ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τελευταία στη χώρα επικράτησε η ξιπασιά

Η Νάτα Μελά κάθεται σε ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο στο γνωστό στέκι, στου Φιλίππου στο Κολωνάκι. Στη διπλανή καρέκλα είναι η αγαπημένη της τσάντα: ένα ψάθινο ανοιχτό πανέρι με χερούλι. Μέσα έχει κλειδιά σπιτιού, τα φάρμακα που πρέπει να πιει το μεσημέρι, χαρτί, μολύβι και πάνω πάνω τα πουράκια της με τον αναπτήρα. «Παλιά, όταν ζούσε ο Μόραλης, με άφηναν και έκανα κανένα τσιγάρο στα κρυφά. Να, εκεί καθόμασταν με τον Γιάννη», γυρίζει το κεφάλι και μου δείχνει συνωμοτικά μια γωνιά του μαγαζιού. «Τώρα όμως το απαγόρευσαν και έτσι θα βγω έξω να καπνίσω. Διαβάζω πάνω στα πακέτα ότι το κάπνισμα σκοτώνει. Και μετά παίρνω ένα στυλό, διαγράφω το ρήμα σκοτώνει και το αντικαθιστώ με το σώζει. Αστειεύομαι βέβαια, αλλά εμένα αυτή η παλιοσυνήθεια με έχει σώσει από το άγχος».

Η 89χρονη γλύπτρια δεν φοβάται να είναι αντισυμβατική. Μέχρι πριν από λίγο καιρό πέρναγε σαν σίφουνας τα στενά των Σπετσών με ένα τρίκυκλο. Εξακολουθεί να δηλώνει την αγάπη της για το κάπνισμα, να μη φοβάται να πει τη γνώμη της για πρόσωπα και πράγματα. Στα μάτια της υπάρχει ένας ακαταπόνητος ενθουσιασμός για τη ζωή και τα μυστήριά της, για την τέχνη και τους ανθρώπους. Και τα χέρια της έχουν ακόμα τη μαγική δύναμη να μεταμορφώνουν λωρίδες χαρτιού σε κοκοράκια και άψυχα σίδερα σε ήρωες και πολεμιστές. Η πρόσφατη έκθεσή της στην γκαλερί Σκουφά με έργα από χαρτί αποδεικνύει ότι η δημιουργία της είναι τόσο φυσική όσο και η ανάσα.

Να παραγγείλουμε πριν ξεκινήσουμε; «Θα φάω μόνο χόρτα με λίγο τυρί» ξεκαθαρίζει. «Με κυνηγάνε τα παιδιά μου επειδή δεν τρώω πολύ. Ομως δεν έχω όρεξη. Θέλω δυο τρεις μπουκιές, για να έχω ενέργεια και να κάνω πράγματα. Κλείνομαι στο εργαστήρι και δουλεύω ακατάπαυστα».

Το εργαστήρι είναι ένας παλιός σταύλος στην οδό Μουρούζη. Γεμάτος με κάθε λογής μεταλλικά αντικείμενα και εργαλεία, με τα οποία έχει μανία. Ενα ιδιότυπο άντρο, όπου κάποτε έκανε όλες τις οξυγονοκολλήσεις. Διαθέτει άλλωστε και ειδικό δίπλωμα, εδώ και δεκαετίες, όταν αποφάσισε να ερωτευτεί το σίδερο. Σε αυτόν τον χώρο, συναντά κανείς προτομές αλλά και κατσικάκια, βάρκες, γοργόνες, δράκους και αγίους. «Ο,τι και να γίνει δεν χάνω ποτέ το κέφι μου για τη δουλειά. Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν ασχολούμαι με το τι γίνεται εκεί έξω. Ομως προσπαθώ να αντλώ δύναμη από αυτά που με ευχαριστούν και με γεμίζουν».

