ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η νέα Δεξιά και ο Ελληνικός Συναγερμός

Αν ένα από τα κύρια αιτήματα της ελληνικής κοινωνίας, κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, ήταν η αποτελεσματική διακυβέρνηση, ο συσχετισμός δυνάμεων που είχε προκύψει από τις εκλογές του Μαρτίου του 1950 σίγουρα δεν παρείχε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ικανοποίησή του. Η φθορά του Λαϊκού Κόμματος και του Κόμματος των Φιλελευθέρων, σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό των πολιτικών παρατάξεων, δημιούργησε εύλογους φόβους ακυβερνησίας. Πράγματι, το διάστημα που ακολούθησε τις εκλογές χαρακτηρίστηκε από συνεχείς κυβερνητικές μεταβολές, συγκροτήσεις βραχύβιων κοινοβουλευτικών συμμαχιών και έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ των εκάστοτε κυβερνητικών εταίρων. Παράλληλα, το ρευστό πολιτικό κλίμα ενέτειναν και οι διαρκείς παρεμβάσεις από πλευράς τόσο των Ανακτόρων όσο και των Αμερικανών.

Η σύγκρουση ανάμεσα στο Στέμμα και τον πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα είχε ήδη από το καλοκαίρι του 1950 ενισχύσει τις πιθανότητες μιας «λύσης Παπάγου», ως απάντησης στις αλλεπάλληλες κυβερνητικές κρίσεις. Ενώ όμως τα Ανάκτορα έδειχναν να επιθυμούν τη συγκρότηση μιας μεταβατικής κυβέρνησης Παπάγου υπό τον έλεγχό τους, ο αρχιστράτηγος επιθυμούσε η εμπλοκή του με την πολιτική να γίνει με όρους που θα του εξασφάλιζαν την ευρύτερη δυνατή πολιτική βάση. Αν και οι σχετικές διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, η δυναμική που είχε αναπτύξει ο Αλέξανδρος Παπάγος ως ηγετική μορφή της ευρύτερης Συντηρητικής παράταξης έδειχνε ήδη να παγιώνεται.

«Ινα απαλλαγή η Ελλάς της ακυβερνησίας…»

Την άνοιξη του 1951 το πολιτικό σκηνικό είχε σημαντικά μεταβληθεί, προοιωνιζόμενο εξελίξεις δομικού χαρακτήρα. Πράγματι, η ήδη πολυδιασπασμένη Δεξιά -που είχε συγκεντρώσει ποσοστό μικρότερο του 40% στις εκλογές του προηγούμενου χρόνου- υπέστη μία νέα διαίρεση μετά την απόφαση μερίδας βουλευτών του Λαϊκού Κόμματος να ανεξαρτητοποιηθεί και εν συνεχεία να συγκροτήσει, μαζί με το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα, το Λαϊκό Ενωτικό Κόμμα υπό την ηγεσία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και του Στέφανου Στεφανόπουλου. Το ίδιο διάστημα, οι σχέσεις μεταξύ Παπάγου και βασιλέα Παύλου επιδεινώθηκαν, λόγω της σταδιακής αυτονόμησης του στρατάρχη από την επιρροή των Ανακτόρων. Επιστέγασμα της χαραχθείσας τακτικής αποτέλεσε η παραίτησή του από τη θέση του αρχιστρατήγου στις 29 Μαΐου 1951, απόφαση που προκάλεσε το στρατιωτικό κίνημα της 31ης Μαΐου από μέλη του ΙΔΕΑ. Η καταλυτική παρέμβαση του Παπάγου αποκατέστησε την τάξη, επιβεβαιώνοντας τον έλεγχο που ο ίδιος συνέχιζε να έχει επί των αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στις 30 Ιουλίου 1951 προκηρύχθηκαν νέες εκλογές, που επρόκειτο να διεξαχθούν τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Την ίδια ημέρα, ο Παπάγος επέλεξε να ανακοινώσει την απόφασή του να κατέλθει στην πολιτική, γεγονός που προκάλεσε την εντονότατη αντίδραση του Στέμματος και τη δικαιολογημένη ανησυχία των άλλων κομμάτων, που ένιωθαν να απειλούνται από την απήχηση του στρατάρχη στην ελληνική κοινωνία. Το διάβημα του Παπάγου έδειχνε να ανταποκρίνεται σε μία σειρά από αιτήματα της εποχής, όπως εύγλωττα προκύπτει από τη λακωνική του ανακοίνωση:

