ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ισότητα των φύλων στην πράξη

Για πολλά χρόνια η χώρα μας αρνείτο να παραδεχθεί μια πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που επέβαλε την ισότιμη αντιμετώπιση των δύο φύλων από την έννομη τάξη της, λαμβάνοντας υπόψη τον ρόλο που επιτελεί μια γυναίκα στην κοινωνία μας.

Μετά τον ν. 1329/1983 μια σειρά από αναχρονιστικοί θεσμοί όπως το «προικώον» σύστημα, η πατρική επιμέλεια και η εξουσία «κλειδών» του ανδρός τέθηκαν στο περιθώριο.

Ωστόσο, 30 περίπου χρόνια μετά διαπιστώνουμε ότι μια γυναίκα αδυνατεί να καταστεί κοινωνός των δικαιωμάτων που το ίδιο το κράτος θεωρητικά της προσέφερε.

Η γυναίκα όταν αναγκάζεται να καταφύγει στα δικαστήρια προκειμένου να αποκατασταθεί νομικά ή κοινωνικά έναντι της κοινωνίας, βρίσκεται αντιμέτωπη με νοοτροπίες αιώνων. Η καχυποψία, η δυσπιστία και η επιφυλακτικότητα απέναντί της υπερισχύουν των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της.

Ο Αρειος Πάγος με πρόσφατες αποφάσεις του διεύρυνε κατά πολύ την έννοια των κλονιστικών γεγονότων που οδηγούν στη διάρρηξη ενός γάμου, εντάσσοντας σε αυτά τις ψυχικές παθήσεις ή την ανικανότητα στις γενετήσιες σχέσεις.

Παρ’ όλα αυτά τις περισσότερες φορές οι οικογενειακές διαφορές καταλήγουν σε «επώδυνους» για το… ασθενές φύλο συμβιβασμούς. Το διαζύγιο συνήθως δεν αποτελεί την κατάληξη ενός αποτυχημένου γάμου, αλλά την απαρχή νέων δυσκολιών για τη νέα μητέρα η οποία προσπαθεί πλέον να ξαναφτιάξει τη ζωή της, ευρισκόμενη αντιμέτωπη με σωρεία προκαταλήψεων, αφού το τεκμήριο για τη διάλυση του γάμου είναι πάντα εις βάρος της.

Θεωρητικά ο νομοθέτης προσφέρει στη γυναίκα ένα πλούσιο οπλοστάσιο, όμως η είσπραξη της επιδικασθείσας διατροφής καθίσταται προβληματική, η συνεισφορά μιας γυναίκας στην οικογενειακή περιουσία δύσκολα αποτιμάται και ο φόβος θυματοποίησης πολλές φορές την αποτρέπει από μια καταγγελία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1996 εκκρεμεί η έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων που θα ιδρύουν ιδρύματα και μονάδες ψυχικής υγείας με εξειδικευμένο προσωπικό για την αντιμετώπιση και τη φροντίδα θυμάτων οικογενειακής βίας. Ο ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας στην αιτιολογική του έκθεση αναγνωρίζει ότι η ενδοοικογενειακή βία ως κοινωνική παθογένεια παραβιάζει ατομικές ελευθερίες κυρίως των γυναικών, οι οποίες πλήττονται σε μεγάλο βαθμό από το φαινόμενο.

Ωστόσο, μια σύγχρονη νομοθεσία θα πρέπει να αναγνωρίζει ότι η βία στην οικογένεια σχετίζεται με την ίδια την οργάνωση της κοινωνίας και τις σχέσεις ισχύος μεταξύ των δύο φύλων. Εξ αυτού του λόγου ο νομοθέτης οφείλει να μεριμνά πέραν της αρωγής, στήριξης και προστασίας του θύματος και για την εξάλειψη των στερεοτύπων και των διακρίσεων εις βάρος των γυναικών.

Υπό το φως των ανωτέρω επισημάνσεων αναρωτιέται κανείς, ποια είναι η διαφορά μεταξύ των γυναικών σήμερα από τις γυναίκες του παρελθόντος; Συνταγματική και μόνο συνταγματική.

Η γυναίκα του 21ου αιώνα πρέπει να είναι συνάμα σύζυγος, επαγγελματίας, σύντροφος και μητέρα. Και όταν αυτοί οι ρόλοι συγκρούονται και προσπαθεί να βρει το δίκιο της, βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν κυκεώνα θεωρητικολογίας δίχως ίχνος συμπόνιας, νομοθετικής ή ανθρώπινης.

* Ο κ. Δεληγεώργης είναι δικηγόρος Αθηνών.