ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Να μείνουν στάσιμες οι τιμές των έργων

Το γεύμα μας με τον ζωγράφο Γιώργο Ρόρρη στο εστιατόριο «Δυρός», στο Σύνταγμα, είχε ένα μικρό απρόοπτο: την εμφάνιση κοινού φίλου, πολιτικού μηχανικού στο επάγγελμα, ο οποίος όχι μόνο ενδιαφέρεται για τα γράμματα και τις τέχνες, αλλά είναι ακάματος βιβλιοφάγος. Βεβαίως, επειδή πρόκειται για άνθρωπο «της αγοράς», κι επειδή μας έπιασε πάνω σε μια συζήτηση σχετικά με την οικονομική κρίση, στο σύντομο πέρασμά του από το τραπέζι μας, βομβάρδισε τον Γιώργο Ρόρρη με ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με την αγορά των έργων τέχνης στην Ελλάδα. «Στο Παλαιό Ψυχικό αυτή τη στιγμή το τετραγωνικό αγγίζει τις 10.000 ευρώ. Ενα δικό σου έργο με μέγεθος ένα τετραγωνικό, ποια τιμή μπορεί να πιάσει;» «Γύρω στις 12.000 ευρώ», αποκρίνεται ο ζωγράφος. Κι ο μηχανικός: «Η ερώτηση δεν έχει να κάνει με την αξία σου, αλλά με το ποιος θα αγοράσει αυτό το έργο; Ολοι μιλούν για κρίση αλλά δεν βλέπω κανέναν να κάνει μια υποχώρηση – ας πούμε, να πέσουν λίγο οι τιμές στα έργα τέχνης».

Δεν είναι τόσο απλό, ξεκίνησε να λέει ο Γιώργος Ρόρρης. «Σε αντίθεση με ένα έργο τέχνης, μετά σαράντα χρόνια το διαμέρισμα αυτό στο Παλαιό Ψυχικό θα έχει χάσει τη σημερινή του αξία. Αντίθετα, ένα έργο τέχνης, αν βέβαια πάει καλά στην αγορά, θα πάρει αξία. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ένα έργο του Τσαρούχη πουλήθηκε 15.000 δραχμές και το 1988, ένα χρόνο πριν πεθάνει ο Τσαρούχης, το ίδιο έργο πουλήθηκε 30 εκατομμύρια δραχμές σε δημοπρασία – ο ζωγράφος δεν πήρε δραχμή βέβαια. Φυσικά, ο Τσαρούχης είναι ο Τσαρούχης και υπάρχουν δεκάδες ζωγράφοι εκεί έξω που παλεύουν κάθε μέρα. Ομως δεν μπορείς να ρίξεις τις τιμές. Ωστόσο, πιστεύω ότι καλό θα ήταν να συμφωνήσουμε όλοι να μείνουν στάσιμες οι τιμές για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Στη Γαλλία, ο χώρος της τέχνης πέρασε μεγάλη κρίση στις αρχές του ’90 εξαιτίας της κίνησης κάποιων γκαλερί να τριπλασιάσουν τις τιμές. Οταν το 1996 έκανα ατομική έκθεση στο Παρίσι και πουλήθηκαν τα μισά έργα, θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία. Γενικά, ο ίδιος ο καλλιτέχνης δεν είναι σε θέση να ελέγχει πάντα το πόσο θα πωληθεί ένα έργο του. Αν, για παράδειγμα, κάποιος μου ζητήσει ένα έργο μου τρεις φορές πάνω την αξία του, δεν πρόκειται να του το πουλήσω. Αλλά αυτή είναι μια πρωτογενής συναλλαγή με έναν συλλέκτη. Αν χτυπηθεί ένα έργο μου σε μια δημοπρασία, αυτό δεν μπορώ να το ελέγξω. Προσωπικά όμως θα ακολουθήσω την τιμή που έχω ορίσει».

