ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ

Το οικονομικό φορτίο της πανδημίας

Αντιμέτωποι με δυσκολίες και ανεργία άνθρωποι που νόσησαν με COVID-19

Το οικονομικό φορτίο της πανδημίας

Εχει περάσει σχεδόν ένας μήνας που ο Χρήστος Κούλης άφησε το μπαστούνι. Μπορεί πλέον να περπατήσει χωρίς την υποστήριξή του. Εχει ακόμη, όμως, το «βάδισμα του αλόγου» όπως το αποκαλεί. Φοράει ειδικό νάρθηκα και αντιθρομβωτική κάλτσα συμπίεσης και κουτσαίνει στο αριστερό του πόδι, σε κάθε διασκελισμό η φτέρνα πετάγεται προς τα πίσω. Είχε βρεθεί θετικός στην COVID-19 στο πρώτο κύμα, τον Μάρτιο του 2020. Ανέρρωσε από την ασθένεια, αλλά οι 28 ημέρες παραμονής του στη μονάδα εντατικής θεραπείας προκάλεσαν, μεταξύ άλλων, μια βαριά πολυνευροπάθεια. Ο δρόμος της αποκατάστασης, τον οποίο δεν έχει ακόμη διανύσει μέχρι τέλους, αποδείχθηκε μακρύς και πολυέξοδος.

Θυμάται ότι μετά τη μεταφορά του από τη ΜΕΘ σε απλό θάλαμο του νοσοκομείου «Σωτηρία» μπορούσε ελάχιστα να κουνήσει τα κάτω άκρα. Επειδή δεν υπήρχε άμεσα διαθέσιμη κλίνη σε δημόσια δομή αποκατάστασης, κατέληξε μετά το εξιτήριο σε ιδιωτικό κέντρο για κλειστή νοσηλεία. Εκεί ακολούθησε για πάνω από ένα μήνα εντατικό πλάνο αποθεραπείας από καταρτισμένο προσωπικό. Θα έπρεπε να πληρώσει με δική του συμμετοχή (πέραν του ποσού που κάλυπτε ο ΕΟΠΥΥ), επιπλέον κόστος ημερήσιας νοσηλείας στο οποίο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονταν και τα έξοδα δίκλινου δωματίου, όπως αναφέρεται στη σχετική γραπτή οικονομική προσφορά που του έκαναν. Πριν από την εισαγωγή έπρεπε να καταθέσει ποσό 1.275 ευρώ για τις πρώτες 15 ημέρες νοσηλείας.

Στην πορεία, όπως τον είχαν ενημερώσει εξαρχής, μπορεί να προέκυπταν και άλλες δαπάνες για εξετάσεις στις οποίες έπρεπε να υποβληθεί, για ειδικές θεραπείες όπως βελονισμό, καθώς και για επισκέψεις συμβούλων γιατρών. Παρόμοιες χρεώσεις, οι οποίες διαφοροποιούνται ανάλογα με τη δομή αποκατάστασης και τις παρεχόμενες υπηρεσίες, έχουν και άλλα περιστατικά που δεν σχετίζονται με την πανδημία.

Ο κ. Κούλης αναφέρει ότι συνολικά πλήρωσε περίπου 6.000 ευρώ και δείχνει στην «Κ» σχετικές αποδείξεις. Οπως εξηγεί, χωρίς τη συγκινητική κινητοποίηση της γειτονιάς του στα Πετράλωνα, θα ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί στα έξοδα. «Αν δεν έχεις κάποια χρήματα στην άκρη, έστω και λίγα, και δεν σε βοηθήσουν πέντε φίλοι και γνωστοί, δεν πρόκειται να τα καταφέρεις», λέει. «Μάζεψαν χρήματα και τα έστειλαν στη γυναίκα μου. “Αυτά τα λεφτά για τον φίλο μας”, είπαν».

Η κλειστή νοσηλεία σε κάποιο κέντρο αποκατάστασης δεν απαιτείται για όλες τις περιπτώσεις ασθενών COVID-19. Ακόμη και όσοι πέρασαν από ΜΕΘ, δεν εμφανίζουν έπειτα όλοι παρόμοιες επιπλοκές. Το διάστημα παραμονής, η ηλικία του νοσηλευομένου, ή η όποια συννοσηρότητα είναι ορισμένοι από τους παράγοντες που επιδρούν διαφορετικά σε κάθε περίπτωση. Η ιστορία του κ. Κούλη, όμως, είναι μία από τις πτυχές των οικονομικών βαρών που προκύπτουν στην πανδημία. Αλλοι άνθρωποι που ασθένησαν από κορωνοϊό, εξίσου ή λιγότερο σοβαρά, αφού ανέρρωσαν, βρέθηκαν αντιμέτωποι και με το φάσμα της ανεργίας.

