ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο καθηγητής Σπυρίδων Δευτεραίος μιλάει στην «Κ» για την κολχικίνη

Ο καθηγητής Σπυρίδων Δευτεραίος μιλάει στην «Κ» για την κολχικίνη

Στα τέλη Ιουνίου, σε έγκυρο διεθνές περιοδικό δημοσιεύθηκαν τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα της ελληνικής μελέτης GRECCO-19 σχετικά με την ευεργετική επίδραση της κολχικίνης σε νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19. Εξι μήνες μετά, και μετά τη δημοσίευση των προκαταρκτικών αποτελεσμάτων της καναδικής μελέτης COLCORONA –με ελληνική συμμετοχή–, η κολχικίνη εντάσσεται στο θεραπευτικό πρωτόκολλο για την αντιμετώπιση της COVID-19, καθώς φαίνεται να μειώνει τις νοσηλείες (κατά 25%), την ανάγκη για μηχανική υποστήριξη της αναπνοής (50%) και τους θανάτους (44%). O καθηγητής Καρδιολογίας του ΕΚΠΑ και επικεφαλής της ελληνικής ομάδας ερευνητών Σπυρίδων Δευτεραίος περιγράφει στην «Κ» πώς ένα γνωστό εδώ και έναν αιώνα αντιφλεγμονώδες φάρμακο βρέθηκε να χρησιμοποιείται στη μάχη εναντίον της πανδημίας, αλλά και τον σημαντικό ρόλο και της ελληνικής πρωτοβουλίας σε αυτή την εξέλιξη. Ανακοινώνει και μια νέα διεθνή συνεργασία της ερευνητικής ομάδας της χώρας μας, αυτή τη φορά με το Πανεπιστήμιο Yale των ΗΠΑ.
 
– Κύριε Δευτεραίε, τι είναι η κολχικίνη και πώς δρα;

– Η κολχικίνη είναι ένα φάρμακο 100 ετών, δοκιμασμένο αντιφλεγμονώδες, και έχει ενδείξεις για την ουρική αρθρίτιδα και για τον μεσογειακό πυρετό και την περικαρδίτιδα. Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει δοκιμαστεί, από τη δική μας ερευνητική ομάδα και την καναδική ομάδα του Μontreal Heart Institute, η δράση της στη στεφανιαία νόσο και στην κολπική μαρμαρυγή. Αυτές οι μελέτες έχουν δημοσιευθεί σε πολύ έγκυρα περιοδικά με μεγάλο δείκτη απήχησης.
 
– Πώς ξεκίνησε η έρευνα για τον ρόλο της κολχικίνης στη θεραπεία της COVID-19;

– Η δεκαετής εμπειρία στη χρήση και στην ασφάλεια του φαρμάκου μάς οδήγησε στη σκέψη ότι η κολχικίνη θα μπορούσε να έχει ευεργετική επίδραση στον φλεγμονώδη «καταρράκτη» που προκαλεί η COVID-19. Πριν από δέκα μήνες, η ελληνική ερευνητική ομάδα μας κατέθεσε πρώτη παγκοσμίως αυτό τον προβληματισμό. Ετσι, ξεκίνησε μια πολυκεντρική μελέτη που ονομάστηκε GRECCO-19 και η οποία διερεύνησε εάν υπάρχουν ενδείξεις για τη δράση του φαρμάκου ενάντια στην COVID-19. H μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 105 νοσηλευόμενοι ασθενείς με COVID-19, κατέδειξε ότι η κολχικίνη μειώνει τον χρόνο της νοσηλείας και τον αριθμό των διασωληνώσεων ασθενών. Πριν από έξι μήνες δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα της μελέτης στο έγκυρο διεθνές περιοδικό JAMA Network Open. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τα νοσοκομεία Καστοριάς, Πτολεμαΐδας, Κοζάνης, Αλεξανδρούπολης και Θεσσαλονίκης που συμμετείχαν ενεργά στη μελέτη αλλά και τους ασθενείς που δέχθηκαν να μας βοηθήσουν.

Μετά τη δική μας έρευνα ακολούθησαν έξι μελέτες με επίσης μικρό σχετικά αριθμό συμμετεχόντων, από τις ΗΠΑ, το Μπέργκαμο Ιταλίας, την Κολομβία και την Αργεντινή, οι οποίες επιβεβαίωσαν τα αποτελέσματα της GRECCO-19. Το σύνολο αυτό των μελετών εξετάσθηκε σε μια μετα-ανάλυση, η οποία έδειξε μείωση της θνησιμότητας στους ασθενείς που έλαβαν κολχικίνη. Η μετα-ανάλυση αυτή δημοσιεύθηκε πριν από ένα μήνα.
 
– Ποια είναι η συμμετοχή της ελληνικής ερευνητικής ομάδας στην καναδική μελέτη COLCORONA;

– Οταν ξεκίνησε η COLCORONA, οι επικεφαλής της έρευνας από τον Καναδά, βλέποντας ότι εμείς είχαμε ήδη διερευνήσει την κολχικίνη, μας απηύθυναν πρόσκληση συνεργασίας και έτσι ενταχθήκαμε στην πολυκεντρική αυτή μελέτη, η οποία εξέτασε την επίδραση του φαρμάκου σε εξωνοσοκομειακούς ασθενείς. Η μελέτη αυτή, με βάση τα προκαταρκτικά αποτελέσματα, επιβεβαιώνει ότι η κολχικίνη έχει ενδείξεις για δράση έναντι της COVID-19. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι έχει ξεκινήσει ήδη και μια συνεργασία για έρευνα της σχέσης της κολχικίνης με την COVID-19 μεταξύ της ερευνητικής ομάδας μας και του Πανεπιστημίου Yale (ΗΠΑ).
 
Πότε θα πρέπει να χορηγείται η κολχικίνη για να είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της COVID-19;

– Η κολχικίνη πρέπει να χορηγείται το πρώτο 48ωρο από τη στιγμή που ένα άτομο έχει θετικό μοριακό τεστ για τον SARS-CoV-2. Στους ασθενείς άνω των 60 ετών που, επαναλαμβάνω, έχουν θετικό μοριακό τεστ μπορεί να χορηγείται χωρίς να πληρούνται άλλα κριτήρια. Στις ηλικίες από 18 έως 60 έτη χορηγείται εάν ο ασθενής πληροί ένα από τα εξής κριτήρια: έχει παχυσαρκία, υπέρταση, διαβήτη, καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια ή εκδηλώνει πυρετό 38 βαθμών Κελσίου και πάνω.