Αφού έφυγε ο φίλος μηχανικός, ορμώμενος από τις ερωτήσεις του στον συνδαιτυμόνα μου, ρώτησα τον ζωγράφο σχετικά με τις δημοπρασίες, οι οποίες, όπως μου είπε, «είναι ένα μάλλον καινούργιο φρούτο στην ελληνική αγορά. Ακόμα ψαχνόμαστε στην Ελλάδα. Στο εξωτερικό συμβαίνουν παράλογα πράγματα. Μπορεί να χτυπήσει ένα έργο ένας μεγιστάνας όπως ο Αμπράμοβιτς και να φτάσει τις τιμές στα ύψη. Στη χώρα μας δεν υπάρχουν επενδυτές τέτοιου μεγέθους, οι οποίοι να διαμορφώνουν τις τιμές με τις επιλογές τους, αν κι έχουν συμβεί και εδώ παράλογα πράγματα. Στις δημοπρασίες πάντως δημιουργείται ένα τεχνητό κλίμα ανταγωνισμού.

Οι τεχνικές

Στην Αμερική, ας πούμε, ακολουθούνται συγκεκριμένες τεχνικές: έχει ένας συλλέκτης πολλά έργα του Αντι Γουόρχολ, για παράδειγμα, οπότε πάει στη δημοπρασία και προσπαθεί να παρασύρει την τιμή ενός Γουόρχολ στα ύψη – στο τέλος μπορεί να υποχρεωθεί να αγοράσει ο ίδιος αυτό το έργο στην τριπλάσια τιμή από την κανονική. Στο μεταξύ όμως, με αυτό τον τρόπο θα έχει ανεβεί και η αξία όλων των άλλων Γουόρχολ που ήδη έχει στη συλλογή του. Εχει κι ένα ρίσκο αυτό βέβαια, δεν πετυχαίνει πάντα. Σε κάθε περίπτωση, σε ό,τι με αφορά, ανεξάρτητα από το πώς μπορεί να κινούνται ορισμένοι συλλέκτες ή τι συμβαίνει στις δημοπρασίες, κρατάω σταθερές τις τιμές των έργων μου».

Από το 1988, οπότε και πραγματοποίησε την πρώτη του έκθεση, ο Γιώργος Ρόρρης εκθέτει πάντα στην γκαλερί «Μέδουσα». Γενικά όμως, η σχέση ενός καλλιτέχνη με την γκαλερί μπορεί να είναι μια πονεμένη ιστορία. «Συνήθως, όταν ένας καλλιτέχνης αισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με τα έργα του, μεταθέτει το πρόβλημα στην γκαλερί. Στην προσπάθειά του να μεταβεί σε μεγαλύτερη γκαλερί, η τελευταία μπορεί να εκμεταλλευτεί την κατάσταση και να του ζητήσει μεγαλύτερο ποσοστό. Ο καλλιτέχνης συνήθως δέχεται διότι είναι και ζήτημα επιβίωσης και γοήτρου. Κανένας δεν ρωτάει κάτω από ποιες συνθήκες ο τάδε έκανε έκθεση αλλά απλώς αν έκανε έκθεση. Αυτό είναι που μετράει».

Η ζωγραφική μοιάζει περισσότερο με ποίημα παρά με μυθιστόρημα

Ο Γιώργος Ρόρρης δουλεύει κάθε μέρα στο στούντιό του στην περιοχή του Σταθμού Λαρίσης ακούγοντας πάντα Τρίτο Πρόγραμμα («τα μεσημέρια ακούω τη «Λύρα μεσημεριού» της Ράνιας Βισβάρδη, μ’ αρέσει διότι δεν έχει φλυαρίες και διαφημίσεις»), όμως αγοράζει και δίσκους. Τελευταία, τα βράδια ακούει τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ ή τις τελευταίες σονάτες του Μπετόβεν και διαβάζει Σελίν καθώς και μελέτες γύρω από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. «Τα απογεύματα όμως ξεκουράζομαι ακούγοντας τραγούδια: Μπρασένς, Τομ Γουέιτς, Τζόνι Κας».

Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα δημιουργήθηκαν τα αθηναϊκά του τοπία («όταν τα έργα εκείνα εκτέθηκαν στο Παρίσι, με ρωτούσαν αν πρόκειται για την… Ουρουγουάη», λέει γελώντας) και πιο πρόσφατα οι γυμνές γυναικείες μορφές του με αυτό το χαρακτηριστικό «ρορρικό» πορφυρό φόντο. «Με εμπνέει η γυναικεία μορφή. Κυρίως με απασχολεί η γυναικεία κατάσταση, όπως τη συναντώ στην «Μαντάμ Μποβαρί» ή στο «Μια ζωή» του Νερβάλ. Βέβαια η ζωγραφική μοιάζει περισσότερο με ποίημα, δεν απλώνεται όπως το μυθιστόρημα. Είναι φέτα ζωής, μια ανάσα – όπως κι ένα διήγημα ίσως».

Οταν σχολιάζω το σωματικό στοιχείο στα έργα του, θίγει μιαν άλλη παράμετρο. «Την περασμένη άνοιξη βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ. Καθώς ξεκινάς την περιήγηση από τις αρχές του 20ού αιώνα και φτάνεις στις μέρες μας, ειδικά μετά την περίοδο 1965-70, αυτό που παρατηρείς είναι η απομάκρυνση του σώματος από το έργο. Το έργο γίνεται ιδέα ή έννοια, έργο-κείμενο, έργο-άυλο πλέον. Αντίθετα, όσο επιστρέφουμε στον Πόλοκ, π.χ., βλέπεις το έργο να είναι το σώμα το ίδιο. Για να γίνει το έργο, απαιτήθηκε η συνεισφορά του σώματος του ζωγράφου. Βλέποντας έργα του Ρέμπραντ ή του Βαν Γκογκ, βλέπεις τη φοβερή χειρονομία του δημιουργού. Σε αυτή τη σχολή κινούμαι. Υπάρχει μια φράση του Βαλερί που μνημονεύει και ο Μερλό-Ποντί: «Ο ζωγράφος συνεισφέρει το σώμα του». Η σκέψη μου μέσα σε ένα έργο, για ένα έργο ή επί του έργου και γενικώς για τη ζωγραφική αρχίζει και υπάρχει από τη στιγμή που προϋπάρχει η σωματική δράση. Στα τελευταία έργα του Ρέμπραντ ή της μαύρης περιόδου του Γκόγια, στον Τζιακομέτι ή στον Μπέικον, βλέπεις τον άνθρωπο να έρχεται σε πάλη με την ύλη. Με ενδιαφέρει οποιαδήποτε αίσθηση πάλης με το υλικό – γι’ αυτό και μου αρέσει ο Κουνέλης. Από την άλλη, αυτό που κάνει ο καλλιτέχνης απαιτεί και το διανοητικό στοιχείο αλλιώς η χαρά αυτή θα παραμείνει ζωώδης, ένας διονυσιασμός χωρίς το απολλώνιο στοιχείο, που όμως είναι απαραίτητο. Πρέπει να μπαίνει μια τάξη στα πράγματα».