Η αξία της υπομονής

Η κίνηση στο Κολωνάκι είναι υποτονική και τίποτα δεν θυμίζει ότι πλησιάζουν οι γιορτές. Σαν να έχουν όλα αλλάξει. «Ετσι είναι» λέει. «Ομως αυτό δεν έγινε τώρα με την κρίση. Τα τελευταία χρόνια, ακόμα και όταν υπήρχαν πολλά λεφτά, όλα είχαν ευτελιστεί, σαν να υπήρχε ένα ψεύτικο κέφι. Τα καλέσματα και τα δείπνα δεν ήταν για να είμαστε με αγαπημένους ανθρώπους, αλλά για να κάνουμε επίδειξη και να δείξουμε πόσο ακριβά έπιπλα έχουμε. Αναμφισβήτητα υπήρξε τρομερή ξιπασιά και τώρα με την ανέχεια ίσως να ξαναβρούμε το μέτρο που μας λείπει».

Με ένα βίο πλούσιο, με ανατροπές, δύσκολες και εύκολες στιγμές, η γλύπτρια συναισθάνεται το βάρος της σημερινής συγκυρίας αλλά δεν το βάζει κάτω: «Ζούμε σε μια περίεργη εποχή που μπορώ να τη συγκρίνω κατά κάποιο τρόπο με την Κατοχή. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα ξαναέβλεπα κόσμο να πεινάει και αυτό με θλίβει αφάνταστα. Πίστευα ότι είχαμε αφήσει πίσω μας ορισμένα πράγματα, τα οποία η δική μας γενιά τα βίωσε τραυματικά στο παρελθόν. Ομως θα σας πω και κάτι άλλο. Οταν πιάνω τον εαυτό μου να στενοχωριέται με την παρούσα κατάσταση της χώρας, σκέφτομαι ότι η ιστορία της Ελλάδας είναι πολυκύμαντη. Ποτέ δεν υπήρξε στατική, σαν μια ευθεία γραμμή. Ετσι θα ζήσουμε κι εμείς, με τα πάνω και τα κάτω, τα καλά και τα κακά, προσπαθώντας να διατηρήσουμε την αξιοπρέπεια και την αισιοδοξία μας. Αν υπάρχει μια συμβουλή που δίνω αυτήν την εποχή σε νεότερους, ακόμα και στα παιδιά ή τα εγγόνια μου, είναι να μάθουν την αξία της υπομονής. Την είχαμε ξεχάσει και αυτήν».

Η Νάτα Μελά κοιτάζει έξω από το παράθυρο και γυρίζει ξανά το βλέμμα, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της: «Δεν χάνω την ελπίδα μου. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι αξιόλογοι. Ο τόπος μας είναι φτιαγμένος κατά τέτοιον τρόπο ώστε να παράγει πατριώτες. Και σήμερα ίσως να μην ακούγεται ακόμα η φωνή τους γιατί ζούσαμε σε μια κοινωνία με πρώτιστη αξία το χρήμα. Ομως αυτό αλλάζει πια».

Μόνον η φιλοπατρία πρέπει να μας ενδιαφέρει σήμερα

Τα κελεύσματα στα πατριωτικά αισθήματα των Ελλήνων ίσως έχουν ευτελιστεί από τη συχνή επίκληση τα τελευταία χρόνια. Ομως η Νάτα Μελά δικαιούται να ομιλεί. Δεν είναι μόνο η καταγωγή της, αλλά και η στάση ζωής της. Αν μπορεί να αναφερθεί κανείς στην ισχνή αστική τάξη της Ελλάδας, τότε η γλύπτρια αποτελεί απόσταγμά της. Ανήκει επίσης στους ανθρώπους που πάντα λένε ευθαρσώς την αποψή τους.

Είναι εγγονή του Παύλου Μελά. Η μητέρα της ήταν κόρη του Ιωάννη Πεσμαζόγλου, ο οποίος ίδρυσε την Εθνική Τράπεζα μαζί με τον Γεώργιο Σταύρου. Από τη μεριά της μητέρας της, η γιαγιά της ήταν κόρη Μιαούλη. Η άλλη γιαγιά της προερχόταν από το γένος Δραγούμη, αδελφή του Ιωνος και κόρη του Στέφανου Δραγούμη.

