ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Φεύγετε κατά τρόπον επονείδιστον»

feygete-kata-tropon-eponeidiston0

Κύριε,
Ευρέθην εις την Ρώμην το απόγευμα εκείνο της 26ης Οκτωβρίου του 1922, όταν επί κεφαλής διαδηλώσεως μελανοχιτώνων εισήρχεσθε εις την Ρώμην. Είσθε έφιππος, είχατε κοντά σας τον Ιταλο Μπάλμπο, αριστερά ένα γέροντα, ο οποίος ήταν αρχηγός των «κυανών», με τους οποίους ηνώθητε το πρωί και είχατε το αυστηρόν ύφος του Ρωμαίου συγκλητικού. Ο νικητής και εις τους εμφυλίους αγώνας ακόμη είναι αξιοθαύμαστον πρόσωπον, όταν μάλιστα περνά και προχωρή, όχι διά ν’ ανατρέψη αυτούς τους οποίους ενίκησε, αλλά διά να σταθή υπερήφανος και πειθαρχικός κάτω από τον εξώστην των, όπως σεις. Πράγματι, σας είδα τότε να σταθήτε κάτω από το Κυρηνάλιον και σας εθαύμασα ακούων τον λόγον τον οποίον εξεφωνήσατε προς τον παρουσιασθέντα εις τον εξώστην του Βασιλέα της Ιταλίας: Θα μετεβάλλατε την Ιταλίαν εις μέγα κράτος, θα εδίδατε ρυθμόν εις το κουρασμένον βήμα του αρχαίου λαού, θα εξυπνούσατε την παλαιάν Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν… – Το παράστημά σας ήτο αγέρωχον, η φωνή σας βαρεία, ο ενθουσιασμός του πλήθους τρομακτικός:

– Εββίβα!…
εφώναζαν όλοι, μελανοχίτωνες και πλήθος, οι Ιταλοί. Εββίβα, είπε υψώνων προς το άγνωστον την χείρα ο Βασιλεύς. Εββίβα, προσέθεσα και εγώ, ξένος, ναυαγός μιας κακής θυέλλης, η οποία είχεν εκσπάση εις την πατρίδα μου. Εκτοτε η εικών του θριάμβου και των ζητωκραυγών, και των ρητορειών η ανάμνησις μ’ έκαμαν να σταθώ ζηλότυπος κοντά εις το έργον σας και την τύχην της Ιταλίας. Εμεινα σχεδόν εν έτος εκεί και είδα την αρχήν της οικοδομής: τας νεολαίας, τα έργα, τα ιδρύματα, την ταχύτητα, τον ρυθμόν. Ηκουσα τα ρητά: «Ζην επικινδύνως». «Πάντοτ’ εμπρός!…» Είδα τους υπουργούς σας εις τα Αεροδρόμια, εις τα Σκοπευτήρια, τους Αγώνας. Είδα σας και τα παιδιά σας αεροπόρους, είδα –το οποίον με κατέπληξε κάποτε– ότι εκάη ο Σταθμός του Μιλάνου και ότι εντός μηνός είχε κτισθή. Είδα την ανατολήν της ευτυχίας του φασισμού, την ανατολήν του θριάμβου του. Και εσκεπτόμουν: Ετελείωσε η εποχή της Λίσσας, του Καπορέττο, των ηττών, του εξευτελισμού, της φυγής. Η Ιταλία ευρήκε τον άνθρωπόν της. Μια νέα γενιά ετοιμάζεται. Θα έχη νεύρα, θα έχη όπλα, θα κρατή την κεφαλήν υψηλά. Ετσι, επανήλθα μετά μήνας μακρούς εις τον τόπον μου, και καθώς παρήρχετο ο καιρός αι σκέψεις εκείναι εγίνοντο πεποιθήσεις. Κατ’ έτος ανηγγέλετο μία πρόοδος, μία νίκη ιταλική. Αλλοτε ήσαν τα μεγαλύτερα θωρηκτά του κόσμου τα οποία καθείλκοντο εις τον Τάραντα, άλλοτε αι μεγαλύτεραι μηχανοκίνητοι μεραρχίαι ώργωναν τας νέας λεωφόρους της Αφρικής, και έπειτα ο πλούτος, η πρόοδος, αι παρελάσεις, αι εορταί. Κράτος, ε;… Φτερά εις τα κράνη, θώρακες εις το στήθος, χάλυψ στα χέρια… – «Ποιος, εσκεπτόμουν, θα ημπορέση εναντίον των να αντισταθή;»

