ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ ΚΟΡΩΝΟΙΟΥ

Οι μάχες με τους ιούς και η αξιοπρέπεια

Η εμπειρία του Μιχάλη Φωτιάδη, που βρέθηκε σε χώρες χτυπημένες από τον Εμπολα αλλά έχασε τη μητέρα του από COVID-19

Ο Μιχάλης Φωτιάδης γνώριζε πώς θάβεται ένας νεκρός μολυσματικής ασθένειας με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Το 2014 στη Λιβερία, στη Σιέρα Λεόνε και στη Γουινέα και το 2018 στο Κονγκό συμμετείχε σε ανθρωπιστικές αποστολές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας κατά της επιδημίας του Εμπολα. Εφοδίαζε τις ομάδες που αναλάμβαναν την περισυλλογή των σορών με τον κατάλληλο προστατευτικό εξοπλισμό. Ηξερε και πόσο δύσκολο είναι το εγχείρημα της πειθούς. Πώς εξηγείς σε μια οικογένεια, σε μια κοινότητα και στους θρησκευτικούς ηγέτες ενός τόπου ότι δεν μπορούν να θρηνήσουν τους θανόντες στα σπίτια, να τους πλύνουν, ή να τους τυλίξουν με σάβανα; Πώς αναπροσαρμόζονται έθιμα ετών και αποτρέπονται ταφές στα κρυφά χωρίς τήρηση των μέτρων;

Ωσπου στις 31 Δεκεμβρίου 2020, σε μια νέα προέκταση του νεκροταφείου στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, η οποία περισσότερο έμοιαζε με εργοτάξιο παρά με κοιμητήριο, ο κ. Φωτιάδης κήδεψε με τον αδερφό του, παρουσία λιγοστών ανθρώπων, τη μητέρα του, Αναστασία. Ηταν 77 ετών, ένα από τα χιλιάδες πια θύματα της νόσου COVID-19 στη χώρα μας. Για έναν άνθρωπο των δικών του παραστάσεων, ο οποίος έχει βρεθεί σε πολλές ταραγμένες περιοχές του πλανήτη, αυτή ήταν μια πρωτόγνωρη διαδικασία. «Θα μας μείνει ένα τραύμα», λέει. «Οτι δεν έχει συμπληρωθεί ένας κύκλος».

Το 1995, σε ηλικία 26 ετών, ο κ. Φωτιάδης έλαβε μέρος στην πρώτη του αποστολή με τους «Γιατρούς Χωρίς Σύνορα» στην Αρμενία. Εκτοτε έχει εργαστεί σε διάφορα τεχνικά και διοικητικά πόστα της οργάνωσης, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό – εκτός από το υγειονομικό σκέλος, καθώς δεν είναι γιατρός ή νοσηλευτής. Μέχρι πρόσφατα βρισκόταν στη Λιβύη, όπου ως υπεύθυνος επιχειρησιακής υποστήριξης για τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) συντόνιζε την παραλαβή και διάθεση στη χώρα αναλώσιμων υλικών για την αντιμετώπιση της πανδημίας του νέου κορωνοϊού.

Η επιστροφή

Τον περασμένο Νοέμβριο αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα και να εξακολουθήσει να εργάζεται εξ αποστάσεως για τον ΠΟΥ γιατί ήθελε να είναι κοντά στους συγγενείς του – δεν ήξερε κατά πόσον θα ήταν εφικτό να ταξιδέψει την περίοδο των Χριστουγέννων και εάν θα έπρεπε να τεθεί έπειτα σε ημέρες ή εβδομάδες προληπτικής απομόνωσης. Τα τελευταία τρία χρόνια, όποτε βρίσκεται στην Ελλάδα, η κατοικία του είναι στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου λειτουργεί μαζί με την Ελευθερία Ιατράκη τη «Θάλασσα Αλληλεγγύης», ένα εργαστήρι δημιουργικής ένταξης για πρόσφυγες, μετανάστες και ντόπιους.

