ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Απεταξάμην τας δεξιώσεις…

Πέρυσι κανείς δεν το είπε, αλλά όλοι νοσταλγούσαν τα παλιά: σουβλάκια, κεφτεδάκια, λουκουμάδες και στο τέλος, παγωτό χωνάκι. Τότε που η τσίκνα στους κήπους του Μεγάρου υπερκάλυπτε ακόμα και τη μυρωδιά της λακ από τις κυρίες με το μαλλί κομμωτηρίου. Τότε, που όποιος επιχειρούσε να ξεμακρύνει από τα πλακάκια του κήπου, δοκίμαζε τη σουρεάλ αίσθηση του ρουφήγματος του τακουνιού του από το προεδρικό γκαζόν. Τότε, που το πλήθος της δεξίωσης καθόλου δεν το ενοχλούσε τίποτε απ’ όλα αυτά. Γιατί το βράδυ της δεξίωσης στο Προεδρικό Μέγαρο, άλλα πράγματα είχαν σημασία.

Ο μπαρμπα-Γιάννης Λάτσης με το ναυτικό καπέλο κυνηγούσε τον αρχηγό του ΓΕΣ για να του πει πως «το Αβέρωφ θα το κάνουμε μουσείο! Πόσα λεφτά χρειάζονται, πες μου». Ο Κ. Καραμανλής έλεγε στη Μ. Μερκούρη «κρίμα το ταλέντο σου να το σπαταλάς στο ΠΑΣΟΚ!» κι εκείνη απαντούσε: «Μα θέλει ταλέντο για να είσαι ΠΑΣΟΚ!». Και στο βάθος, μια χυμώδης τριαντάρα περιφερόταν στα δεντράκια. Οι πιο πολλοί ρωτούσαν «ποια είναι αυτή;». Λίγοι ήξεραν πως είναι αεροσυνοδός της Ολυμπιακής. Ακόμα λιγότεροι πως το όνομά της είναι Δήμητρα Λιάνη.

Η δεξίωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας μπορεί να καταργήθηκε, αλλά κάποιες στιγμές της παραμένουν χαραγμένες στη βίβλο του ελληνικού σουρεαλισμού. Οπως ακριβώς το είχε πει ο Χάρρυ Κλυνν, αν φώναζες «Πρόεδρε!» εκείνο το βράδυ, δεν θα έμενε κεφάλι που να μη γυρίσει. Οι παλιοί θυμούνται ακόμη τις θύελλες που ξεσήκωσε ο Χ. Σαρτζετάκης όταν αρνήθηκε να καλέσει τον Κ. Καραμανλή και τον Κ. Τσάτσο στη δεξίωση επειδή αμφισβήτησαν τον τρόπο εκλογής του. Αλλά ακόμα και όσοι έχουν λησμονήσει τη μάχη του κ. Σαρτζετάκη με τα γαλάζια ψηφοδέλτια, θυμούνται την επίθεση της κ. Σαρτζετάκη στην αισθητική, όταν βρήκε στο βάθος της ντουλάπας της ένα γαλάζιο – μωβ τόπι ύφασμα και τυλίχτηκε σ’ αυτό εν όψει της δεξίωσης… Στο τέμπο του «…και θυμώντας τα να κλαις», ακόμα και οι σκληροπυρηνικοί του ΣΥΡΙΖΑ θα νοσταλγούν ήδη το βράδυ που ο δικός τους πρόεδρος, ο Αλέξης Τσίπρας, φόρεσε το πρώτο ριγέ μπλέιζερ στην ιστορία της Αριστεράς και πήρε μια μαύρη καλλονή από το χέρι για να την πάει στη δεξίωση, εμπλουτίζοντας με το αλλόκοτο αυτό στιγμιότυπο τα κλασικά εικονογραφημένα της πολιτικής μας ζωής. Αλλά, βέβαια, τα πράγματα αλλάζουν. Οπως ακριβώς η Καντίτσα Σάνκο, η Σενεγαλέζα κομμώτρια στην πορεία της ιστορίας, παντρεύτηκε ένα Μορμόνο ιεραπόστολο, έτσι και ο Αλ. Τσίπρας, ως ιεραπόστολος του ΣΥΡΙΖΑ, αρνήθηκε τις κοσμικότητες. «Η Δημοκρατία μας εφέτος δεν γιορτάζει», έγραψε στην περσινή του επιστολή προς τον Κ. Παπούλια αρνούμενος την πρόσκλησή του.

Οι παλαιοί

Δεν είχε βέβαια και πολύ άδικο. Με τη δεξίωση να γίνεται πρωί για τρίτη χρονιά, οι παλαιοί των ημερών σαν τον Γ. Καρατζαφέρη, οι άνθρωποι δηλαδή που αν οι δεξιώσεις ήταν χαρτάκια της Πανίνι θα είχαν συμπληρώσει ολόκληρο το άλμπουμ, βρέθηκαν ξαφνικά κλεισμένοι στο Προεδρικό, υπό το αυστηρό βλέμμα της βασίλισσας του Σαββά, η οποία εικονίζεται στην ταπισερί της αίθουσας των δεξιώσεων. Μόνο που, σε αντίθεση με τη βασίλισσα του Σαββά, εκείνοι βρέθηκαν χωρίς φαγητό, να πίνουν πορτοκαλάδες περιφερόμενοι στο παρκέ. Και δεν υπήρχε καν μουσική…

Αλλά είπαμε: τα πράγματα αλλάζουν. Τον παλιό καιρό, κάθε που έφτανε το απόγευμα της 23ης Ιουλίου, η προεδρική μπάντα έπαιζε είτε τα «Παιδιά του Πειραιά» για τη Μελίνα Μερκούρη είτε το «Strangers in the Night» για τον Ανδρέα Παπανδρέου είτε το τραγούδι του οικοδεσπότη: το «Ηρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου», για τον Κ. Καραμανλή. Εκείνος, ως Πρόεδρος, γύριζε και κοιτούσε πλαγίως τον φακό της κάμερας, να μη φανεί το άλλο του προφίλ, αυτό με το ακουστικό βαρηκοΐας. «Το πρωτόκολλο είμαι εγώ!», έλεγε καθώς με το γνωστό, λευκό κοστούμι περίμενε κάτω απ’ το λευκό περίπτερο τον Χατζιδάκι και τον Χορν.  

Και ύστερα, τα χρόνια πέρασαν και η μπάντα άρχισε να παίζει «When the saints go marching in» καθώς χαιρετούσαν τον πρόεδρο οι επίσημοι. Μαζί με τους «Αγίους» της νέας τάξης, μπήκε στο Προεδρικό και το σύννεφο της χρυσόσκονης. Η Δέσποινα Βανδή με τον Ντέμη Νικολαΐδη, η Μαρίνα Τσιντικίδου με τον Νίκο Μαστοράκη, η Ζωή Λάσκαρη… Οταν πια ο Κάρολος Παπούλιας ζήτησε από την μπάντα να παίξει μουσικές του Θεοδωράκη, ήταν ήδη αργά. Η κρίση είχε αρχίσει. Και η μπάντα του Προεδρικού ακουγόταν σχεδόν σαν και εκείνη του Τιτανικού.