Κάποια στιγμή, εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για την κρίση των εφημερίδων. «Δεν αντέχω όλες αυτές τις Κασσάνδρες που λένε ότι οι εφημερίδες τελειώνουν. Μου φαίνεται αδιανόητο». Δεν βλέπει τηλεόραση, προτιμά να ακούει τις ειδήσεις από το ραδιόφωνο και αποφεύγει να μιλήσει για την πολιτική. Βεβαίως, δηλώνει ότι «το να ζωγραφίζει κανείς πορτρέτα είναι πολιτική πράξη, με την έννοια ότι με το πορτρέτο εκφράζεις μια πίστη στην ατομικότητα και στην έννοια του πολίτη, ότι το πρόσωπο που απεικονίζεται είναι ένα άτομο με όνομα και ταυτότητα. Βέβαια, άλλη κουβέντα είναι η ικανότητα που έχει ο μεγάλος προσωπογράφος: να αποδώσει την Ιστορία και την εποχή μέσω μιας μορφής ή ενός προσώπου και μόνον. Είμαστε υποκείμενα της Ιστορίας. Μη μου ζητάς όμως να μιλήσω για πολιτική. Η πολιτική είναι μια συζήτηση που την κάνεις όταν είσαι καλά. Τι εννοώ με το «όταν είσαι καλά»; Οτι δεν τρέχεις σε γιατρούς και νοσοκομεία. Οταν είσαι όρθιος, όταν μπορείς να δουλέψεις και να δεις αυτούς που αγαπάς. Οταν δηλαδή μπορείς να περπατήσεις. Δεν είναι δεδομένο αυτό. Εχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα σωρό βάσανα, νομίζω ότι αντί να συζητάμε στον αέρα για πολιτική, καλό θα ήταν να κάνει ο καθένας όσο πιο καλά μπορεί αυτό που αγαπάει. Είναι τρομερά δύσκολο, πέρα από το ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα κάνουν πράγματα που δεν αγαπάνε».

Μου αρέσει η μαγειρική

Η επιλογή του «Δυρού» ήταν του Γιώργου Ρόρρη. «Ερχομαι συχνά εδώ, ειδικά τα μεσημέρια. Παλαιότερα πήγαινα και στους «Δελφούς», που ήταν εδώ κοντά, άλλα έκλεισε. Εχει σπιτικό φαγητό εδώ και συχνάζουν κάποιοι παλαιοί Αθηναίοι, αλλά και διανοούμενοι». Πράγματι, πριν από λίγα χρόνια είχα πετύχει ένα μεσημέρι σε αυτό το εστιατόριο τον Ζήσιμο Λορεντζάτο να γευματίζει. «Προέρχομαι από οικογένεια μαγείρων και εστιατόρων», λέει κι επιλέγει ψητό συκώτι και πατάτες τηγανητές, μαζί με βραστά λαχανικά. «Ο πατέρας μου διατηρούσε στο χωριό ζαχαροπλαστείο. Υποθέτω ότι αν δεν έφευγα στα δεκαοκτώ μου για να έρθω στην Αθήνα, σήμερα θα ήμουν ζαχαροπλάστης. Ομως σε τέτοιο περιβάλλον μεγάλωσα. Γι’ αυτό και μ’ αρέσει η μαγειρική. Μου αρέσουν και τα εστιατόρια. Σπανίως θα βγω για ποτό, δεν το πολυκαταλαβαίνω. Για φαγητό όμως είμαι πάντα μέσα. Οταν βέβαια τρως συχνά έξω νιώθεις το βάρος του εργένη ακόμα πιο πολύ».

Ο Ρόρρης ήρθε στην Αθήνα στα δεκαοκτώ του. Εως τότε ζούσε στο χωριό. «Πελοπόννησος, Αρκαδία. Δύο ήταν τα χωριά μου, ο Κοσμάς και ο Βρονταμάς. Ομορφα χωριά, θα μπορούσαν να είναι κάτι σαν το Πάπιγκο αλλά δεν προστατεύθηκαν. Το τοπίο διατηρεί ακόμα την αίγλη του βέβαια. Ολη μου η ζωή ήταν εκεί. Μέχρι την πρώτη μετανάστευση, στην Αθήνα. Η δεύτερη ήταν μετά, στο Παρίσι. Αν κάποτε μου έλεγαν ότι θα πάω στο Παρίσι, δεν θα το πίστευα. Βλέπεις, η φαντασία σου μπορεί να καλπάσει μέχρι εκεί που σου επιτρέπεται. Εγώ, μέχρι τα δεκαπέντε μου δεν γνώριζα καν την ύπαρξη της Σχολής Καλών Τεχνών. Η ζωή μου ήταν ανάμεσα σε δύο βουνά, τον Πάρνωνα και τον Ταΰγετο. Αυτός ήταν ο κόσμος μου. Ανοιξε μετά τη μετάβασή μου στην Αθήνα και κυρίως μετά την εισαγωγή μου στην Καλών Τεχνών, στην οποία πέρασα με την πρώτη, αλλά τελευταίος στην κατάταξη».

