ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι αδύναμοι κρίκοι της πανδημίας

Η χαοτική αλυσίδα δήλωσης των ελέγχων και των κρουσμάτων και οι δυσλειτουργίες που προκαλεί

oi-adynamoi-krikoi-tis-pandimias-561186031

Τον περασμένο Απρίλιο αναρτήθηκε στη «Διαύγεια» η απόφαση του Δ.Σ. της ΗΔΙΚΑ να εγκρίνει δαπάνη ύψους 184.000 ευρώ (228.780 ευρώ με τον ΦΠΑ) για την επιλογή αναδόχου του έργου «Ανάπτυξη εθνικού μητρώου ασθενών COVID-19 και μηχανισμού παρακολούθησης ασθενών». Η λειτουργία του μητρώου ξεκίνησε τον Μάιο.

Τι προβλέπει; Για κάθε δείγμα για τεστ COVID-19 που λαμβάνεται, τα στοιχεία του ασφαλισμένου πρέπει να μπαίνουν στην πλατφόρμα της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Κοινωνικής Ασφάλισης. Αυτή η διαδικασία είναι ίδια για τα κέντρα υγείας και τα νοσοκομεία, για τα εργαστήρια, για τα ιδιωτικά θεραπευτήρια και ιατρεία. Οπου πραγματοποιείται έλεγχος για τον κορωνοϊό, η ενημέρωση του μηχανισμού παρακολούθησης της ΗΔΙΚΑ είναι το πρώτο βήμα. Και στη συνέχεια, όπου επιβεβαιώνεται εργαστηριακά η ύπαρξη κρούσματος, γίνεται η αντίστοιχη ενημέρωση.

Σωστή απόφαση και δυνάμει αποτελεσματική, μια και πρόκειται για χρήσιμο εργαλείο συλλογής των επιδημιολογικών στοιχείων. Θεωρητικά. Γιατί στην πράξη άρχισαν τα προβλήματα. Μπορείτε να φανταστείτε τι συμβαίνει στη διάρκεια της εφημερίας ενός νοσοκομείου, από το οποίο περνούν εκατοντάδες ασθενείς. Κάθε γιατρός, υπό τρομερή πίεση, πρέπει να βρει τον χρόνο και την ηρεμία να χειριστεί ένα σύστημα που μόνο απλό δεν είναι.

Η ενημέρωση των καρτελών (από τα δημογραφικά στοιχεία, τα κλινικά χαρακτηριστικά και το ιστορικό έκθεσης του ασθενούς στον νέο κορωνοϊό μέχρι τον καθορισμό της ημερομηνίας έναρξης και λήξης τής κατ’ οίκον νοσηλείας και τις πληροφορίες για την έκβαση της υγείας του) είναι χρονοβόρος διαδικασία. Δεν είναι λίγες οι φορές που το σύστημα «κολλάει» ή δεν επιτρέπει στον χρήστη να προχωρήσει σε επόμενο στάδιο αν δεν έχει περάσει ένα στοιχείο.

Σύμφωνα με καλά ενημερωμένες πηγές, στη φόρμα που χρειάζεται να συμπληρωθεί έχουν συμπεριληφθεί και στοιχεία που δεν είναι απαραίτητα για την επιδημιολογική επιτήρηση. Η επιβάρυνση αποδίδεται στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες του υπουργείου Υγείας που μεριμνούν για την προστασία των προσωπικών δεδομένων «φόρτωσαν» τη διαδικασία με πολύ σχολαστικούς όρους, ενώ αυτό που χρειάζεται λόγω των συνθηκών είναι ταχύτητα και ευελιξία.

«Και πέντε λεπτά να χρειαστεί να αφιερώσουμε για τη γραφική δουλειά που απαιτείται για κάθε ασθενή, αυτό αποτελεί, σωρευτικά, δυσβάστακτο βάρος για εμάς», λένε οι νοσοκομειακοί γιατροί. Ξεφυλλίζοντας τα εγχειρίδια χρήσης του Εθνικού Μητρώου COVID-19 τα οποία εξέδωσε η ΗΔΙΚΑ, καταλαβαίνει κανείς και το «σωρευτικά» και τη δυσθυμία τους: 32 πυκνογραμμένες σελίδες για τους θεράποντες ιατρούς και άλλες 15 για τους χρήστες εργαστηριακής διερεύνησης (με διάφορα ορθογραφικά και συντακτικά λάθη, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).

Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η διαδικασία ατόνησε το καλοκαίρι: δείγματα αποστέλλονταν σε εργαστήρια χωρίς να έχει απαραιτήτως ενημερωθεί η καρτέλα του ασφαλισμένου στην ΗΔΙΚΑ, αλλά με χειρόγραφο παραπεμπτικό· οι εντολές για τα τεστ τις περισσότερες φορές δεν περνούσαν στην ΗΔΙΚΑ, αλλά συχνά μόνο τα θετικά και μεταχρονολογημένα (άρα δεν είχαμε εικόνα για τον συνολικό αριθμό των ελέγχων). Για να διορθωθεί η κατάσταση, ζητήθηκε από όλα τα εργαστήρια που διενεργούν μοριακούς ελέγχους, δημόσια και ιδιωτικά, να αποστέλλουν καθημερινά στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Υγείας λίστα, σε μορφή Εxcel, με αναλυτική καταγραφή τους. Αντίστοιχο Εxcel αποστέλλεται κάθε ημέρα και στον ΕΟΔΥ.
Κίνηση σωστή: αν κάποια κρούσματα δεν έχουν, για οποιουσδήποτε λόγους, δηλωθεί στην ΗΔΙΚΑ, να μπορούν να προσμετρούνται στην τελική καταμέτρηση. Γιατί ο ΕΟΔΥ θα τα περάσει στο εθνικό μητρώο ασθενών COVID-19. Το κάνει; Λογικά ναι, λένε εμπλεκόμενοι σε αυτή τη χαοτική αλυσίδα. Αλλά σε αυτή τη χώρα, όταν στο «κάδρο» μπαίνουν ο φόρτος εργασίας και η υποστελέχωση ενός δημόσιου οργανισμού, τα όρια ανάμεσα στο λογικό και στο παράλογο συχνά είναι δυσδιάκριτα.

«Δεν θεωρώ ότι υπάρχει πρόβλημα με την πλατφόρμα της ΗΔΙΚΑ», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ Παναγιώτης Αρκουμανέας. «Το “πολλά” ή “λίγα” στοιχεία για την καρτέλα κάθε ασφαλισμένου είναι σχετικό, μια και πρέπει να καταχωρισθούν και επιχειρησιακά και επιδημιολογικά δεδομένα.

Το εθνικό μητρώο COVID-19 σχεδιάστηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, την άνοιξη. Μέχρι τις σημερινές συνθήκες “πολέμου”, πολλά έχουν αλλάξει. Αν ένα νοσοκομείο έχει χίλιους ασθενείς, ναι, καταλαβαίνω την επιβάρυνση των γιατρών. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να επισημάνω όμως ότι κανένα κρούσμα δεν χάνεται από όσα καταγράφονται και ότι διορθωτικές κινήσεις στην πλατφόρμα γίνονται σχεδόν καθημερινά».

Και από την ΗΔΙΚΑ, στην ημερήσια έκθεση επιδημιολογικής επιτήρησης του ΕΟΔΥ. Κάθε ημέρα μαθαίνουμε τον αριθμό των νέων κρουσμάτων, πόσα αφορούν άνδρες και γυναίκες, πόσα εντοπίστηκαν στις πύλες εισόδου. Ενημερωνόμαστε επίσης για τις διασωληνώσεις και τους θανάτους. Και εκεί η κάνουλα των πληροφοριών κλείνει. Στις περισσότερες επίσημες ανακοινώσεις δεν αναφέρεται καν ο συνολικός αριθμός των τεστ από τα οποία προέκυψαν τα κρούσματα: ο παρονομαστής, δηλαδή, που δείχνει ξεκάθαρα την εξέλιξη της πανδημίας…

Το παράδειγμα της Ελβετίας και οι δυσοίωνες προβλέψεις

Η σύγκριση με άλλες χώρες είναι συντριπτική. Στην ιστοσελίδα της βρετανικής κυβέρνησης coronavirus.data.gov.uk, κάθε πολίτης μπορεί να βρει απαντήσεις για οποιαδήποτε απορία του. Μέσω ενός ειδικού διαδραστικού χάρτη, μάλιστα, έχει τη δυνατότητα να δει την επιδημιολογική εικόνα της πόλης ή της περιοχής του, με δεδομένα, στατιστικά στοιχεία και προβλέψεις. 

Το ίδιο ισχύει και για τους Ελβετούς, όπως επιβεβαιώνει ο καθηγητής Γενετικής στην Ιατρική Σχολή της Γενεύης Μανώλης Δερμιτζάκης. «Κάθε πολίτης έχει πρόσβαση σε μια βάση δεδομένων με συγκεντρωτικά, λεπτομερή στοιχεία για όλα τα καντόνια. Θα βρει ό,τι ζητήσει, μέχρι, φυσικά, να φτάσει στην ιδιωτική πληροφορία, την παραβίαση προσωπικών δεδομένων – αυτό είναι το όριο. Πέρα από την επίσημη κρατική πηγή πληροφοριών, τον “ελβετικό ΕΟΔΥ” δηλαδή, τα στοιχεία είναι διαθέσιμα και μέσω πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, τα οποία προσφέρουν ταυτόχρονα και την ποιοτική ανάλυσή τους, διευκολύνοντας όσους δεν έχουν ίσως το κατάλληλο επιστημονικό υπόβαθρο ώστε να τα κατανοήσουν πλήρως», εξηγεί ο κ. Δερμιτζάκης, ο οποίος βίωσε την έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης και στη διάρκεια της πρόσφατης θητείας του ως προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας. «Ακόμα και εκείνη την περίοδο, που υποτίθεται ότι είχα πρόσβαση στην ενημέρωση, οι προσπάθειές μας να πάρουμε στοιχεία έπεφταν στο κενό. Βέβαια, η απάντηση στο αίτημά μας δεν ήταν ποτέ αρνητική. “Τα επεξεργαζόμαστε και θα σας τα στείλουμε”, μας έλεγαν. Δεν έφταναν όμως ποτέ στα χέρια μας…».