Της υπενθυμίζω κάτι που είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή της στην «Κ»: «Πολλοί αστοί άρχισαν να ντρέπονται γι’ αυτό που είναι, για τους τρόπους τους και πίστεψαν ότι μόνο το λαϊκό είναι καλό. Κι εγώ την έζησα αυτήν την κρίση, να έχω τύψεις για την καταγωγή μου. Το ξεπέρασα αργότερα αφού άφησα πίσω μου την Αριστερά. Αυτές οι ενοχές πάντως ήταν ένας από τους λόγους που χάσαμε στην Ελλάδα την αστική παράδοση. Οι Ελληνες αστοί δεν είναι σαν τους ξένους που ανήκαν σε μια άρχουσα τάξη λόγω φέουδων. Στη χώρα μας αστός ήταν εκείνος που εργαζόταν και είχε αρχές και μόρφωση. Ηταν ένα δυναμικό και υγιές κομμάτι της κοινωνίας».

Χαμογελά συγκαταβατικά. Και συμπληρώνει: «Αστός σημαίνει και κάτι άλλο. Οι γονείς μου με έμαθαν να είμαι ταπεινή και ευγενής, να μην κομπάζω, να μη λέω ψέματα, να μην εξαπατώ. Ολα αυτά ήταν μέρος της ανατροφής μας. Και είχα την τύχη στη ζωή μου να γνωρίσω και να συμπορευτώ με ανθρώπους που είχαν μεγαλώσει και εκείνοι έτσι. Ξέρετε, τα νοσταλγώ τα νιάτα μου. Οχι μόνον διότι ήταν η δική μου καλύτερη εποχή, αλλά γιατί τότε είχαμε ένα συλλογικό όραμα. Θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο».

Η Μελά έκανε ένα σύντομο πέρασμα από το ΚΚΕ τη δεκαετία του ’40. «Με αποκαλούσαν Βασιλοκομμουνίστρια. Αποφάσισα να φύγω όταν σκότωσαν τον φίλο μου τον Κίτσο τον Μαλτέζο, το ’43. Εχασα κάθε ιδέα για το ΚΚΕ». Πώς εξηγεί τη μυθοποίηση της Αριστεράς στην Ελλάδα; «Υπήρξαν ηρωικές στιγμές αναμφισβήτητα, που έχτισαν ένα μύθο. Ομως η Αριστερά δημιούργησε κακό προηγούμενο, έκανε ζημιά στον τόπο επειδή επέτρεψε την ισοπέδωση αρχών και αξιών τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Οπως και να έχουν τα πράγματα, σήμερα δεν πρέπει να μας αφορούν τα κόμματα και οι πολιτικοί συνασπισμοί. Μόνο η φιλοπατρία. Δεν έχουμε χρονικά περιθώρια».

Δεν ανησυχώ για τη χώρα· ξέρουμε να επιβιώνουμε…

Η γλύπτρια βγαίνει έξω για να καπνίσει. Επιστρέφει και ξανανοίγουμε κουβέντα για τη χώρα: «Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να ζήσουμε εκτός Ευρώπης. Οσα χρόνια και αν περάσουν όμως, δεν θα αποκτήσουμε την ίδια νοοτροπία με τους Ευρωπαίους. Είμαστε από άλλα υλικά, έχουμε διαφορετικό ψυχισμό, άλλο κλίμα, άλλο φως. Ο τόπος μας είναι ένας βράχος. Και από αυτό το χώμα έχουμε φτιαχτεί και εμείς. Είμαστε ανάδελφοι, είμαστε μοναδικοί. Είναι ευθύνη και βάρος αυτό. Πρέπει να μάθουμε να το σηκώνουμε, να το διαχειριζόμαστε».

