ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Εξαιρετικό τυρί σε σκυλίσιο τομάρι»

Η πορεία του Θεόδωρου Δ. Πάγκαλου στη δημόσια ζωή της Ελλάδας κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα ήταν μακρά και ο ρόλος του καταλυτικός. Σε συνάντηση στο σπίτι του, το 1908, ιδρύθηκε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, ο οποίος απετέλεσε τη βάση του Κινήματος στο Γουδί, το 1909. Ο Πάγκαλος ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν τον ερχομό του Βενιζέλου. Συμμετείχε και στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους και το καλοκαίρι του 1916 προχώρησε στη σύσταση ομάδας αξιωματικών με σκοπό την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ενισχύοντας στη συνέχεια το Κίνημα της Θεσσαλονίκης.

Τον Μάιο του 1919, εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη ως αρχηγός του επιτελείου. Με την άνοδο φιλοβασιλικής κυβέρνησης, αποστρατεύθηκε τον Νοέμβριο του επόμενου έτους. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή παρακολουθούσε τις εξελίξεις από την Ελευσίνα. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922, σχημάτισε την επιτροπή Αθηνών η οποία προχώρησε σε συλλήψεις πολιτικών. Τα μέλη του έκτακτου στρατοδικείου για τη «Δίκη των Εξ», σε μεγάλο βαθμό, ορίστηκαν από τον Πάγκαλο. Στις 14 Νοεμβρίου διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Γονατά. Στις 12 Δεκεμβρίου παραιτήθηκε για να αναλάβει την αρχιστρατηγία και εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Σύντομα μετέτρεψε μια διασκορπισμένη μάζα στρατιωτών σε αξιόμαχο στρατό. Ο τουρκικός στρατός της Θράκης δεν ήταν ικανός σε σχέση με τη Στρατιά του Εβρου και ο Πάγκαλος πίστευε ότι μπορούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Η ελληνική διπλωματία χρησιμοποίησε τη Στρατιά ως μοχλό πίεσης και στις 24 Ιουλίου 1923 υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάννης.

Υστερα από σύγκρουση με την επαναστατική κυβέρνηση, ο Πάγκαλος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και αναχώρησε για το εξωτερικό. Επέστρεψε για να συμμετάσχει στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923. Το κόμμα των Φιλελευθέρων κέρδισε, αλλά ακολούθησε πολιτική κρίση, η οποία συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 1924. Οταν ο υπουργός Στρατιωτικών, Γόντικας, ρώτησε τον Πάγκαλο «αλήθεια Θόδωρε θα κάμης κίνημα;», εκείνος του απάντησε «και βέβαια θα κάμω κίνημα. Θα σας φοβηθώ;».