ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πρότυπο για τις διεθνείς σχέσεις στον Μεσοπόλεμο

Η ελληνοτουρκική συνεννόηση του 1930 υπήρξε ένα από τα εντυπωσιακότερα γεγονότα των διεθνών σχέσεων κατά την περίοδο μεταξύ των δύο πολέμων. Πολλοί αναλυτές, ήδη τότε, επισήμαναν το ρηξικέλευθο στοιχείο της έναρξης μιας νέας εποχής στις σχέσεις δύο εθνών που έως τότε θεωρούνταν αυτονόητα αντίπαλα. Δεν έλειψαν μάλιστα και αυτοί που ευχήθηκαν να αποτελέσει η ελληνοτουρκική προσέγγιση ένα είδος «προτύπου» για τη γεφύρωση και της άλλης μεγάλης διαμάχης, της γαλλογερμανικής.

Η ελληνοτουρκική συνεννόηση εδραζόταν στη νέα διεθνή θέση των δύο χωρών. Μετά τη σύναψη της Συνθήκης της Λωζάννης και την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Ελλάδα είχε αποδεχτεί το υφιστάμενο εδαφικό καθεστώς και επιδίωκε να αντικαταστήσει τον στόχο της εδαφικής επέκτασης με αυτόν της οικονομικής ανάπτυξης και της εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Παράλληλα, όμως, καλείτο να υπερασπιστεί τα νέα της σύνορα έναντι της επιθετικότητας ή της ηγεμονικής διάθεσης άλλων κρατών, βαλκανικών (πρώτιστα της Βουλγαρίας, αλλά δευτερευόντως και της Γιουγκοσλαβίας), ή και Μεγάλων Δυνάμεων, όπως η Ιταλία. Ανάλογη όμως πολιτική προέβαλε και η κεμαλική Τουρκία, η οποία επίσης αποδεχόταν -τότε- τα υφιστάμενα σύνορα και επιδίωκε να κατοχυρώσει την πολιτική της ανεξαρτησία. Στο κλίμα αυτό, η συνεργασία των δύο χωρών, που δεν χωρίζονταν πλέον από εκατέρωθεν εδαφικές διεκδικήσεις, θα ήταν επωφελής, ίσως και επιβεβλημένη. Αυτό άλλωστε διακήρυξε αμέσως μετά την επάνοδό του στην εξουσία, το 1928, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, του οποίου ο ρόλος στην ελληνοτουρκική προσέγγιση υπήρξε καταλυτικός.

Το ιστορικό γεγονός που περιγράφεται με τον όρο «ελληνοτουρκική συνεννόηση» έχει, στην πράξη, δύο πτυχές. Κατ’ αρχάς, έπρεπε να εκκαθαρισθούν οι οικονομικές εκκρεμότητες μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922-23. Η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων από πανάρχαιες εστίες στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη υπήρξε γεγονός τραυματικό για τον Ελληνισμό, και η αποζημίωση των προσφύγων αποτελούσε μείζονα προσδοκία για την κοινή γνώμη. Ωστόσο, η Τουρκία δεν δεχόταν ότι βρισκόταν στη θέση του οφειλέτη, και πίεζε ασφυκτικά τον εναπομείναντα Ελληνισμό της Πόλης και το Οικουμενικό Πατριαρχείο κάθε φορά που επιδίωκε να προωθήσει τις θέσεις της στις σχετικές διαπραγματεύσεις. Ετσι, οι Ελληνες της Πόλης και το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετατρέπονταν σε «ομήρους» στα χέρια των Τούρκων, ενώ οι διαδοχικές αλλά αποτυχημένες προσπάθειες διευθέτησης των εκκρεμοτήτων το 1924-28 είχαν δημιουργήσει μία εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση. Η οριστική επίλυση του ζητήματος -η πρώτη φάση της ελληνοτουρκικής συνεννόησης- επήλθε με τη σύναψη του Οικονομικού Συμφώνου του Ιουνίου 1930, που προέβλεπε την εκκαθάριση των οικονομικών διαφορών στη βάση του αμοιβαίου συμψηφισμού και με επιπλέον καταβολή από την Ελλάδα ποσού 425.000 στερλινών.

Αντιδράσεις

Η πρόβλεψη αυτή κατακρίθηκε ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου ο Βενιζέλος κατηγορήθηκε για αγνόηση των συμφερόντων των προσφύγων. Οι αντιδράσεις εναντίον της τουρκικής πολιτικής του Βενιζέλου δεν αφορούσαν το «πολιτικό» επίπεδο, δηλαδή τη συγκρότηση μιας στρατηγικής σχέσης με την Τουρκία, για την αναγκαιότητα της οποίας συμφωνούσαν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης -αντιβενιζελικής ή και βενιζελογενούς- σχετίζονταν με τη διάθεσή της να εκμεταλλευθεί την απογοήτευση των προσφύγων για την ατελή αποζημίωσή τους, ώστε να διεκδικήσει τις ψήφους τους από το Κόμμα των Φιλελευθέρων.

Ωστόσο, στο επίπεδο αυτό, η επιστημονική έρευνα έχει αποκαλύψει μια αρκετά διαφορετική εικόνα. Πράγματι, η περιουσία που άφησαν οι Ελληνες στην Τουρκία θα έπρεπε να αποτιμηθεί ως μεγαλύτερη από την αντίστοιχη που εγκατέλειψαν στην Ελλάδα οι πολύ λιγότεροι μουσουλμάνοι πρόσφυγες. Αλλά η Σύμβαση της Ανταλλαγής του 1923 προσμετρούσε στον σχετικό υπολογισμό μόνον την ακίνητη περιουσία (όχι τις «άυλες» αξίες ή την κινητή περιουσία, στοιχεία που είχαν χαθεί μέσα στον ορυμαγδό της Καταστροφής). Επιπλέον, πολλά από τα ακίνητα των Ελλήνων στην Τουρκία είχαν καταστραφεί κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις, ενώ τα αντίστοιχα τουρκικά στην Ελλάδα υπολογίζονταν στο σύνολο της αξίας τους.