Τα προβλήματα

Ο 63χρονος Νίκος Αντωνίου νόσησε με COVID-19 τον Ιούνιο του 2020. Νοσηλεύτηκε και αυτός στο «Σωτηρία» και όπως λέει χρειάστηκε να διασωληνωθεί δύο φορές. Εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής, αλλά εδώ και τόσους μήνες δεν έχει καταφέρει να συμπληρώσει έστω κι ένα μεροκάματο από τη στιγμή που ασθένησε. «Νιώθω ακόμη πολύ αδύναμος», λέει. «Δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου, δεν μπορώ να δουλέψω γιατί κουράζομαι πολύ. Οι γιατροί που με παρακολουθούν ακόμη αναφέρουν ότι δεν πρέπει να σηκώνω βάρη, αλλά χωρίς δουλειά τι θα κάνω; Μέχρι πότε θα κάνω υπομονή; Τα έξοδα τρέχουν, ενοίκιο, ρεύμα, φαγητό».

Εκανε μια απόπειρα να εργαστεί πρόσφατα αλλά δεν μπόρεσε να αντεπεξέλθει. «Παραλίγο να πέσω από τη σκαλωσιά», τονίζει. «Ζαλίζομαι και δεν μπορώ να σταθώ. Εάν μείνω δύο ώρες όρθιος, θα πρέπει μετά να ξαπλώσω. Νομίζω ότι ίσως δεν καταφέρω να δουλέψω ξανά».

Εκτός αγοράς εργασίας έχει μείνει και η 31χρονη Εβελίνα Παπακωνσταντίνου στη Θεσσαλονίκη. Ηταν εποχική υπάλληλος σε κονσερβοποιία της Πέλλας και αρρώστησε στα τέλη Αυγούστου. «Ενιωθα κάτι άγριο μέσα μου, δεν ήταν μια απλή γρίπη», λέει και περιγράφει την ελλιπή τήρηση των μέτρων προστασίας τόσο κατά τη μεταφορά των εργαζομένων με λεωφορεία όσο και μέσα στη μονάδα. Νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» έως τις 19 Σεπτεμβρίου, αλλά η περιπέτειά της δεν τελείωσε με το εξιτήριο. Παρέμενε θετική στον ιό έως και τα μέσα Νοεμβρίου όταν βρέθηκε επιτέλους αρνητική σε μοριακούς ελέγχους. Μέχρι και τον Δεκέμβριο δεν είχε ανακτήσει πλήρως την όσφρησή της, καθώς ένα από τα συμπτώματα της νόσου στην ίδια ήταν η ανοσμία.

Μετά τα αρνητικά τεστ μπορούσε πλέον να βγει από την απομόνωση του διαμερίσματός της, αλλά η σεζόν στην κονσερβοποιία είχε πλέον ολοκληρωθεί, ενώ η Θεσσαλονίκη είχε παρασυρθεί στη δίνη του δεύτερου κύματος και είχαν ληφθεί νέα περιοριστικά μέτρα. Είχε προϋπηρεσία ως πωλήτρια σε κατάστημα και ως βοηθός γραμματέα σε γραφείο, αλλά υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν πλέον της ήταν αδύνατο να βρει νέα δουλειά εν μέσω πανδημίας.

to-oikonomiko-fortio-tis-pandimias0
Η Λέλα Γκελασβίλι εργαζόταν ως αποκλειστική νοσοκόμα, ώσπου νόσησε με COVID-19 τον περασμένο Μάρτιο. Εκτοτε, το «στίγμα» της ασθένειας συνέβαλε καταλυτικά ώστε να μείνει επί μήνες άνεργη. (Φωτ. ΑΛΕΞΙΑ ΤΣΑΓΚΑΡΗ)

Στην Αθήνα αντιμέτωπη με την ανεργία βρέθηκε και η 37χρονη Λέλα Γκελασβίλι, μετανάστρια από τη Γεωργία. Με σπουδές Βιολογίας στην πατρίδα της, ήρθε στην Ελλάδα για μία καλύτερη οικονομική τύχη και επί χρόνια δούλευε ως αποκλειστική νοσοκόμα. Αρρώστησε με COVID-19 τον Μάιο του 2020. «Δεν μπορούσα να αναπνεύσω, πνιγόμουν», λέει και δείχνει το μικρό μπαλκόνι στο διαμέρισμά της. Εκεί καθόταν για περίπου δύο εβδομάδες, με θέα τις νεραντζιές στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας, παλεύοντας με τα αρχικά συμπτώματα, προσπαθώντας να πάρει μία ανάσα. «Κάθε μέρα χειροτέρευα. Είχα ένα βάρος και ο βήχας δεν με άφηνε να ησυχάσω». Τελικά τη συμβούλευσαν από τον ΕΟΔΥ να μεταβεί σε νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε για δέκα ημέρες στο «Σωτηρία».

