ΑΠΟΨΗ

Π. Χηνοφώτης: Από τον ζόφο στην Εθνεγερσία

Π. Χηνοφώτης: Από τον ζόφο στην Εθνεγερσία

Η Εθνική Παλιγγενεσία, οι Ελληνες αγωνιστές, οι τοπικές και ευρύτερες οργανωτικά Εκκλησίες και Μητροπόλεις, καθώς και η κυρίαρχη και διορατική προσωπικότητα του Εθνικού Ηγέτη και ευεργέτη Ιωάννη Καποδίστρια, έχουν δικαίως ανυψωθεί στη συνείδηση των Ελλήνων. Με γνώμονα τις επικρατούσες επώδυνες συνθήκες και καταστάσεις, η ιστορική ανάλυση γεγονότων όπως παρουσιάζονται από τα αρχεία, καταγραφές και εξιστορήσεις συγγραφέων και ιστορικών που βίωσαν αυτή την ταραχώδη εποχή, είναι καθοριστικής σημασίας για τη θεώρηση της Εθνεγερσίας. Η πληθώρα των ιστορικών προσεγγίσεων αναγνωρίζει το απαρασάλευτο του θάρρους και φρονήματος των Ελλήνων. Οι θυσίες όσων αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν και κατέστησαν Νεομάρτυρες, ο καθοριστικός ρόλος ιερέων και της Φιλικής Εταιρείας στην ηθική πνευματική και οργανωτική προετοιμασία για την ποθούμενη Εθνεγερσία, καθώς και η διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητος και του θρησκευτικού φρονήματος, συνιστούν τις σταθερές μιας αμετάβλητης οικουμενικής αλήθειας για τον τερματισμό της περιόδου ζόφου (1453-1821)1

Την 30ή Ιουνίου 1807 εδόθη ο 1ος όρκος της Επανάστασης από τους Ι. Καποδίστρια, Θ. Κολοκοτρώνη, Α. Κατσαντώνη, Γ. Καραϊσκάκη, Επίσκοπο Ιγνάτιο, Κίτσο και Νότη Μπότσαρη, Χ. Περαιβό κ.ά., στην εκκλησία του Σωτήρος στο Μαγεμένο Νικιάνας Λευκάδας. Η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας 26-30/1/1821 με Πρόεδρο τον Π. Π. Γερμανό και εισηγητή τον «μπουρλοτιέρη των ψυχών» Γρηγόριο Δημήτριο Δικαίο Παπαφλέσσα (εκπρόσωπο της Φιλικής Εταιρείας), το «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» της επαναστατικής διακήρυξης του Αλέξανδρου Υψηλάντη (23 Φεβ. 1821) και η ανταπόκριση των απανταχού Ελλήνων στο κέλευσμα «εις τα όπλα λοιπόν φίλοι η Πατρίς μας προσκαλεί» σήμαναν την έναρξη της εθνικής παλιγγενεσίας. Την 17/3/1821 οι πρόκριτοι της Μάνης, στην εκκλησία των Ταξιαρχών στην Αρεόπολη υψώνουν τη σημαία της επανάστασης. Την 23/3/1821, μετά τον όρκο των αγωνιστών στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων της Καλαμάτας, η «Μεσσηνιακή Γερουσία» με διακήρυξη εξαγγέλλει την απόφαση της «Εν ενί λόγω ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν». Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μετά την ευλογία του λαβάρου στην Αγία Λαύρα (17/3/1821), μετέβη στην Πάτρα το απόγευμα της 25ης Μαρτίου, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου των Πατρών, και κηρύσσει την Επανάσταση. Ως Πρόεδρος του Αχαϊκού Διευθυντηρίου επέδωσε επαναστατικό μανιφέστο στους ξένους προξένους, Francois C.H.L Pouqueville της Γαλλίας και Philip James Green της Αγγλίας, όπου διεκηρύσσετο ότι «αποφασίσαμεν σταθερώς ή ν’ αποθάνωμεν όλοι, ή να ελευθερωθώμεν». Στο ίδιο πνεύμα και το θεσπισθέν σήμα προς τα απαρασαλεύτου θάρρους πληρώματα των πυρπολικών «Με τη βοήθεια του Σταυρού επιτεθείτε»2. Αυτά τα ορόσημα της εθνεγερσίας απετέλεσαν την ανεξάντλητη πηγή των ηρωικών αγώνων της εθνικής παλιγγενεσίας. Τη «γενική ιδέα ενεργείας» καθόριζε το σχέδιο επιχειρήσεων, 27 άρθρων3 , του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Στον κατά θάλασσα αγώνα η ναυτική ιδιοφυΐα των Ναυμάχων του ’21 επρυτάνευσε. Ο Γάλλος ιστορικός και ακαδημαϊκός Jurien de La Graviere έγραψε το 1890 στο σύγγραμμα του La Marine Des Anciens «Η φήμη των Ελλήνων ναυμάχων δεν αποκτήθηκε εξ υφαρπαγής ή εκ συμπαθείας του πολιτισμένου κόσμου προς τους Ελληνες, ούτε μόνη η απειρία του εχθρού των στα ναυτικά, ημπορεί να εξηγήσει τας ελληνικάς κατά θάλασσαν επιτυχίας»4. Οι Ελληνες Ναυμάχοι για να ορθοποδήσει η επανάσταση συγκρότησαν στόλους με δύο αρχικούς σκοπούς: α. Την από θαλάσσης προστασία και κάλυψη της Πελοποννήσου ως κέντρου της επανάστασης. β. Την προάσπιση των νήσων και των παραθαλασσίων περιοχών εξασφαλίζοντας παράλληλα και την επικοινωνία, του μοναδικού για την εποχή τρόπου συνεννόησης.

