ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μεθεόρτιο στον «Ευαγγελισμό» του Κιέβου

Συμβολική αφετηρία οργανώσεως της Εκκλησίας των σλαβικών φύλων, που συγκεντρώνονταν στην παραποτάμια πόλη Κίεβο παρά τον Δνείπερο, θεωρείται το 988. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει «εκκλησιαστική» προϊστορία στις Παρευξείνιες περιοχές. Αυτή ξεκινά από τις εκχριστιανισμένες ελληνικές παροικίες, όπως της Χερσώνας, που οργανώθηκαν από την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως σύμφωνα με την εντολή του 28ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου για τις χώρες «τοις βαρβαρικοίς» που βρίσκονταν εκτός των ορίων του βυζαντινού κράτους.

Η προσπάθεια του Πατριάρχη Φωτίου για την προσέγγιση με τους Ρως δεν είχε μόνον διπλωματική και εμπορική σημασία, αλλά απέβλεπε μακρύτερα και στη θρησκευτική μεταστροφή τους. Αυτό το φρόντισαν οι διάδοχοί του με μια συστηματική ιεραποστολική προσπάθεια. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ και του Πατριάρχη Νικολάου Β΄ του Χρυσοβέργη, στέλνεται στο Κίεβο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο πρώτος Μητροπολίτης Μιχαήλ. Φαίνεται πως ήταν ένας πολύγλωσσος και δραστήριος Ελληνας, μάλλον από τον ιεραποστολικό κύκλο του Αγίου Μάμαντα παρά τις Βλαχερνές, όπου ελλιμενίζονταν οι εκ Κιέβου έμποροι. Ο μητροπολίτης Μιχαήλ φθάνει στο Κίεβο και με την έγκριση του ηγεμόνα της περιοχής Βλαδίμηρου, που είχε κατηχηθεί και βαπτιστεί στη Χερσώνα, οργανώνει την πρώτη Κιεβική Εκκλησία. Ετσι αρχίζει η εκκλησιαστική ζωή στη νότια Ρωσία.

Τη γενέθλια αυτή χρονολογία του Ιωβηλαίου των χιλίων χρόνων του «ευαγγελισμού» της Κιεβικής Εκκλησίας γιόρτασε η Ορθοδοξία το 1988. Η Εκκλησία μάλιστα της Ρωσίας πανηγύρισε το γεγονός μεγαλόπρεπα κατά την περίοδο της πολιτικής «μεταλλάξεως» του καθεστώτος της, της γνωστής ως «περεστρόικας». Ομως από τη νέα αυτή «μεταρρύθμιση» προέκυψε η πολυδιάσπαση της Σοβιετικής Ενώσεως και η ανασύσταση των κρατών που είχαν τεθεί άλλοτε υπό το σκήπτρο των τσάρων. Ετσι προέκυψε η ανεξάρτητη Ουκρανία, που από το 1686 ήταν υποταγμένη στη Μόσχα, όταν αποχώρησε από τα εδάφη της η εκλατινισμένη πολωνική ηγεσία, αφήνοντας πίσω της τον εκκλησιαστικό διχασμό του ορθόδοξου λαού από την «ενωτική – ουνιτική» διαίρεση.

Αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα από το 1037 μαρτυρούν πως η μητρόπολη Κιέβου σύμφωνα με το κανονικό προνόμιο του Πατριάρχη Αλέξιου του Στουδίτη είναι η 61η καθέδρα στο «Τακτικό» του Αποστολικού Θρόνου της Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως και έχει δώδεκα επισκοπές προς ανατολάς, δηλαδή προς τον Βόλγα και επτά επισκοπές δυτικά, προς τη Λευκορωσία, δηλαδή είναι μια μεγάλη μητρόπολη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο Πατριάρχης Ιωάννης ΙΒ΄, το 1302, μεταθέτει την έδρα του Κιέβου στον Βλαδίμηρο και συνιστά τη δεύτερη μητρόπολη Γαλλίτσης στη Γαλλικία, το δε 1308 ιδρύει και την τρίτη μητρόπολη της Μόσχας και «πάσης Ρωσίας». Το 1416 Σύνοδος εννέα Ρώσων εκλέγει ως μητροπολίτη Κιέβου κάποιον Γρηγόριο και ο Πατριάρχης Ιωσήφ Β΄ διαφωνεί και δεν επικυρώνει την απόφασή τους, ενώ το 1433 όταν εκλέγει ο ίδιος για το Κίεβο τον επίσκοπο Σμολένσκης Γεράσιμο επικυρώνει την εκλογή του. Η επιστασία των πατριαρχών στην Κιεβική Εκκλησία είναι συνεχής και μετά την Αλωση, παρά τις τεράστιες δυσκολίες. Είναι γνωστή η αποστολή του Πατριάρχη Θεόληπτου Α΄ το 1518 υπό τον Ζιχνών Γρηγόριο για την ανανέωση των δεσμών με το Πατριαρχείο, καθώς και η σπουδαία προσφορά του Μαξίμου του Γραικού στη Ρωσία, καθώς και η μετά ταύτα δοκιμασία του από τους Ρώσους «αυτοκεφαλιστές». Ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ περιοδεύει επί διετία στη Ρωσία (1588-1590), με τους Μονεμβασίας Ιερόθεο και Ελασσώνος Αρσένιο για εκκλησιαστικές υποθέσεις και όταν προέκυψε πρόβλημα από μια αντικανονική εκλογή στο Κίεβο, ο Ιερεμίας ως ο «κυρίαρχος» του θρόνου της με κανονική Πράξη του, που διασώζεται, αποστέλλει τον Μονεμβασίας Ιερόθεο και τον Μιγλενών Θεοφάνη για να λύσουν το πρόβλημα. Ο Ιερεμίας Β΄, πιεζόμενος αφόρητα από τον τσάρο Θεόδωρο και λόγω των αναγκών του Πατριαρχείου, αναγνώρισε στις 26 Ιανουαρίου 1589 με χρυσόβουλο την πατριαρχική αξία στον μητροπολίτη Μόσχας Ιώβ και με συγκροτηθείσα στην Κωνσταντινούπολη το 1590 Σύνοδο Πατριαρχών «κανόνισε» στα Δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας τον μητροπολίτη Μόσχας ως τον πέμπτο πατριάρχη. Ομως υπάρχει μια ρητή διάταξη για την απονομή της πατριαρχίας στον εκάστοτε μητροπολίτη Μόσχας. Αυτή γράφει ότι: «έχει ως κεφαλή και αρχή τον Αποστολικό Θρόνο της του Κωνσταντίνου πόλεως ως και οι άλλοι πατριάρχες». Το 1620 ο Πατριάρχης Τιμόθεος Β΄, αυτός που εγκατέστησε το 1600 το Πατριαρχείο στο Φανάρι, στέλνει τον Ιεροσολύμων Θεοφάνη να αποκαταστήσει την Ορθόδοξη τάξη και ιερωσύνη στο Κίεβο και να χειροτονήσει τη νέα ιεραρχία του. Από την πηγή αυτή υπάρχει μέχρι σήμερα η κανονική διαδοχή στην Κιεβική Εκκλησία.