Της επισημαίνω ότι τη μοναδικότητα των Ελλήνων τη διατυμπανίζει και το κόμμα της Χρυσής Αυγής. «Δεν μου αρέσει η βία απ’ όπου και αν προέρχεται. Και θεωρώ ότι αυτός ο πολιτικός χώρος είναι συνυφασμένος με τη βία. Για εμάς που ζήσαμε στην Κατοχή φαίνεται απίστευτο ότι ορισμένα τόσο άσχημα βιώματα ξεχάστηκαν τόσο γρήγορα. Το χειρότερο είναι ότι το κόμμα αυτό έχει βρει έναν τρόπο να βοηθά ανθρώπους που βρίσκονται στην ανάγκη και την ανασφάλεια. Απορώ με αυτά που συμβαίνουν. Νομίζω ότι η χώρα έμεινε ανοχύρωτη στην παράνομη μετανάστευση. Κάποτε οι ξένοι ήταν λίγοι και εντάσσονταν πιο ομαλά στην ελληνική κοινωνία. Οταν οι δύστυχοι άνθρωποι από φτωχές χώρες άρχισαν να καταφθάνουν κατά χιλιάδες, δεν μπορέσαμε να βρούμε τρόπους να σταματήσουμε τη ροή και να τους απορροφήσουμε. Αυτό μας δημιούργησε φόβο και άλλα αρνητικά αισθήματα που κάποιοι εκμεταλλεύονται στο έπακρο».

Η τέχνη είναι ανακούφιση

Τσιμπολογάμε το ελαφρύ μας γεύμα και αλλάζουμε θέμα συζήτησης. Η τελευταία της έκθεση με τα χάρτινα έργα βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στο κοινό: «Η τέχνη είναι ανακούφιση. Μας εμπνέει και μας κάνει αισιόδοξους. Μας ελαφραίνει την καρδιά. Πέρυσι είδα την έκθεση του Τέτση με τους υπέροχους πεύκους. Είναι δυνατόν να μην αισθανεί κανείς ανάταση βλέποντας τους πίνακές του;».

Η Νάτα Μελά και ο Παναγιώτης Τέτσης είναι από τους ανθρώπους που παραμένουν ακμαίοι και δημιουργικοί, με ακαταπόνητη ενέργεια και κέφι για τη ζωή. Πώς βρίσκουν το κουράγιο; «Είναι ταλέντο» λέει η καλλιτέχνις. «Οπως όλα τα καλά πράγματα που μας χαρίζει ο θεός. Για τον ίδιο λόγο μας έχει δώσει δυο μάτια, δυο χέρια, τα πόδια μας. Πρέπει να τα μεταχειριζόμαστε όσο έχουμε δυνάμεις. Να βαδίζουμε, να ανασαίνουμε, να βλέπουμε, να αγγίζουμε, να χαιρόμαστε. Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος. Και όσο μεγαλώνω το καταλαβαίνω όλο και περισσότερο. Κάποτε έτρεχα από το ένα μέρος στο άλλο, τώρα δυσκολεύομαι να κάνω 20 – 30 μέτρα. Κολυμπάω ακόμα αρκετά στις αγαπημένες μου Σπέτσες. Απολαμβάνω τα πάντα».

Μια ξεχωριστή παρέα

Ο Τσαρούχης τής δίδαξε σχέδιο. Στον φιλικό της κύκλο ήταν ο Εγγονόπουλος, ο Εμπειρίκος, ο Βάσος Καπάνταης, η Μπούμπα Λυμπεράκη, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Γιάννης Μόραλης. «Κάποιοι που έχουν φύγει από τη ζωή μού λείπουν πολύ. Ομως αισθάνομαι βαθιά τυχερή που τους γνώρισα και τους συναναστράφηκα. Νομίζω ότι το να βρίσκεις ενδιαφέρουσες προσωπικότητες είναι και αυτό ταλέντο, γιατί πρέπει να έχεις τον τρόπο να γίνεις και εσύ αποδεκτός. Μου λείπει και ο άνδρας μου, ο Αρης Κωνσταντινίδης. Πάντα, όταν κάνω ένα έργο, όταν βλέπω κάτι που μου προξενεί εντύπωση, σκέφτομαι αμέσως «τι θα έλεγε ο Αρης, πώς θα του φαινόταν;».

