ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Προτιμούσα να πεθάνω παρά να με πιάσουν»

Η Κωνσταντινιά Καρυοφίλη κατέβασε την κάλτσα του αριστερού ποδιού της και έδειξε το παλιό τραύμα, αποκαλύπτοντας ένα περιστατικό όπου συμπυκνώνεται η φρίκη του πολέμου. Ενα πρωί, με το χάραμα, επικεφαλής ομάδας ανταρτών, βγήκε περιπολία στη θέση «Μπούφι». Διασχίζοντας μια χαράδρα πάτησε σε ένα θάμνο όπου ήταν καμουφλαρισμένος ένας στρατιώτης που είχε στήσει ενέδρα αλλά είχε αποκοιμηθεί. Οταν την αντελήφθη, τράβηξε την ξιφολόγχη για να την χτυπήσει, αλλά εκείνη ενστικτωδώς τον γάζωσε με το αυτόματό της. Πεθαίνοντας ο στρατιώτης τη δάγκωσε στη γάμπα, αφήνοντάς της ανεξίτηλο σημάδι.

Η Κωνσταντινιά Καρυοφίλη βγήκε στο βουνό στα 18, γιατί όπως λέει οι χωροφύλακες στο Αργος Ορεστικό την έδειραν άγρια και την κούρεψαν. Η ηγεσία του ΔΣΕ την κατέταξε στους κομάντος και, εκτιμώντας τη γενναιότητά της στις μάχες, της ανέθεσε τη διοίκηση διμοιρίας. Στη μάχη του Χάρου ήταν η ψυχή και το μυαλό του τάγματος των ανταρτών που υπερασπίζονταν τον αυχένα και τη χαράδρα. «Η εντολή ήταν εάν κάναμε τρία βήματα πίσω από το χαράκωμα θα μας εκτελούσαν οι δικοί μας», θυμάται. Για τον ΔΣΕ ο αυχένας έπρεπε να κρατηθεί πάση θυσία ώστε να μην αποκλειστεί ο διάδρομος ενδεχόμενης διαφυγής των δυνάμεών του προς την Αλβανία. Οι μάχες άρχισαν στις 14 Ιουνίου και τέλειωσαν στις 21 Αυγούστου του 1948 με τον περίφημο ελιγμό των ανταρτών και το πέρασμά τους στο Βίτσι. «Εγιναν τιτανομαχίες εδώ. Το αίμα κυλούσε ποτάμι. Το πυροβολικό και η αεροπορία έκαναν σκόνη τα πάντα, οι ναπάλμ έκαιγαν και τις πέτρες ακόμη, αλλά εμείς στα χαρακώματα κρατούσαμε. Ο στρατός επιχειρούσε διαρκώς εφόδους, αλλά εμείς τους θερίζαμε. Με το που σκοτωνόταν ένας συναγωνιστής μου ή ένας στρατιώτης έκλαιγα. Ελεγα μέσα μου: Θεέ μου, γιατί να χύνεται ελληνικό αίμα;». Τη ρώτησα εάν, αφού έβλεπε ότι ο αγώνας ήταν προδομένος και μάταιος, σκέφτηκε να λιποτακτήσει. «Οχι. Ετρεμα στην ιδέα ότι εάν έφευγα ή με έπιαναν αιχμάλωτη θα με βασάνιζαν όπως έγινε με την αστυνομία. Προτιμούσα να πεθάνω παρά να πέσω στα χέρια του εχθρού. Γι’ αυτό ένας από τους συμπολεμιστές μου είχε εντολή να με σκοτώσει αμέσως εάν εκτιμούσε ότι κινδύνευα να συλληφθώ».

Μαζί ένα 13χρονο παιδί

Το ένα χέρι στη σκανδάλη της «τουρτούρας», του μυδράλιου δηλαδή, και στο άλλο η παλάμη ενός 13χρονου παιδιού που ζούσε και αυτό τη φρίκη του πολέμου. «Το είχαν πιάσει στο πλαίσιο της υποχρεωτικής στρατολογίας μαζί με την αδερφή του. Κατά τη μεταφορά στον Γράμμο δραπέτευσε τη νύχτα, αλλά δεν επέστρεψε στο χωριό του διότι οι γονείς του είχαν σκοτωθεί και αναζητούσε στις γραμμές του στρατού μας την αδερφή του. Την εντόπισε στο τάγμα μας, αλλά εκείνη δεν ήθελε τον μικρό για να μη σκοτωθεί. Ομως το παιδί αρνιόταν να φύγει. Ετσι, το πήρα υπό την προστασία μου και αναγκαστικά το είχα στο χαράκωμα όταν άρχισαν οι μάχες. Εκλαιγε διαρκώς, σοκαριζόταν ακούγοντας τις εκρήξεις και βλέποντας τους συμπολεμιστές μου να πέφτουν νεκροί στο όρυγμα. Μείναμε ζωντανοί και οι δύο και με την υποχώρηση το πήρα μαζί μου. Εκτοτε ζει κάπου στην Τσερχοσλοβακία».