Οπως παραδέχεται, «το γεγονός ότι είχα περάσει στην Καλών Τεχνών ήξερα ότι δεν με έκανε αυτομάτως καλλιτέχνη. Οφειλα να μάθω τη γλώσσα, τη γραμματική, το συντακτικό των πραγμάτων – κάτι που λέω και στους μαθητές μου σήμερα. Επίσης, αυτή η δουλειά μαθαίνεται και στο μουσείο, παρατηρώντας τα έργα των άλλων. Δεν μπορείς να γίνεις ζωγράφος αν δεν φας ώρες στο μουσείο, αν δεν δεις ένα έργο σε όλα του τα επίπεδα. Τα υπόγεια στρώματα που βοούν».

Η συνάντηση

Γευματίσαμε στο εστιατόριο «Δυρός», στην οδό Ξενοφώντος, στο Σύνταγμα. Συκώτι με πατάτες, βραστά λαχανικά, ψαρόσουπα και σφυρίδα, ένας καφές για το τέλος. Εξήντα επτά ευρώ σύνολο.

Οι σταθμοί τoυ

1982

Ξεκινά σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών. «Μια κίνηση που μου άλλαξε τη ζωή. Γενικά, μόλις έμαθα ότι υπάρχει η Καλών Τεχνών άλλαξε η ζωή μου. Εκεί συνάντησα ανθρώπους με παρόμοια με μένα όνειρα και τάσεις. Τον Παντελή Χανδρή, τη Μαρίνα Παπαλαμπρίδη, είχα επίσης δάσκαλο τον Στέφανο Δασκαλάκη. Ακόμα και ο χώρος της Καλών Τεχνών μού προκαλούσε δέος και είχα μέγα σεβασμό για το

ίδρυμα. Αισθάνθηκα ότι εισέρχομαι σε έναν κόσμο ευρύ, βαθύ και μέγα. Ενιωσα ελεύθερος να εκφραστώ σε αυτό που αγαπάω».

1988

Η πρώτη έκθεση στην γκαλερί «Μέδουσα», όπου και εκθέτει έως σήμερα, η οποία στέφεται με μεγάλη επιτυχία. «Οφείλω να ομολογήσω ότι σε αυτό τον τομέα στάθηκα πολύ τυχερός. Ηδη από την πρώτη μου έκθεση, κριτική και κοινό αγκάλιασαν το έργο μου».

1988-’91

Σπουδές στο Παρίσι. «Μαζί με άλλους Ελληνες ζωγράφους, τον Σακαγιάν, τη Μαρία Φιλοπούλου, τον Δασκαλάκη, την Ηλιοπούλου, πήγαμε σε ένα συγκεκριμένο ατελιέ. Στην αρχή, λες πάω να σπουδάσω ζωγραφική στο Παρίσι μα δεν μπορεί να μην σε επηρεάσει το πού βρίσκεσαι. Τότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ότι είμαι Ελληνας. Μέχρι τότε ήταν κάτι αφηρημένο. Κατάλαβα ότι δεν είμαι αυτό που είναι ο Γάλλος. Αλλες φορές αυτό μ’ έκανε να νιώθω ωραία, άλλες φορές όμως πολύ άσχημα. Προσπαθούσα να προσδιορίσω τι είμαι, τι δεν είμαι. Είδα τον εαυτό μου απ’ έξω. Παρατηρούσα το κενό που άφησα πίσω μου».

1996-’97

«Επειτα από μια έκθεση με τοπία στη Γαλλία, άρχισα να ζωγραφίζω πορτρέτα, κυρίως γυναικεία και από εκεί, σιγά σιγά, οδηγήθηκα στα γυμνά. Αυτή ήταν μια μεγάλη στροφή στην καλλιτεχνική μου πορεία».