Με τον γνωστό αρχιτέκτονα είχαν μια μακρά και ευτυχισμένη συνύπαρξη. Υπάρχει μυστικό; «Μαζί κάναμε τα πάντα. Αυτή είναι η συνταγή. Οσο οι άνθρωποι μένουν μόνοι τους τόσο γίνονται ίσως πιο εγωιστές. Με τον Αρη ταιριάξαμε πολύ από την αρχή. Μας άρεσαν οι μεγάλοι περίπατοι, αγαπούσαμε τον αθλητισμό, τις εκδρομές. Λατρεύαμε τη θάλασσα. Αγαπούσαμε τα πουλιά και πηγαίναμε στην εξοχή για να τα χαζεύουμε. Είχαμε τους ίδιους ρυθμούς, κοινό βλέμμα στη ζωή. Είχαμε και διαφωνίες σε κουβέντες για την τέχνη ή την αρχιτεκτονική. Για μένα ήταν δάσκαλος. Με έμαθε να βλέπω. Να ξεχωρίζω το ωραίο, να το αγαπώ και να το σέβομαι, είτε ήταν ανθρώπινο δημιούργημα είτε της φύσης».

Παραγγέλνουμε ψητό κυδώνι και εσπρέσο. Τη ρωτώ ποια συμβουλή θα έδινε στα εγγόνια της: «Οσο δύσκολα και αν είναι τα πράγματα δεν πρέπει ποτέ να χάνουμε το θάρρος μας και την αγάπη μας για το δώρο της ζωής. Ζούμε σε μια ευλογημένη, πανέμορφη χώρα και όπου και αν στρέψουμε το βλέμμα μας, στη θάλασσα ή στα βουνά, θα γεμίσουμε ενέργεια. Οι καιροί είναι χαλεποί. Να πάρουμε κουράγιο από την οικογένειά μας. Το λέω γιατί είμαι μάνα και γιαγιά και γνωρίζω από πρώτο χέρι ότι σε καιρούς κρίσης οι αγαπημένοι μας άνθρωποι είναι αυτοί που θα μας στηρίξουν ηθικά και συναισθηματικά. Επίσης, αν κοιτάξουμε καλύτερα στον περίγυρό μας θα βρούμε ανθρώπους που αξίζουν. Και θα καταλάβουμε επιτέλους ότι το να βγάζουμε χρήματα δεν είναι το άπαν. Δεν ανησυχώ για τη χώρα. Ξέρουμε να επιβιώνουμε…».

Οι σταθμοί της

1923

Γεννιέται στην ΑΘήνα.

1942

Εγγράφεται στην ΑΣΚΤ.

1952

Παντρεύεται τον Αρη Κωνσταντινίδη.

1963

Κάνει την πρώτη της ατομική έκθεση στον Ζυγό.

1965

Παρουσιάζει έργα της στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο.

2008

Το Μουσείο Μπενάκη τής αφιερώνει μια μεγάλη αναδρομική έκθεση.

Η συνάντηση

Φάγαμε στου «Φιλίππου», το αγαπημένο στέκι της Νάτας Μελά. Στο τραπέζι μας έφτασαν χόρτα, φέτα, μια σαλάτα λάχανο – καρότο και κοκκινιστοί κεφτέδες με πουρέ. Στο τέλος ήπιαμε δύο εσπρέσο. Για επιδόρπιο πήραμε ψητό κυδώνι. Πληρώσαμε 35 ευρώ.