ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της νόσου COVID-19

makroprothesmes-epiptoseis-tis-nosoy-covid-19-561168973

Η πανδημία από τον ιό SARS-CoV-2 αποτελεί στις μέρες μας το σημαντικότερο ζήτημα για τη δημόσια υγεία με τεράστιες επιπτώσεις στην κοινωνία, στη λειτουργία των συστημάτων υγείας αλλά και στην παγκόσμια οικονομία.
 
Βρισκόμαστε περίπου ένα έτος μετά την αναγνώριση των πρώτων κρουσμάτων της λοίμωξης COVID-19, ενώ ο ιός SARS-CoV-2 συνεχίζει να εξαπλώνεται ταχέως με δραματικές συνέπειες σε παγκόσμια κλίμακα. To προηγούμενο διάστημα υπήρξε μεγάλη πρόοδος σε επιστημονικό επίπεδο ως προς την αναγνώριση των κλινικών εκδηλώσεων, την κατανόηση των μηχανισμών πρόκλησης της νόσου αλλά και τις πιθανές θεραπευτικές παρεμβάσεις στην οξεία φάση της λοίμωξης. Eντούτοις, ο διαρκώς αυξανόμενoς αριθμός ασθενών που μολύνονται από τον SARS-CoV-2 καθιστά αναγκαία την καλύτερη κατανόηση και των μακροπρόθεσμων επιπλοκών από τη νόσο.
 
Από τα μέχρι τώρα δεδομένα γνωρίζουμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που θα νοσήσει από COVID-19 (80% των νοσηλευόμενων ασθενών και 60% των ασθενών που θα νοσηλευθούν σε ΜΕΘ) επιβιώνει. Εντούτοις, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών αναφέρει παρατεινόμενα συμπτώματα για περισσότερο από τρεις εβδομάδες ή ακόμα και πάνω από τρεις μήνες μετά την οξεία φάση της νόσου. Ο όρος «παρατεινόμενη» νόσος COVID (long COVID) περιγράφει την επιμονή των συμπτωμάτων ή την εμφάνιση νέων συμπτωμάτων σε μια ομάδα ασθενών που έχουν πλέον ξεπεράσει την οξεία φάση. Διαρκώς αυξανόμενα στοιχεία που προέρχονται από μαρτυρίες ασθενών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα ΜΜΕ, αλλά και από επιστημονικές ανακοινώσεις, δηλώνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών που κυμαίνεται από 40% έως και 80% βιώνει παρατεταμένα συμπτώματα για αρκετό διάστημα μετά τη νόσηση από COVID-19.
 
Οι ασθενείς που εμφανίζουν παρατεινόμενα συμπτώματα, οι αναφερόμενοι ως «long-COVID haulers» παρουσιάζουν μεγάλη ετερογένεια. Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει ασθενείς που χρειάστηκε να νοσηλευθούν σε μονάδες εντατικής θεραπείας και οι οποίοι εμφάνισαν σοβαρές βλάβες σε διάφορα ζωτικά όργανα κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης της νόσου αλλά και ασθενείς με ηπιότερα συμπτώματα, οι οποίοι όμως συνεχίζουν να παρουσιάζουν μια παρατεινόμενη «άτυπη» συμπτωματολογία, όπως παρατεταμένη κόπωση, δυσκολία στη συγκέντρωση ή χρόνιο πόνο τα οποία επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής τους για αρκετό διάστημα μετά την ανάρρωση.
 
Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μπορεί να αφορούν εκδηλώσεις από όλα τα συστήματα, επιβεβαιώνοντας ότι η νόσος COVID-19 αποτελεί ένα πολυσυστηματικό νόσημα. Τα κυριότερα εμμένοντα συμπτώματα από το αναπνευστικό σύστημα είναι η δύσπνοια και ο βήχας σε ποσοστό περίπου 40%, ενώ περίπου στους μισούς ασθενείς μπορεί να ανευρίσκονται διαταραχές στις απεικονιστικές εξετάσεις (στοιχεία ίνωσης στον πνεύμονα) ακόμα και τρεις μήνες μετά την οξεία φάση της νόσου. Από το καρδιαγγειακό σύστημα αναφέρονται αίσθημα παλμών και ταχυκαρδία σε περίπου 20% των ασθενών, ορθοστατική υπόταση, ενώ σε ένα μικρό ποσοστό μπορεί όψιμα να εμφανιστούν πιο σοβαρές επιπλοκές, όπως μυοκαρδίτιδα. Από το νευρικό σύστημα η αγευσία και ανοσμία μπορούν να επιμείνουν για αρκετά μεγάλο διάστημα σε ένα 10% των ασθενών. Πολύ συχνότερες είναι οι διαταραχές μνήμης και συγκέντρωσης περίπου στο ένα τρίτο των ασθενών, ενώ δεν είναι σπάνια η εμφάνιση κεφαλαλγίας και ιλίγγων. Από το αιμοποιητικό και το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να παρατηρηθεί εμμένουσα αύξηση των δεικτών φλεγμονής, αυξημένη πιθανότητα θρομβώσεων καθώς και πιθανή πυροδότηση ή έξαρση αυτοάνοσων νοσημάτων.