Σήμερα η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και όλες οι λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν «κοινωνία» μόνον με την Εξαρχία του Πατριαρχείου Μόσχας στο Κίεβο. Ομως το νέο ουκρανικό κράτος ζει έναν τραγικό εκκλησιαστικό διχασμό, που ξεπερνά τον ελλαδικό του 1917-1923 και ξεκινάει από τις μεγάλες διαχρονικές ιστορικές και εθνικές περιπέτειες της Ουκρανίας. Ετσι θεώρησε ως ευκαιρία την συνάντηση των Ορθοδόξων ταγών κατά την τέλεση ενός καθυστερημένου εορτασμού προκειμένου να διαπιστωθούν επιτόπια τα υφιστάμενα τρία οδυνηρά «ορθόδοξα» σχίσματα που διασπούν την ορθόδοξη ευχαριστιακή ενότητα του κιεβικού λαού. Η ουκρανική διάσταση ως εκκλησιολογικό πρόβλημα δεν μπορεί να αφεθεί στη μονοφωνία της ρωσικής επικυριαρχίας, δεδομένων των μακρύτερων δεσμών των επτά αιώνων του Κιέβου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από εκείνους των τεσσάρων κάτι αιώνων της ρωσικής επικυριαρχίας. Δυστυχώς, ο «εορτασμός» προκάλεσε άφρονες απειλές, αστήρικτες και προσβλητικές κατηγορίες που προκαλούν προβληματισμό στην ορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση.

Ολοι γνωρίζουν ότι τα εκκλησιαστικά προβλήματα δεν επιλύονται αλλά περιπλέκονται όταν καταπατείται το Κανονικό Δίκαιο και η Ιστορία της Εκκλησίας. Τα υφιστάμενα προβλήματα δεν μπορεί μόνη η Μόσχα να τα επιλύσει, αφού η δικαιοδοσία του Κιέβου έχει καταπατηθεί και είναι τρεις αιώνες αρχαιότερη της Μόσχας. Η Μητέρα που γέννησε εν Χριστώ τον λαό του Κιέβου είναι η μόνη που εκ των ιερών κανόνων «δύναται» να θεραπεύσει τον επιζήμιο «εκκλησιαστικό διχασμό» με μια Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδο. Αυτό δεν δικαιούνται να αμφισβητήσουν οι κατευθύνοντες την τακτική του Πατριαρχείου της Μόσχας. Αυτό ας μην το αμφισβητήσουν οι κατευθύνοντες την εξωτερική τακτική του Πατριαρχείου της Μόσχας, αφού δεν είναι απλή εσωτερική τους υπόθεση. Οταν δόθηκε η πατριαρχική αξία στη μητρόπολη Μόσχας (1590), το Κίεβο ήταν υπό την Πολωνία εκτός της ρωσικής επικράτειας και το Οικουμενικό Πατριαρχείο αγωνίστηκε τότε για να διατηρήσει την Ορθοδοξία του από την «ενωτική» διαπλοκή.

* Ο κ. Αριστείδης Πανώτης είναι καθηγητής της Θεολογίας, αρχισυντάκτης της Θ.Η. Εγκυκλοπαιδείας και ιστορικός των Πατριαρχείων.