Ηδη από το 1925-26 είχε γίνει σαφές ότι, βάσει της Σύμβασης, δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι η Τουρκία θα βρισκόταν στη θέση του οφειλέτη. Μάλιστα, μετά τη λεγόμενη «συμφωνία των Αθηνών» (Δεκέμβριος 1926), δηλαδή πριν από την επάνοδο του Βενιζέλου, η Αθήνα αναγκάστηκε να καταβάλει ως εγγύηση ποσό 500.000 στερλινών, κάτι που προδίκαζε το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας. Το γεγονός ότι, παρ’ όλα αυτά, το πολιτικό σύστημα εξακολουθούσε να ενθαρρύνει τις προσδοκίες των προσφύγων, δεν τιμά, ασφαλώς, το ίδιο. Το πολιτικό σύστημα γνώριζε· απλώς δεν έλεγε την αλήθεια στους πρόσφυγες. Με άλλα λόγια, ο Βενιζέλος δεν «θυσίασε» τα συμφέροντα των προσφύγων. Απλώς, ήταν διατεθειμένος να ανακοινώσει στο κοινό αυτό που και άλλοι γνώριζαν, αλλά προτιμούσαν να μην πουν…

Αναμόρφωσε την ελληνική εξωτερική πολιτική

Η πολιτική προσέγγιση συντελέστηκε κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Βενιζέλου στην Τουρκία, τον Οκτώβριο του 1930, όταν υπογράφηκαν Σύμφωνο Φιλίας, Πρωτόκολλο Ναυτικών Εξοπλισμών, Σύμφωνο Εγκατάστασης και Εμπορική Σύμβαση. Κατά τη μεταγενέστερη (1934) περιγραφή του ίδιου του Βενιζέλου, η διμερής προσέγγιση «καθίδρυεν εις τα Βαλκάνια μιαν δύναμιν ελληνοτουρκικήν, η οποία δεν θα επέτρεπε εις κανένα άλλο κράτος να έχη αξιώσεις κάποιας ηγεμονικής θέσεως εις τα Βαλκάνια». Η διμερής συνεννόηση λειτουργούσε αποτρεπτικά έναντι των βουλγαρικών και των γιουγκοσλαβικών διεκδικήσεων, κατοχύρωνε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας και της Τουρκίας έναντι των Μεγάλων Δυνάμεων και τέλος συνέβαλλε στην προστασία της ελληνικής μειονότητας της Πόλης, της Ιμβρου και της Τενέδου, καθώς και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ηταν ουσιώδες τμήμα της προσπάθειας του Βενιζέλου να αναμορφώσει την ελληνική εξωτερική πολιτική στη μετά τη Μεγάλη Ιδέα περίοδο και να αναδείξει τις δυνατότητες της χώρας για ουσιαστική συμμετοχή στις διεθνείς διεργασίες.

Η πολιτική αυτή θα συνεχισθεί και από την επόμενη κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, που το 1933 σύναψε και συμμαχία με τη γειτονική χώρα. Και παρά τις κυπριακές κρίσεις του 1955-59 και 1963-64, θα εγκαταλειφθεί από την Αθήνα μόνον μετά το 1973-74, δηλαδή μετά τη διατύπωση τουρκικών διεκδικήσεων επί ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Εδώ, άλλωστε, βρίσκεται μία από τις ουσιαστικές διαφορές της ελληνοτουρκικής συνεννόησης σε σύγκριση με τη μεταπολεμική γαλλογερμανική: στη δεύτερη περίπτωση, δεν αναβίωσαν οι εδαφικές διεκδικήσεις, οι οποίες δυστυχώς υποθήκευσαν την ελληνοτουρκική περίπτωση.

Ως φιλελεύθερος πολιτικός, ο Βενιζέλος ήταν πραγματιστής και ρεαλιστής. Ορίζοντας την πολιτική της ελληνοτουρκικής συνεννόησης, έκανε σαφές ότι οι τουρκικές επιλογές θα καθόριζαν και τη στάση της Ελλάδας: εάν οι Τούρκοι επέλεγαν ατραπούς συμβατές με τη διεθνή νομιμότητα, η Αθήνα θα είχε κάθε λόγο να συνεργαστεί μαζί τους – εάν όχι, η μοιραία απόκλιση της πολιτικής των δύο κρατών θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με μια πλειάδα άλλων τρόπων. Στη στρατηγική του κυριάρχησε η βασική αρχή ότι η Ελλάδα έχει μόνιμα συμφέροντα αλλά όχι μόνιμους συμμάχους και επίσης ότι η Ελλάδα δεν επιδιώκει την κυριαρχία στα Βαλκάνια αλλά και δεν είναι διατεθειμένη να επιτρέψει σε άλλη χώρα να κυριαρχήσει και να τη θέσει υπό τη δική της ηγεμονία. Αυτό το στοιχείο της πολιτικής του Βενιζέλου παραπέμπει στην εξ ορισμού πολύμορφη φύση των σύγχρονων διεθνών σχέσεων και αναδεικνύει το γεγονός ότι, στην ορθολογική διαχείρισή τους, σταθερό στοιχείο αποτελεί η διασφάλιση του εθνικού συμφέροντος μέσω της χάραξης μιας λειτουργικής πολιτικής.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.