Η μητέρα του αρρώστησε στα τέλη Νοεμβρίου. Πρόλαβε να τη δει στο σπίτι της μετά τη διάγνωση. Δεν έμεινε μαζί της, αλλά τη βοήθησε τηρώντας αποστάσεις. Της έφερνε φαγητό λαμβάνοντας ειδικά μέτρα προστασίας, σαν να είχε στήσει, όπως λέει, ένα μικρό κέντρο ελέγχου μετάδοσης της νόσου μέσα στο διαμέρισμα. Ο ίδιος δεν προσβλήθηκε από τον ιό, δύο τεστ στα οποία υποβλήθηκε βγήκαν αρνητικά. Την 1η Δεκεμβρίου χρειάστηκε να καλέσει ασθενοφόρο. «Κατέβηκε με το μπουφανάκι της, τα πραγματάκια της, τη μασκούλα της. Δεν ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία φορά που θα την έβλεπα», λέει στην «Κ».

Επικοινωνούσε με τη μητέρα του τηλεφωνικά για να της δίνει κουράγιο όσο βρισκόταν σε απλό θάλαμο κλινικής COVID-19 στο ΑΧΕΠΑ. Αφησε στις νοσηλεύτριες του νοσοκομείου μια κουβέρτα και μωρομάντιλα που είχε ζητήσει να της φέρει και παράλληλα συνέχισε να υποστηρίζει τους συνεργάτες του στη Λιβύη, συντονίζοντας τις αεροπορικές μεταφορές μασκών και γαντιών από το Ντουμπάι προς τη Βεγγάζη.

Η μητέρα του χρειάστηκε να εισαχθεί σε μονάδα εντατικής θεραπείας και παρέμεινε διασωληνωμένη για περίπου τρεις εβδομάδες. «Ποτέ δεν το περιμένεις, ακόμη και αν το σκέφτεσαι σε θεωρητικό επίπεδο», λέει. «Θεωρούσαμε πάντοτε ότι μπαίνεις σε ένα νοσοκομείο για να σωθείς, να θεραπευτείς, να συμμετάσχεις σε έναν αγώνα που κάνουμε όλοι. Στη Λιβερία με τον Εμπολα ο κόσμος δεν πήγαινε στο νοσοκομείο εκτός κι αν ήταν πολύ αργά γιατί φοβόταν. Πρόσφατα στη Λιβύη αντιμετωπίζαμε το πρόβλημα του στίγματος. Απέφευγαν τα νοσοκομεία για να μη μαθευτεί στη γειτονιά ότι είχαν νοσήσει από COVID».

Η πρώτη εμπειρία που είχε από τη διαχείριση μιας μολυσματικής ασθένειας ήταν το 1998 σε επιδημία χολέρας στη Λιβερία. Το 2014 επέστρεψε στη Δυτική Αφρική. Νέος εχθρός πλέον ήταν ο Εμπολα. Μέσα στον επόμενο ενάμιση χρόνο 11.310 θάνατοι από αυτή τη σοβαρή ιογενή λοίμωξη καταγράφηκαν στη Λιβερία, στη Γουινέα και στη Σιέρα Λεόνε. «Πόσο λίγο ακούγεται το 11.000 σε σχέση με σήμερα», παρατηρεί ο κ. Φωτιάδης. «Ηταν όμως πολλές οι απώλειες, καθώς και πολλοί εκείνοι που επιβίωσαν από την αρρώστια», προσθέτει.

oi-maches-me-toys-ioys-kai-i-axioprepeia0
Ταφή νεκρού από την επιδημία του Εμπολα στην Αφρική. Φωτ. A.P. / Jerome Delay

Θυμάται ότι στη Λιβερία είχαν ληφθεί αυστηρά αστυνομικά μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων. «Απομόνωσαν ολόκληρες περιοχές, χωρίς να ενισχύσουν τους τοπικούς πληθυσμούς και ο κόσμος ήθελε να ξεφύγει, να αποδράσει γιατί νόμιζαν ότι τους κλείνουν εκεί για να πεθάνουν», λέει. «Βλέπαμε νεκρούς στον δρόμο και δεν γνωρίζαμε εάν είχαν πεθάνει από Εμπολα. Παίρναμε δείγματα αίματος από την πλάτη για αναλύσεις».