Αφού ανέρρωσε της είπαν ότι δεν θα τη χρειαστούν άλλο σε ένα σπίτι όπου φρόντιζε μια ηλικιωμένη και της ζήτησαν να επιστρέψει τα κλειδιά της πολυκατοικίας. «Μου είπαν πως θα είναι δίπλα μου εάν έχω ανάγκη, αλλά δεν είχα άλλο τη δουλειά», λέει.

Αλλες δύο φορές που έψαξε για δουλειά της ζήτησαν αρνητικό τεστ κορωνοϊού, αλλά μόλις τους ενημέρωσε ότι είχε περάσει την ασθένεια και ήταν καλά στην υγεία της είπαν ότι δεν ενδιαφέρονται. Μέχρι και τον περασμένο Οκτώβριο δεν εργαζόταν. Τη βοηθούσε η μητέρα της, μετανάστρια στην Ιταλία, στέλνοντας κάποια χρήματα, καθώς και ορισμένες συμπατριώτισσές της που ζουν στην Αθήνα. Αυτές αγόραζαν τα φάρμακά της και ψώνιζαν για λογαριασμό της στο σουπερμάρκετ.

«Λες ότι πέρασες COVID, όχι ότι έχεις τώρα, αλλά βλέπεις ανεβάζουν τη μάσκα, κατεβάζουν τα παράθυρα στο ταξί», αναφέρει. «Με κάνουν και ντρέπομαι. Επειδή περάσαμε COVID θα είμαστε ανάπηροι, θα το έχουμε μια ζωή;» Θυμάται την αντίστοιχη ιστορία μιας γυναίκας που νοσηλευόταν στον ίδιο θάλαμο με εκείνη και όταν έγινε καλά δεν τη δεχόταν πίσω ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας στην οποία δούλευε.

«Ξέρεις τι είναι να ξεχάσεις να περπατάς;»

Ο κ. Κούλης λέει ότι ο δικός του εργοδότης συμπεριφέρθηκε άψογα όλο αυτό το διάστημα. Εργάζεται από το σπίτι και δύο φορές την εβδομάδα κάνει φυσιοθεραπείες κατ’ οίκον. Λέει ότι στάθηκε τυχερός και σε αυτή την περίπτωση, επειδή ο φυσιοθεραπευτής είναι γνωστός στην οικογένεια ζητάει μικρότερη αμοιβή. 

to-oikonomiko-fortio-tis-pandimias1
Θα χρειαστούν και άλλες φυσιοθεραπείες για να ξεπεράσει ο κ. Κούλης το πρόβλημα στη βάδισή του. (Φωτ. ΑΛΕΞΙΑ ΤΣΑΓΚΑΡΗ)

Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, όπως αναφέρει, για την πλήρη επάνοδό του, η αποκατάσταση αργεί. Θυμάται ότι τον Μάρτιο, μετά τα πρώτα συμπτώματα και τον επίμονο πυρετό, τον συμβούλευαν τηλεφωνικά από τον ΕΟΔΥ να παραμείνει στο σπίτι, ώσπου έπειτα από μία εβδομάδα πήγε στο μπάνιο και δεν μπορούσε να επιστρέψει στο κρεβάτι, είχε 30 αναπνοές στο λεπτό.

Μεταφέρθηκε αρχικά στο «Ιπποκράτειο» με κορεσμό οξυγόνου 77% και έπειτα στο «Σωτηρία» με ακόμη πιο χαμηλή τιμή, όπου κρίθηκε ότι έπρεπε να διασωληνωθεί άμεσα. «Ημουν με το ένα πόδι στον τάφο», λέει. Εαν του είχαν πει από τα πρώτα συμπτώματα να επισκεφτεί κάποιο νοσοκομείο ίσως να μην εμφάνιζε αυτές τις επιπλοκές η υγεία του. Το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό τον βοήθησε τελικά να κερδίσει τη μάχη. Στα 59 του χρόνια, όμως, έπρεπε μετά να μάθει να περπατάει από την αρχή. «Σαν να ήμουν μικρό παιδί», λέει. «Σήμερα εάν πάω να τρέξω θα πέσω κάτω. Ξέρεις τι είναι να ξεχάσεις να περπατάς;».