ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Θα σε ψηφίσω αν μου φέρεις έναν κάδο απορριμμάτων!»

Στις φτωχογειτονιές του Δενδροποτάμου Θεσσαλονίκης η ζωή το πρωί ξεκινάει από τις αυλές και τα δρομάκια. Φραπέ στο χέρι και τσιγάρο, κουβέντες στα κινητά, απλωμένες κουβέρτες στις καγκελόπορτες. Παιδιά τρέχουν στους στενούς δρόμους με σαραβαλιασμένα ποδήλατα… Ενα μηχανάκι περνά με ιλιγγιώδη ταχύτητα, εξαφανίζεται πίσω από τους σκουπιδότοπους και τους βάλτους. Η BMV του αστυνομικού τρέχει πίσω του… Δεν τον προλαβαίνει κι εγκαταλείπει την προσπάθεια να τον ακολουθήσει στα δύσβατα μονοπάτια του. Την ίδια στιγμή, ο δάσκαλος από τα κάγκελα του σχολείου φωνάζει στη γλώσσα των Ρομ: «Κάι σι Μαρίνα;» Πού είναι η Μαρίνα; Γιατί δεν ήρθε σήμερα στο σχολείο; Απάντηση δεν παίρνει…

Δίπλα, μια ανάσα από το σχολείο και τις φτωχογειτονιές, οι σκηνίτες. Ντενεκεδομαχαλάς. Δυσοσμία. Πρόχειρες παράγκες, στημένες αυθαίρετα ανάμεσα σ’ έναν απέραντο σκουπιδότοπο. «Αν μου φέρεις έναν κάδο απορριμμάτων, θα σε ψηφίσω!». Τόσο απλά. Εν έτει 2009 το αίτημα των ψηφοφόρων τσιγγάνων σ’ έναν υποψήφιο που κατεβαίνει με το ψηφοδέλτιο επικρατείας των «Οικολόγων Πράσινων» είναι να απαλλαγούν από τα σκουπίδια.

Η 35χρονη τυφλή τσιγγάνα, Βασιλική Τσακίρη, που στεκόταν χθες απέναντί τους, μιλώντας τη γλώσσα τους, δεν έταζε λαγούς με πετραχήλια. Ακουγε και έβλεπε με τα μάτια της ψυχής της τους καημούς και τα βάσανα του καθενός στην πιο υποβαθμισμένη περιβαλλοντικά συνοικία της Θεσσαλονίκης απ’ όπου ξεκίνησε την προεκλογική της περιοδεία. Καταλάβαινε, κι ας μην έχει δει ποτέ τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, την υποβάθμιση, τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη φτώχεια, την ανισότητα..

Από τον κόσμο των τσιγγάνων προέρχεται εξάλλου και η ίδια. Επί τριάντα πέντε χρόνια περιφερόταν με τους γονείς και τα πέντε αδέλφια της ανά την Ελλάδα πουλώντας χαλιά και πλαστικές καρέκλες. Σε μια παράγκα πέρασε τη ζωή της. Θήβα, Λιόσια, Ασπρόπυργος, καταυλισμοί τσιγγάνων σε κάθε γωνιά της χώρας… «Δεν είναι εύκολο να ζεις σε τσαντίρι. Να παγώνεις τον χειμώνα, να λιώνεις από ζέστη το καλοκαίρι, να πίνεις βρώμικο νερό και να τρως δίπλα σε σκουπίδια. Γι’ αυτό πρέπει να εγκρίνουν δάνεια για τους τσιγγάνους, να διώξουν την πίκρα τους», επαναλαμβάνει.

