ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΝΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ

Διορίστηκε εκλογικός αντιπρόσωπος συνάδελφος παρ’ Αρείω Πάγω σε ορεινό χωριό. Εφθασε στο χωριό αργά το απόγευμα. Επισκέφθηκε τον πρόεδρο της κοινότητας για να ενημερωθεί, να ελέγξει το εκλογικό κέντρο και να παραλάβει το εκλογικό υλικό. Παρακάλεσε, μάλιστα, να τον βοηθήσει να βρει χώρο για να διανυκτερεύσει. Ενημερώθηκε ότι δεν υπήρχε κατάλυμα ούτε ξενοδοχείο κοντά στο χωριό.

Στην αγωνία του ο συνάδελφος τον παρακάλεσε να τον φιλοξενήσει ο κοινοτάρχης στην οικία του. Ο κοινοτάρχης αρνήθηκε και τότε του διηγήθηκε εμπειρία του από την τελευταία φιλοξενία, που είχε κάνει σε κλιμάκιο επισήμων.

Είχαν πάει στο χωριό ο πρόεδρος, ο εισαγγελέας και ο γραμματέας Μεταβατικού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Μαζί τους ήταν και ο δασάρχης που θα εξεταζόταν ως μάρτυρας. Επειδή δεν υπήρχε χώρος για να διανυκτερεύσουν τους φιλοξένησε στο σπίτι του. Εντυπωσιάστηκαν οι φιλοξενούμενοι από το υπό κατασκευή σπίτι του και κυρίως από την οροφή με κορμούς δένδρων.

«Εχετε άδεια για τα δένδρα που κόβετε;», ρώτησε ο δασάρχης.

«Οχι, εδώ είμαστε μεταξύ μας», απάντησε ο κοινοτάρχης.

Το επόμενο πρωινό, αφού γεύθηκαν τη φιλοξενία του, έφυγαν για να δικάσουν. Το μεσημέρι ο αστυνόμος του χωριού πήγε και πήρε τον κοινοτάρχη.

Ενημερώθηκε ότι ήταν κατηγορούμενος για παράνομη κοπή δένδρων με την αυτόφωρη διαδικασία, την ποινική δίωξη άσκησε ο εισαγγελέας που είχε φιλοξενήσει, έπειτα από μήνυση που υπέβαλε ο δασάρχης που είχε φιλοξενήσει. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου που είχε φιλοξενήσει τον δίκασε με μάρτυρα τον δασάρχη, τον κήρυξε ένοχο, του επέβαλε ποινή και τον νουθέτησε.

«Αλλη φορά να μη φιλοξενείς δημόσιους υπαλλήλους».

– Ετσι δεν θα σε φιλοξενήσω, του είπε, αφού τελείωσε την ιστορία, αλλά αν θες πήγαινε στο σπίτι της χήρας, αυτή έχει χώρο.

Χτύπησε την πόρτας της.

«Καλησπέρα, είμαι ο δικαστικός αντιπρόσωπος. Μπορείτε να με φιλοξενήσετε απόψε, δεν έχω πού αλλού να μείνω».

– Τι λέτε; Εγώ είμαι χήρα, τι θα πει το χωριό.

– Κυρία μου τι είναι αυτά που εννοείτε; Εγώ είμαι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω.

Τον δέχθηκε και αργότερα του έβαλε να φάει.

– Κάτσε και εσύ να φας μαζί μου και να πιεις ένα ποτήρι κρασί, της πρότεινε ενώ έτρωγε.

– Τι θα πει το χωριό, κύριε δικαστικέ;

– Σας είπα κυρία μου, είμαι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω.

Το βράδυ τού έστρωσε να κοιμηθεί στο κρεβάτι της και αυτή έστρωσε να κοιμηθεί στο πάτωμα.

– Αποκλείεται να κοιμηθώ εγώ στο κρεβάτι και εσείς στο πάτωμα, της είπε.

– Εσείς είστε δικαστικός.

– Δεν πειράζει, θα κοιμηθούμε στο ίδιο κρεβάτι.

– Τι λέτε κύριε δικαστικέ, τι θα πει το χωριό;

– Είπαμε είμαι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, της τόνισε με έμφαση.

Προσεχώρησε η χήρα και σε αυτή του την επιθυμία.

Το βράδυ, όμως, χρόνια είχε να νιώσει αρσενική παρουσία στο κρεβάτι της, τον ακούμπησε δειλά στην αρχή και πιο προκλητικά αργότερα.

Βράχος ο δικαστικός.

Το άλλο πρωί, πριν φύγει του ετοίμασε καφέ. Ενώ τον έπινε, έβλεπε τις κότες που βγήκαν από το κοτέτσι με δύο κόκορες. Ενας καμαρωτός περπατούσε πέρα δώθε και ο άλλος σαν λυσσασμένος κυνηγούσε τις κότες.

– Τι συμβαίνει; τη ρώτησε. Ο ένας κυνηγάει τις κότες. Ο άλλος….

– Ο άλλος, κύριε δικαστικέ, είναι παρ’ Αρείω Πάγω.

Υ. Γ.: Πρόεδρος του Μονομελούς ήταν ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν.

Ευχαριστώ για την εξιστόρηση τον Θεοδόσιο Χατζηνικολάου
Ευαγγελος Γαλετζας / Δικηγορος