«Εχων επίγνωσιν της σοβαρότητος των στιγμών τας οποίας διέρχεται η πατρίς και σταθμίσας τας ευθύνας μου απέναντι της ιστορίας αποφασίζω να κατέλθω εις τον εκλογικόν αγώνα. Καλώ τους Ελληνας να με περιβάλλουν διά της εμπιστοσύνης των, ίνα απαλλαγή η Ελλάς της ακυβερνησίας και να αποκτήση την σταθεράν κυβέρνησιν, της οποίας έχει ανάγκην. Υπόσχομαι ότι θα ακολουθήσω εις την πολιτικήν ζωήν τας αρχάς, τας οποίας εφήρμοσα και ως στρατιώτης και έχω την πεποίθησιν ότι όλοι ηνωμένοι εις κοινόν αγώνα και μέγα σκοπόν, με σύμβολον τους Βασιλείς και εις τα πλαίσια του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, ατενίζοντες μόνον το μέλλον, θα επιτύχωμεν την πραγματικήν αλλαγήν, την οποίαν ζητεί το έθνος».
Αλέξανδρος Παπάγος

Το «κίνημα»

Προτάσσοντας την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας και αποτελεσματικής διακυβέρνησης, ο Παπάγος έθεσε τους στόχους του νέου πολιτικού φορέα, που ο ίδιος επέμενε να χαρακτηρίζει «κίνημα», προκειμένου να το διαχωρίζει από τα έως τότε υπάρχοντα κόμματα και τις αρνητικές συνδηλώσεις με τις οποίες εκείνα βαρύνονταν. Η επίκληση της ιδιότητας του «στρατιώτη» υπογράμμιζε το κύρος με το οποίο είχε περιβληθεί μετά τις νίκες στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και τον Εμφύλιο παράλληλα όμως επεσήμαινε και την ικανότητά του στον χειρισμό κρίσιμων καταστάσεων, θέτοντάς τον στον αντίποδα της «αναποτελεσματικότητας» των «παλαιών πολιτικών». Πόσο εύκολο ήταν όμως να ξεπεραστούν οι διχαστικές λογικές από ένα πρόσωπο που κατά τον Μεσοπόλεμο είχε αναδειχθεί σε έναν από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του αντιβενιζελισμού; Αναμφίβολα εξαιρετικά δύσκολο.

Το ειδικό βάρος του Παπάγου ως συμβόλου του Εθνικού Διχασμού, αποστερούσε σε μεγάλο βαθμό από το κίνημα τη δυνατότητα να υπερβεί οριστικά αυτές τις παρακαταθήκες, καθιστώντας εξαιρετικά δυσχερή την προσπάθεια συνολικής μεταρρύθμισης του πολιτικού συστήματος. Αλλωστε, και η επίκληση του οράματος της «αλλαγής» -μέσω της ενότητας όλων των Ελλήνων και της αποφυγής των αναφορών στο παρελθόν- έδειχνε να επιβεβαιώνει αυτή την αναγκαιότητα. Τέλος, η αναφορά του Παπάγου στα πρόσωπα των βασιλέων και στον σεβασμό του δημοκρατικού πολιτεύματος, είχε προφανή στόχο να διασκεδάσει τις όποιες ανησυχίες και να απορρίψει τα σενάρια περί εκτροπής του πολιτεύματος, που διακινούντο έντονα το ίδιο διάστημα.

Προσχωρήσεις πολιτικών και από άλλους χώρους

Στις αρχές Αυγούστου, ο Παπάγος προχώρησε στην ίδρυση του Ελληνικού Συναγερμού, στον οποίο προσχώρησαν το Λαϊκό Ενωτικό Κόμμα και το Νέο Κόμμα του Σπύρου Μαρκεζίνη, αφού είχαν προηγουμένως διαλυθεί. Η σταδιακή ένταξη στον Συναγερμό πολιτικών προσωπικοτήτων και από άλλους ιδεολογικούς χώρους εμπλούτισε την ταυτότητά του. Το κίνημα ενσωμάτωσε έτσι ένα μεγάλο τμήμα των νέων τάσεων που είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσονται, επιβεβαιώνοντας ότι η βασική στόχευση της «νέας Δεξιάς» παρέμενε η αναμόρφωση της Συντηρητικής παράταξης και η διεκδίκηση μιας ισχυρής πλειοψηφίας, που θα επέτρεπε την ανασυγκρότηση της χώρας μέσα σε ένα πλαίσιο αποτελεσματικής διακυβέρνησης.

Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1951 ο Ελληνικός Συναγερμός αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, χωρίς όμως την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η άρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου να συγκροτήσει κυβέρνηση με κάποιο άλλο κόμμα, οδήγησε στον σχηματισμό συμμαχικής κυβέρνησης της ΕΠΕΚ και του Κόμματος Φιλελευθέρων υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα. Ενα χρόνο αργότερα, ο νέος πολιτικός φορέας επρόκειτο να διαγάγει έναν εκλογικό θρίαμβο, που θα επέτρεπε τον σχηματισμό σταθερής μονοκομματικής κυβέρνησης του Συναγερμού και θα μετέβαλλε άρδην τις ισορροπίες και τον συσχετισμό δυνάμεων στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.

 

* Ο κ. Χρήστος Χρηστίδης είναι διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.