Από τα λοιπά συστήματα έχει περιγραφεί τριχόπτωση, αλωπεκία, διαταραχές των ονύχων από το δέρμα, μυαλγίες, αρθρίτιδα, οστεοπόρωση από το μυοσκελετικό σύστημα, καθώς και νεοεμφανιζόμενος σακχαρώδης διαβήτης και χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D από το ενδοκρινικό σύστημα. Το πιο συχνά αναφερόμενο σύμπτωμα μετά την οξεία λοίμωξη αποτελεί το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης σε ένα 50% περίπου των ασθενών, το οποίο έχει ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής, στην ψυχική υγεία, στην παραγωγικότητα και στην ευζωία (well-being), ενώ δεν είναι σπάνιες οι διαταραχές από την ψυχική σφαίρα με συχνότερες την κατάθλιψη και τη διαταραχή άγχους.

Αν και η παθογένεση των παρατεινόμενων συμπτωμάτων μετά τη λοίμωξη COVID-19 παραμένει εν πολλοίς αδιευκρίνιστη, οι βλάβες οργάνων που εγκαταστάθηκαν κατά την οξεία λοίμωξη (π.χ. πνεύμονας), η ενεργοποίηση του ανοσολογικού συστήματος, η πυροδότηση υποκείμενων νοσημάτων αλλά και ψυχολογικοί παράγοντες ενοχοποιούνται ως πιθανά εκλυτικά αίτια. Παρόμοιες χρόνιες επιπτώσεις έχουν παρατηρηθεί και μετά άλλες ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού όπως η γρίπη, η λοιμώδης μονοπυρήνωση, οι ιοί SARS και MERS.
 
Ο πληθυσμός των ασθενών που αναζητούν ιατρική βοήθεια λόγω συμπτωμάτων για αρκετές εβδομάδες μετά την οξεία φάση της νόσου ολοένα και αυξάνεται. Εντούτοις δεν υπάρχουν οργανωμένες δομές αξιολόγησης, διαγνωστικής διερεύνησης και θεραπευτικής προσέγγισης των ασθενών αυτών. Δεν είναι σπάνιο πολλοί ασθενείς ιδιαίτερα όσοι αναφέρουν συμπτωματολογία συμβατή με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, να υποβάλλονται σε πλήθος ιατρικών εξετάσεων, να εξετάζονται από πολλές και διαφορετικές ειδικότητες με αποσπασματική τελικά περίθαλψη. Ιδιαίτερα οι ασθενείς με χρόνια άτυπα συμπτώματα χωρίς συγκεκριμένα παθολογικά ευρήματα συχνά αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό στο κατά πόσον όντως πάσχουν από σωματικά συμπτώματα ή αν τα προβλήματά τους αποτελούν εκφάνσεις άγχους ή μετατραυματικού συνδρόμου. Το χρονικό διάστημα υποστροφής των συμπτωμάτων παραμένει ακόμα άγνωστο και η συνολική εικόνα του χρόνιου φορτίου της νόσου COVID-19 θα πάρει μήνες ή και χρόνια να διευκρινιστεί πλήρως. Η ολιστική αντιμετώπιση των ασθενών που εμφανίζουν παρατεινόμενα συμπτώματα έπειτα από νόσο COVID-19, από μια  ομάδα επιστημόνων υγείας είναι επιβεβλημένη, αποτελώντας μια σύγχρονη πρόκληση για τη δημόσια υγεία. Ωστόσο, παραμένουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα για αυτό το ταχέως εξαπλούμενο σύνδρομο και ιδιαίτερα το κατά πόσον ενδεχόμενες πρώιμες θεραπευτικές παρεμβάσεις σε ασθενείς με περιορισμένα συμπτώματα μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη των μακροπρόθεσμων επιπλοκών της νόσου COVID-19.
 
* Η κ. Ελένη Κορομπόκη είναι διευθύντρια ΕΣΥ, υπεύθυνη μονάδας COVID στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα».

Ο κ. Δημήτριος Κοντογιάννης είναι καθηγητής Λοιμωξιολογίας, κάτοχος της έδρας Robert C Hickey Chair in Clinical Care στο MD Anderson Cancer Center, Χιούστον, ΗΠΑ.

Ο κ. Θάνος Δημόπουλος είναι καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, πρύτανης του ΕΚΠΑ.