Ο ίδιος εφοδίαζε με τον προστατευτικό εξοπλισμό και με ειδικούς σάκους μεταφοράς νεκρού τις ομάδες περισυλλογής των σορών. Οπως εξηγεί, πέρα από τη διαδικασία της ταφής, απολύμαιναν και το σπίτι του θανόντος, έκαιγαν το στρώμα του και το αντικαθιστούσαν με νέο γιατί σε μια φτωχή οικογένεια μπορεί κάποιος να το επαναχρησιμοποιούσε. Μια άλλη ομάδα αναλάμβανε την ενημέρωση και τις διαβουλεύσεις με τους θρησκευτικούς ηγέτες κάθε περιοχής, ενώ οι συγγενείς μπορούσαν να παραστούν στην ταφή τηρώντας τις απαραίτητες αποστάσεις.

«Πώς όμως θα πείσεις τον κόσμο; Θέλει δουλειά, ενημέρωση, παροχή υλικών, θέλει σεβασμό, θέλει αξιοπρέπεια», λέει. Σε έναν σχετικό οδηγό 17 σελίδων για την τέλεση «ασφαλών και αξιοπρεπών ταφών θυμάτων του Εμπολα» ο ΠΟΥ περιγράφει βήμα προς βήμα το πρωτόκολλο, τη σύνθεση των ομάδων, τον εξοπλισμό που θα χρειαστεί, τον τρόπο προσέγγισης των συγγενών.

Τα πρωτόκολλα ταφής για κάθε μολυσματική ασθένεια δεν ταυτίζονται απαραίτητα. Στον οδηγό του ΠΟΥ το 2017 για τις ταφές κατά την επιδημία Εμπολα αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι όσοι συμμετέχουν στη διαδικασία θα πρέπει να σέβονται το χρόνο που απαιτείται για προσευχές, ότι θα πρέπει να επιτρέψουν την τελευταία ρίψη χώματος σε συγγενείς και έπειτα να τους συλλυπηθούν. Με τη λήξη της κηδείας όλοι πρέπει να απολυμάνουν τα χέρια τους με αντισηπτικό και να φροντίσουν για τη σωστή απομάκρυνση μολυσματικών αντικειμένων.

oi-maches-me-toys-ioys-kai-i-axioprepeia1
Σκίτσο από τον οδηγό του ΠΟΥ το 2017 για τις ταφές θυμάτων του Εμπολα. 

Το 2018 ο κ. Φωτιάδης επέστρεψε στην Αφρική με τον ΠΟΥ για τη νέα επιδημία του Εμπολα στο Κονγκό. Επρεπε και πάλι να εξασφαλίσει ότι σε όλα τα κέντρα θεραπείας και διαλογής ασθενών θα υπήρχε επάρκεια αναλώσιμων, να ασχοληθεί με το στήσιμο εργαστηρίων πεδίου, την τήρηση των πρωτοκόλλων απόρριψης ή καταστροφής υλικών.

Πέρα από το επιβαρυμένο σύστημα υγείας, τη φτώχεια και τη μολυσματική ασθένεια είχαν να αντιμετωπίσουν και τον πόλεμο. «Μία ημέρα πέρασα πέντε με έξι ώρες μπρούμυτα στο σκοτάδι γιατί έξω από το ξενοδοχείο όπου έμενα γινόταν μια μεγάλη μάχη με νεκρούς ανάμεσα σε ανταρτικές ομάδες και τον ντόπιο στρατό», λέει. Οι ένοπλες συγκρούσεις στην πόλη Μπένι δυσχέραιναν τις προσπάθειες ξένων αποστολών για ανάσχεση της νόσου και εμβολιασμό του τοπικού πληθυσμού.

