ετών αλάτωσής τους, ενώ τα οφέλη από την εκμετάλλευση της λιμνοθάλασσας χάθηκαν. «Το πρόβλημα ήταν η απουσία ολοκληρωμένης διαχείρισης του συστήματος και οι αποσπασματικές παρεμβάσεις», είπε στην «Κ» η συντονίστρια του Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Δέλτα Εβρου, κ. Ελένη Μακρυγιάννη. Το 2001, σχεδόν 15 χρόνια μετά την άδοξη κατάληξη της πιο μεγάλης και πιο παραγωγικής λιμνοθάλασσας του Αιγαίου, η αποκατάστασή της προέκυψε ως αίτημα τοπικής κοινωνίας και αρχών. Χάρη στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Life» πραγματοποιήθηκαν έργα για την ενίσχυση του αναχώματος καθώς και των νησίδων όπου παλαιότερα αναπαράγονταν πτηνά, αλλά και τη δημιουργία ζωνών νερού για την καλύτερη κυκλοφορία του νερού εντός της λιμνοθάλασσας. Μόλις τον Ιούνιο του 2004 αποκαταστάθηκε και η επικοινωνία του συστήματος με τη θάλασσα. Στα μελλοντικά σχέδια του Φορέα Διαχείρισης είναι η επαναφορά του γλυκού νερού στη λιμνοθάλασσα.

– Λίμνη Κάρλα. Η αρχαία λίμνη Βοϊβηίς, βρισκόταν μεταξύ Λάρισας και Μαγνησίας και εκτεινόταν σε 60.000 – 180.000 στρέμ. ανάλογα με τα νερά που δεχόταν κατά περιόδους, κυρίως από τον Πηνειό, ενώ το βάθος της έφτανε τα 4-6 μέτρα. Φιλοξενούσε πλούσια ιχθυοπανίδα και ορνιθοπανίδα, περισσότερα από 143 είδη, και μέχρι τη δεκαετία του ’60 που ξεκίνησαν τα έργα αποξήρανσής της θεωρούνταν ο δεύτερος σημαντικότερος υγρότοπος της Ν. Ευρώπης μετά το Δούναβη.

Η αποξήρανση της Κάρλας ξεκίνησε το 1956, και ο πρώτες ποσότητες νερού έπεσαν στον Παγασητικό Κόλπο το 1960 μέσα από μια σήραγγα 10 χλμ. Το 1962 η λίμνη είχε αποξηρανθεί ολοκληρωτικά.

Οι αποκαλυφθείσες εκτάσεις παραχωρήθηκαν για αγροτικές καλλιέργειες, ωστόσο, ο περιορισμός των βροχοπτώσεων, η πτώση του υπόγειου υδροφορέα σε βαθμό που το νερό έγινε υφάλμυρο, οι αλλαγές στο μικροκλίμα της περιοχής ώθησαν τοπική κοινωνία και φορείς να ζητήσουν την επανασύστασή της. Οι εργασίες για την κατασκευή του ταμιευτήρα ξεκίνησαν το 2001 και ολοκληρώθηκαν το 2006, ενώ σήμερα σε εξέλιξη βρίσκονται τα υπόλοιπα έργα, μετά από τρία χρόνια στασιμότητας.