Μετά από αιματηρούς αγώνες και θυσίες, η έλευση του Ι. Καποδίστρια έθεσε τα θεμέλια της Ελλάδος σε τόπον ο οποίος «ην υλικώς ολοσχερώς κατεστραμμένος, η δε επανάστασις εφαίνετο πανταχού ψυχοραγούσα»5. Ο Καποδίστριας ουδέποτε εφησύχασε με την υπαγόρευση/επιβολή της υποτελούς αυτονομίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Είχε πάντα κατά νουν τον χαρακτηρισμό, από τον Βασιλέα της Αγγλίας Γεώργιο Δ΄, της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου ως «ατυχούς γεγονότος». Αδραξε την ευκαιρία, για την πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδας, με την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου «ανάγκη άπαξ έτι να εξάρωμεν το γεγονός ότι προ του ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-1829, δι’ ου ελύθη το ελληνικόν ζήτημα, ουδεμία Δύναμις ουδένα εποιήσατο λόγον περί εντελούς ανεξαρτησίας της Ελλάδος».5

Οι αγωνιστές για την Εθνική Παλιγγενεσία και ο Καποδίστριας αντιπροσωπεύουν το κλέος του αγώνα όπως τον προσδιόρισε ο Αρχιστράτηγός της Θ. Κολοκοτρώνης.6 «Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσαις γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεων των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτον ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος».

1, 2, 3, 4. Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 3, μέρος Ζ «ο λυτρωτικός πόλεμος», Μ. Σίμψα, Αθήνα 1982.
5. Σύγχρονος Ιστορία των Ελλήνων, τόμος Α, κεφ. Γ, ο Καποδίστριας ως Κυβερνήτης της Ελλάδος, Π. Καρολίδου, Αθήνα 1922.
6. Κολοκοτρώνη απομνημονεύματα, Γ. Τερτσέτη, επιμέλεια Τ. Βουρνάς, Αθήνα 1983.
 
* Ο κ. Παναγιώτης Χηνοφώτης είναι Ναύαρχος Π.Ν., επίτιμος Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, πρ. υφυπουργός Εσωτερικών.