Χτύπησα πολλές πόρτες

Γράμματα δεν έμαθε παρά τις προσπάθειές της να ενσωματωθεί σ’ ένα σχολείο. Κι αυτός ήταν ο καημός της. Την ευκαιρία έδωσε πριν από τρία χρόνια ο «δάσκαλος των τσιγγάνων», ο θεολόγος Θανάσης Νικολαΐδης, το στήριγμά της και τα μάτια της σ’ αυτήν την πρωτόγνωρη προεκλογική διαδικασία. «Η Βασιλική συγκεντρώνει την πολύπτυχη προβληματική των γυναικών τσιγγάνικης καταγωγής. Γι’ αυτό και τολμάμε, μέσα από τους Οικολόγους που μας ενεκολπώθησαν στο ψηφοδέλτιο, να παλέψουμε για τα προβλήματά τους και τις άγρυπνες καλομάνες – το κίνημα με το οποίο ονειρευόμαστε ν’ αλλάξουμε τις συνθήκες των τσιγγάνων», εξηγεί ο κ. Νικολαΐδης. Μαζί του η Βασιλική έμαθε να μιλάει ελληνικά πριν από τρία χρόνια, στο σχολείο που έστησε στο κάμπινγκ των Ανω Λιοσίων. «Ηθελα πάντα να ξεφύγω από την άθλια ζωή μου. Χτύπησα πολλές πόρτες, σε εκκλησίες, σε ξενώνες, σε ιδρύματα… κανείς δεν με δέχθηκε. Εδώ κι δέκα μήνες βρήκα παρηγοριά στη Λασκαρίδειο Στέγη Τυφλών και το κουράγιο να κάνω μόνη μου μια νέα αρχή».

Βιωματική παιδαγωγική

Μ’ ένα κλειστό φορτηγάκι βαν, το οποίο ο δάσκαλός της διαμόρφωσε σε κινητή αίθουσα διδασκαλίας για να περιφέρεται από σπίτι σε σπίτι, από γειτονιά σε γειτονιά, αλωνίζει από χθες τη Βόρεια Ελλάδα. «Καταγράφει» τα προβλήματα και ταυτόχρονα προετοιμάζει το έδαφος για τη «βιωματική παιδαγωγική» στις γυναίκες, τα μαθήματα δηλαδή που πρόκειται να ξεκινήσει σε τσιγγάνικους καταυλισμούς. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τις ενεργοποιήσουμε. Πώς; Τις μαθαίνουμε πρωτίστως να σιωπούν και να ακούν. Να μάθουν έστω την αλφαβήτα, να διατηρούν καθαρό το περιβάλλον και το σπίτι τους, να νοιάζονται για τα παιδιά τους, να τα στέλνουν στο σχολείο. Εκείνες μπορούν να παίξουν τον ρόλο της κλώσσας στα κορίτσια της γειτονιάς να τις συμπαρασύρουν σε νέες συνήθειες, να σπείρουν για να ανθίσουν λουλούδια»…

Ενα τέτοιο σχολείο, κάτω από το δικό της σπίτι ονειρεύεται και η Βασιλική, σ’ ένα καθαρό περιβάλλον μιας συνοικίας με τις βασικές υποδομές. Να αλλάξει τη νοοτροπία της φυλής της, να μάθει στις γυναίκες να μιλούν ελληνικά τόσα ώστε να μπορούν, όπως λέει, να συναλλάσσονται με τις δημόσιες υπηρεσίες. «Τι να κάνει αυτή η ανάπηρη γυναίκα που της έχει εγκριθεί το δάνειο, αλλά δεν μπορεί να εισπράξει τα χρήματα;» αναρωτιέται. H Θεοδώρα Παπαδοπούλου, κρατώντας χαρτί του δανείου που την ανακηρύσσει δικαιούχο 60.000 ευρώ, βγάζει το κεφάλι της από τη σκηνή όπου κοιμάται με τα πέντε παιδιά της.

Το παράπηγμα που είναι στημένο δίπλα της στάζει από παντού. Δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της. Κινείται με καρότσι. Ζητά βοήθεια για να βάλει γρήγορα τα θεμέλια του σπιτιού της, να βοηθήσει το ανάπηρο παιδί της… «Ξέρεις ποιος βάφτισε την κόρη μου;» ρωτάει την ομάδα των υποψήφιων οικολόγων που συνόδευαν τη Βασιλική. «Ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος». Τυχερή! της φωνάζει κάποιος. «Ναι, δεν βλέπεις που μ’ έχει!» απαντάει, δείχνοντας το αντίσκηνο μέσα στο οποίο θα βγάλει κι αυτόν τον χειμώνα.