Δεν πήγαινε σε αυτές τις αποστολές δίχως φόβο. «Σίγουρα ήταν πιο έντονος στην αρχή, στη Λιβερία», λέει διευκρινίζοντας ότι για το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό που εργάζεται μέσα σε μια «κόκκινη ζώνη» το ρίσκο και η αγωνία της έκθεσης μπορεί να είναι μεγαλύτερα. Ηταν όμως όλοι εκπαιδευμένοι για να διαχειριστούν τις πιεστικές καταστάσεις. «Τελευταία φορά φοβήθηκα πηγαίνοντας στη Θεσσαλονίκη», λέει. «Βλέποντας τα επιδημιολογικά στοιχεία, τον κόσμο να κρατάει και να μην κρατάει τα μέτρα».

Το «αντίο» στον Εύοσμο και η δυστοπία

Η μητέρα του έμενε μόνη της, πρόσεχε, δεν είχε πολλές επαφές, δεν ήξερε πώς εκτέθηκε στον ιό. Πέθανε στις 30 Δεκεμβρίου στο ΑΧΕΠΑ. Στην κηδεία παρευρέθησαν ο κ. Φωτιάδης με τον αδερφό του και άλλα τέσσερα άτομα, όλοι με μάσκες. Το φέρετρο ήταν τυλιγμένο με σελοφάν, τρεις υπάλληλοι του γραφείου τελετών φορούσαν πλήρη προστατευτικό εξοπλισμό με ολόσωμες στολές, ο ιερέας και δύο εργάτες δεν είχαν βάλει μάσκες. «Ηταν μια δυστοπία», λέει για τις συνθήκες που συνάντησε. Το σημείο όπου έγινε η ταφή είχε λάσπες και μπάζα, σε μια πλευρά ξάπλωναν αδέσποτα σκυλιά. Κάποιοι πρόσφατα σκαμμένοι λάκκοι είχαν πλημμυρίσει με βρόχινα νερά. Είχε ηλιοφάνεια, τα φουγάρα των διυλιστηρίων διακρίνονταν στο βάθος του ορίζοντα. Η τελετή κράτησε λίγο, το φέρετρο, όπως πληροφορήθηκε ο ίδιος, θα σκεπαζόταν την επόμενη ημέρα. 

oi-maches-me-toys-ioys-kai-i-axioprepeia2
Η επέκταση του νεκροταφείου στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης για τους θανόντες από COVID-19.

«Πιθανότατα να έκαναν όλοι ό,τι μπορούσαν, αλλά δεν φτάνει. Θα μπορούσαν να το είχαν προετοιμάσει καλύτερα, διαφορετικά», λέει. «Υπάρχει μια ματαίωση της διαδικασίας». Αναλογίζεται ότι παρεμφερή ζητήματα μπορεί να απασχολούν κάποιον άλλο σε άλλη γωνιά του κόσμου. «Οχι μόνο η αρρώστια, αλλά και τα προβλήματά μας είναι κοινά», τονίζει.

Οταν μιλάμε τηλεφωνικά, στις 5 Ιανουαρίου, ο συνολικός αριθμός των θανόντων από COVID-19 στην Ελλάδα έχει φτάσει τις 5.011 από την αρχή της πανδημίας. Τις επόμενες ημέρες θα προστεθούν και άλλοι. Οι περισσότεροι είναι γνωστοί μόνο ως αριθμοί, όχι με τα ονόματά τους. Η Αναστασία Φωτιάδου είχε δύο γιους. Ζούσε στην Επτάλοφο της Θεσσαλονίκης και είχε ακολουθήσει τον Μιχάλη σε αποστολές του με τους «Γιατρούς Χωρίς Σύνορα» στο εξωτερικό. Τον είχε επισκεφθεί στη Γάζα και στην Αρμενία. 

«Είχε δει πώς επιβιώνουν οι άνθρωποι σε καταστάσεις πολέμου, και σε κρίσεις», λέει. «Ο,τι συμβαίνει στην άλλη άκρη του κόσμου, όπως στην πανδημία, μπορεί να επηρεάσει άμεσα και εμάς. Το τι κάνουμε όμως και εμείς στη γειτονιά μας έχει σημασία, αυτό θα μας βοηθήσει να νιώσουμε ότι είμαστε άνθρωποι. Την επόμενη φορά που θα βρεθώ σε μια αποστολή θα βλέπω τα πράγματα και εγώ λίγο διαφορετικά».