ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Θα το παίξεις μονά αποδεκτά ή παρολί;»

Δεν είναι εύκολο να τους τραβήξεις την προσοχή. Με τους τύπους που είναι μαζεμένοι στο βάθος δεν έχεις καμία ελπίδα. Τα μάτια τους είναι κολλημένα στον απέναντι τοίχο. Στον πίνακα, το 23 φωτίζεται. «Οχι ρε!», ακούω τον πιο κοντινό μου να ξεφυσάει απογοητευμένος και να πέφτει σαν σακί στην καρέκλα. Σε πέντε δεύτερα, ανασηκώνεται ξανά. «Δέκα!», κάνει εορταστικά και κυκλώνει το «10» στο δελτίο του. Σε κάθε νούμερο οι άνθρωποι στους πάγκους κάνουν σαν ψάρια που σπαρταρούν. Εξι νούμερα μετά, αφήνω πίσω μου τους παίκτες του Κίνο. Στο βάθος, μια άλλη «ράτσα» περιμένει.

Από 30 ώς 60 χρόνων, χωμένοι σε περιοδικά και δελτία: η αιώνια πανίδα του πρακτορείου. Στους πάγκους του στοιχήματος, οι άνδρες μελετούν με την αφοσίωση λογιστή που τσεκάρει ισολογισμό. Ο τίτλος στο άρθρο που διαβάζει ο μουσάτος μπροστά μου είναι «Τον κουβά ή την Κούβα; Διαλέξτε!». Ο διπλανός του κρατάει με το ένα χέρι ένα πάκο δελτία και με το άλλο σημειώνει ψηφία τρεμουλιαστά, σαν μάντης της αρχαιότητας. «Κύριε πράκτορα! Διπλή παραλλαγή, διπλή ευκαιρία!». Οι μισές ατάκες εδώ μέσα είναι ακατανόητες, αλλά ποιος να στις εξηγήσει;

Τα… σιγουράκια

Πρέπει να μείνεις αρκετή ώρα εδώ για να καταλάβεις πόσο καλά γνωρίζονται μεταξύ τους οι θαμώνες. Ή να πέσεις σε κάποιον σαν τον Νίκο, που σηκώνει τα μάτια, κοιτάζει τον πράκτορα και… «κοιτάξτε, ρε, ένα φιλόσοφο που έπαιζε σιγουράκι την Ηλιούπολη!». Στο επόμενο πεντάλεπτο, στη μικρή μάχη του πράκτορα με τον Νίκο θα ακούσω για το «ασιατικό χάντικαπ», για τους «μεγαλοπαίκτες» που «ανοίγουν δρόμο με το μικρό τον άσο» και για το «ματς που το είχανε μπανισμένο».

«Αφού είναι στημένα, τι νόημα έχει να παίζεις;». Ο κύριος Τάκης με κοιτάζει πάνω απ’ τα στενά γυαλιά του σαν να είπα τη μεγαλύτερη ανοησία στο στοιχηματικό σύμπαν. «Τι θα πει στημένο;», κάνει. «Πες ότι ο Μπέος το ‘χε μιλήσει για όβερ το ματς κι εγώ το ‘χα παίξει άντερ. Αμα ήμουνα μάγκας, έπρεπε να το μυριστώ, να παίξω στην πλάτη του Μπέου!».

Λίγο πιο ‘κει, ο Νίκος προσπαθεί σήμερα να μαντέψει τι θα κάνει η Κρισιούμα στο τοπικό ντέρμπι εναντίον της Γκόιας, το οποίο θα λάβει χώρα μισό πλανήτη μακριά μας, κάπου στη δεύτερη κατηγορία της Βραζιλίας. «Μα, που τις ξέρετε αυτές τις ομάδες;», ρωτάω ενώ ήδη φαντάζομαι ένα Βραζιλιάνο Μπέο, ηλιοκαμένο, να χοροπηδάει στις εξέδρες της Κρισιούμα. «Μαθαίνει ο άνθρωπος!», απαντάει ο Νίκος. «Πήγα ταξίδι στην Ολλανδία πριν από τρία χρόνια», λέει, «και ρώταγα το άλλο ζευγάρι που ήμασταν μαζί «θα πάμε και στο Αντιχόφεν; Και στο Αλκμααρ; Και στην Μπρέντα; Και στο Αλμέλο; Και στην Ουτρέχτη;». Είχαν μείνει κατάπληκτοι με τις γνώσεις μου!».

Οι άνθρωποι εδώ ξέρουν όποια πόλη έχει ομάδα ποδοσφαίρου σε Ευρώπη, Ασία κι Αμερική. «Μέχρι και την Τάτσιρα απ’ τη Βενεζουέλα έχω παίξει. Με κουβάδιασε, βέβαια», λέει ο Τάκης και γελάει. «Κι από τι εξαρτάται ποια απ’ όλες θα παίξετε;», ρωτάω χωρίς να φανταστώ τι θα ακολουθήσει. «Ε, καλά!», πετιέται ο Νίκος. «Βασικά εξαρτάται αν θες να παίξεις μονά αποδεκτά ή παρολί». Ξεροκαταπίνοντας, κάνω ότι καταλαβαίνω. Ευτυχώς, εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο πράκτορας χάνει την υπομονή του. «Θα το ρίξεις το χαρτί», λέει και δείχνει τη μηχανή που περιμένει το δελτίο του Νίκου, «ή θα το γυρίσουμε κι εμείς στο παρολί;»…