Και ο πόλεμος ήρχισεν. Η Πολωνία επυρπολείτο, η Ολλανδία υπέκυπτε, το Βέλγιον υπεχώρει, η Γαλλία εστέκετο οπίσω από την γραμμήν Μαζινώ και όλος ο κόσμος σάς επερίμενε: Τώρα, εις το νότιον μέτωπον, το οποίον τους έχει ανατεθή, θα πολεμήσουν ως λέοντες. Τώρα θα την πάθουν οι Γάλλοι. Και οι Γάλλοι την έπαθαν. Αλλά πώς;… Χωρίς ν’ ανοίξη μύτη ιταλική. Χωρίς να κινηθή από σας ούτε εις. Την δεκάτην Ιουνίου του 1940, όταν η λευκή σημαία ανέβαινεν αργά και ασθμαίνουσα τον πύργον του Αϊφελ, σεις εβγήκατε εις τον εξώστην του Παλάτσο Βενέτσια και είπατε τον περίφημον λόγον σας: «Η ώρα των αποφάσεων έχει σημάνη…» Και εγέλασεν η υφήλιος. Και η Λίσσα, το Ιζόντζο, το Καπορέττο, και ο υπερίτης τον οποίον εδοκίμασαν οι πτωχοί Αβησσυνοί, όλα ήλθον εις των ανθρώπων την μνήμην, και ό,τι εκερδίσατε επί δεκαοκτώ χρόνια, το εχάσατε εις ένα λεπτόν και εγίνεσθε πάλιν στίχος, ανέκδοτον, σάτυρα, γελοιογραφία, εμπαιγμός όλης της Γης. Αλλ’ αυτό δεν σας έφθανε. Το ολίσθημα σας εφάνη μικρόν και η φιλοδοξία σας ήτο μεγάλη. Διά το βήμα σας το στρατιωτικόν εχρειάζετο πεπονόφλουδα. Ηλθε λοιπόν η ώρα της –ήτο τρεις το πρωί, εικοσιοκτώ Οκτωβρίου–και την επατήσατε. Ηθελήσατε να εισβάλετε εις την Ελλάδα, να έχετε μιαν εύκολον νίκην–, και προς τούτο εστείλατε τάγματα και συντάγματα και φασίστας και υπαλλήλους μαζί και είχατε φροντίση διά την διοικητικήν μας οργάνωσιν και διά την πρόχειρον αλλαγήν των δραχμών εις λιρέττας και διά τον σημαιοστολισμόν ακόμη των νέων σας κτήσεων, και… ΦΕΥΓΕΤΕ. Φεύγετε κατά τρόπον επονείδιστον, λασπωμένοι, αιματωμένοι, με τραύματα εις τα νώτα και τους γλουτούς, χωρίς κράνη, χωρίς πηλήκια, χωρίς πτερά, χωρίς υλικόν. – Διατί;

Θα σας είπω, κ. Μουσσολίνι, διατί. Διότι το Κράτος σας αυτό, το οποίον μας εθάμβωσεν όλους, δεν είχε το Δίκαιον ως θεμέλια. Διότι το Σχολείον που εκτίσατε εστερείτο μαθήματος Ηθικής. Διότι εις τους πολίτας τους Ιταλούς, εις τας νεολαίας, εις τα νέα παιδιά, δεν εδόσατε ένα ύμνον προς την πατρίδα, μίαν ζητωκραυγήν εθνικήν. Δεν ανεβήκατε εις ένα πύργον διά να τους ειπήτε: Να, αυτή είναι η Ιταλία. Αρχίζει από εκεί και τελειώνει εκεί. Εχετε αυτήν την ιστορίαν, αυτούς τους προγόνους, αυτούς τους τάφους. Μάθετε ότι πρέπει να πέσετε όλοι πριν τους πατήση εχθρός. Αλλ’ ανεβήκατε εις μίαν σάπιαν καρέκλαν, διά να τους ’πήτε: Να, αυτή είναι η Αβησσυνία. Οι κάτοικοί της δεν έχουν ούτε σουγιάν. Πηγαίνετε με τ’ αεροπλάνα σας να τους κάψετε. Αυτή είναι η Αλβανία. Οι άνθρωποί της είναι άοπλοι. Πηγαίνετε να τους κάμετε δούλους. Και έπειτα: Αυτή είναι η Ελλάς. Εχει οκτώ εκατομμύρια κατοίκους και είμεθα σαράντα οκτώ. Ο οπλισμός της απέναντί μας είναι μηδαμινός. Οι πιλότοι των δήθεν «αεροπορικών συγκοινωνιών» μας την έχουν μάθη απ’ έξω και την έχουν επισημάνη. Θα της κηρύξωμεν τον πόλεμον ξημερώματα, ενώ κοιμάται, έως το μεσημέρι θα έχωμεν ανατινάξη εις τον αέρα τα γεφύρια της, τους λιμένας της, τους κόμβους των συγκοινωνιών της, και το βράδυ, επειδή λείπει το είδος, θα πίνετε εις τας Αθήνας καφέν.

Αλλ’ όλα αυτά ήσαν άτιμα, όλα αυτά δεν ημπορούσαν να εμπνεύσουν κανένα, όλα αυτά απέπνεαν αδικίαν, κακοήθειαν, ψεύδος, επιβουλήν του ισχυρού εναντίον του ασθενούς. Ολα αυτά δεν ήτο δυνατόν να γίνουν Θούριον, ούτε Παιάν, ούτε Σημαία. Ησαν όλα πτωχαί, άνανδροι, ρυπαραί εντολαί. Δι’ αυτό λοιπόν ενικήθητε. Δι’ αυτό οι άνθρωποί σας υπεχώρησαν, δι’ αυτό φεύγουν. Διότι τους είπατε να ζουν επικινδύνως, αλλά ζήτε σεις και οδηγείτε και διδάσκετε ως δειλός. Διότι ως δειλός εκάψατε την Αβησσυνίαν με υπερίτην. Ως δειλός επετέθητε κατά της Γαλλίας νεκράς, ως δειλός εφθάσατε εις την άοπλον Αλβανίαν, ως δειλός ήλθατε εις τα σύνορά μας με το στιλέτον, εις τας τρεις το πρωί. Οι δειλοί, λοιπόν, όπως σεις, και οι φαύλοι ουδέποτε οδηγούν εις ανδραγαθήματα τους στρατούς και ουδέποτε ο Δόλος ωδήγησε τους ανθρώπους εις έργα σημαντικά. Δι’ αυτό το Κράτος αυτό, του οποίου εχειροκρότησα και εγώ την ανατολήν, αρχίζει τώρα να δύη υπό τον παγκόσμιον χλευασμόν: Διότι η οικοδομή, κ. Μουσσολίνι, εστερείτο θεμελίων Δικαίου, διότι το Σχολείον που εκτίσατε εστερείτο μαθήματος Ηθικής…