«Στα τυφλά» αναγκάζονται συχνά, εδώ και μήνες, να κινούνται και τα μέλη της επιτροπής εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας. Ποιος είναι ο παρονομαστής των θετικών κρουσμάτων; Πόσα από τα τεστ είναι μοριακά και πόσα rapid; Ποια είναι η γεωγραφική κατανομή τους; Πόσοι ασθενείς νοσηλεύονται με COVID-19 εντός και εκτός μονάδων εντατικής θεραπείας; Πόσοι υγειονομικοί ασθενούν ή βρίσκονται σε καραντίνα; Υπάρχουν αναλυτικές πληροφορίες για τις συρροές κρουσμάτων; Τα παράπονα που εκφράζουν για έλλειψη ενημέρωσης δεν σπανίζουν.

Xαρακτηριστικό παράδειγμα, λένε πολλοί επιστήμονες, ήταν η εμμονή του ΕΟΔΥ να κρατηθεί στα… Τάρταρα ο βασικός δείκτης αναπαραγωγής της επιδημίας, ο περίφημος R-effective, ιδιαιτέρως μετά το άνοιγμα του τουρισμού. Ολο το καλοκαίρι η επιτροπή ενημερωνόταν ότι ο R –που δείχνει πόσα άτομα μπορεί να μολύνει ένας φορέας και συγκαταλέγεται στα εργαλεία εκτίμησης για την εξάπλωση ενός παθογόνου– ήταν πολύ χαμηλός, αρκετά κάτω από 0,50. Αυτό δημιούργησε εύλογο εφησυχασμό, ότι όλα πάνε καλά, ότι η πανδημία σβήνει, ενώ η πορεία της ήταν επικίνδυνα ανοδική. Το ίδιο διάστημα, αντί να εντατικοποιηθούν οι μοριακοί εργαστηριακοί έλεγχοι, τεστ γίνονταν κυρίως στις πύλες εισόδου. Ελεγχοι που έπρεπε να γίνονται στην κοινότητα και να είναι τυχαίοι –για να αποτυπωθεί μια ξεκάθαρη εικόνα τού πού βαδίζει η χώρα– ουσιαστικά δεν πραγματοποιούνταν.

Πέρα από όσα είδαμε να συμβαίνουν στη συνέχεια (αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στη Βόρεια Ελλάδα γενικότερα, και αργότερα και στην Αθήνα), το ότι η πραγματικότητα πιθανότατα ήταν εντελώς διαφορετική πιστοποιείται και από σχεδιάγραμμα που έχει αναρτηθεί στη βάση δεδομένων που έχουν δημιουργήσει το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Υγείας της Γενεύης και το Κέντρο Επιστημονικών Δεδομένων της Ζυρίχης, με στοιχεία, μεταξύ άλλων, από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) και το αμερικανικό Πανεπιστήμιο Johns Hopkins. Τι δείχνει το συγκεκριμένο γράφημα; Οτι ο R στην Ελλάδα στις 27 και 28 Ιουλίου ήταν 1,68 και παρέμεινε υψηλός για εβδομάδες. Ηδη από τις 22 Ιουνίου είχε ξεπεράσει τη μονάδα. Η πανδημία, δηλαδή, «σιγόβραζε» ξανά…

Και τώρα τι;

Τα κρούσματα, αντί να μειώνονται, αυξάνονται. Το ίδιο ισχύει και για τους θανάτους. Ο δείκτης θνητότητας (fatality rate) στις 22 Νοεμβρίου στην Ελλάδα ήταν 1,8% και μέσα σε μόλις δέκα ημέρες, στις 2 Δεκεμβρίου, ανέβηκε στο 2,3%. Αυτό, εξηγούν οι ειδικοί, σημαίνει ή ότι υπάρχει υποκαταγραφή των κρουσμάτων (σε σύγκριση με άλλες χώρες στις οποίες αυτός ο δείκτης είναι χαμηλότερος) ή ότι το σύστημα υγείας αδυνατεί, λόγω της τρομερής πίεσης που υφίσταται, να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα σοβαρά περιστατικά. Μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο. 

Σύμφωνα με το μοντέλο πρόβλεψης του ελβετικού Ινστιτούτου Παγκόσμιας Υγείας, o αριθμός των συμπολιτών μας που θα χάνουν τη ζωή τους από τον κορωνοϊό θα εξακολουθήσει να αυξάνεται την επόμενη εβδομάδα: 115 την προσεχή Δευτέρα, 117 την Τρίτη, 119 την Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου. Και ουσιαστικά είμαστε ακόμα στην αρχή του δεύτερου πανδημικού κύματος…