ΚΟΙΝΩΝΙΑ

O «φιλότεχνος» απατεώνας και ο Ελληνας ζωγράφος

Πώς επιτήδειοι του Διαδικτύου οικειοποιούνται ταυτότητες πραγματικών προσώπων αποσπώντας χρήματα από τα θύματά τους

O «φιλότεχνος» απατεώνας και ο Ελληνας ζωγράφος

Στα πρώτα e-mails δεν τον παραξένεψε τίποτα. Ενας κύριος Τομάς Χονζ, κάτοικος Νιου Τζέρσεϊ, επίσης ζωγράφος όπως εκείνος, είχε δει κάπου τα έργα του και είχε ενθουσιαστεί. Αφού του έγραψε διάφορα κομπλιμέντα, του είπε πως ενδιαφερόταν να αγοράσει δύο συγκεκριμένα έργα. «Οποτε μπορείτε στείλτε μου πληροφορίες και την τιμή τους, εάν δηλαδή είναι ακόμα διαθέσιμα». Κλείνοντας, του ευχήθηκε καλό Σαββατοκύριακο και καλές ημέρες δίχως COVID-19. O Ελληνας ζωγράφος, έχοντας κάνει εκθέσεις στο εξωτερικό, είχε δεχθεί πολλές φορές παρόμοια αιτήματα και άλλοτε προχωρούσε σε κάποια πώληση, άλλοτε όχι. Συνήθως όμως, στα πρώτα αυτά e-mails καταλάβαινε εάν ο συνομιλητής του ενδιαφερόταν πραγματικά – ο συγκεκριμένος υποψήφιος αγοραστής έμοιαζε σοβαρός και μάλλον αποφασισμένος να αγοράσει κάποιο έργο. Ψάχνοντας λίγο στο Ιντερνετ, βρήκε και την ιστοσελίδα του. Με καταγωγή από την Τσεχία, ήταν καταξιωμένος και πολυβραβευμένος.

Τα συγκεκριμένα έργα που του άρεσαν δεν ήταν πλέον διαθέσιμα, αλλά του έδωσε εναλλακτικές και τις τιμές τους. Η επικοινωνία τους συνεχίστηκε και τελικά, λίγες ημέρες αργότερα, ο Χονζ επέλεξε τον πίνακα που ήθελε, αξίας 23.000 ευρώ. Του είπε πως σε λίγες ημέρες θα γιόρταζε την επέτειο γάμου με τη γυναίκα του. «Θα είναι μια υπέροχη έκπληξη για εκείνη!» του έγραψε. Θα έπρεπε όμως να βιαστούν για να φθάσει ο πίνακας στην ώρα του. Τον έφερε άμεσα σε επαφή με τη μεταφορική εταιρεία που συνεργαζόταν ο ίδιος και ειδικευόταν σε μεταφορά έργων τέχνης. Κάποιος κύριος Μπερνιέ από το παράρτημα της μεταφορικής στο Λονδίνο επικοινώνησε και με τους δύο – με το που θα τον πλήρωνε ο Χονζ, ένας συνεργάτης στην Αθήνα θα παραλάμβανε τον πίνακα και θα τον έστελνε στην Αμερική.

Την επομένη, όμως, ο μεταφορέας τούς ενημέρωσε πως τελικά υπήρχε μια μικρή διαφορά στο κόστος μεταφοράς (1.500 ευρώ παραπάνω). Ο Χονζ απάντησε άμεσα πως δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Ηταν καθ’ οδόν για την τράπεζα, είχε εμπιστοσύνη στον Ελληνα ζωγράφο και θα έστελνε στην Αθήνα το συνολικό έμβασμα για τον πίνακα καθώς και τα έξτρα χρήματα για τον μεταφορέα. Το ίδιο απόγευμα –ήταν Πέμπτη– του έστειλε και το αποδεικτικό του εμβάσματος από την Bank of America. Και πάλι τίποτα δεν φαινόταν περίεργο. «Τα χρήματα λογικά θα φανούν το αργότερο σε δύο εργάσιμες ημέρες», του έγραφε και τον παρακαλούσε να στείλει άμεσα τα 1.500 ευρώ στον μεταφορέα, ώστε να ξεκινήσει εν τω μεταξύ η μεταφορά του πίνακα. Το ίδιο του έγραψε και ο Μπερνιέ από τη μεταφορική: «Ο οδηγός που συνεργάζομαι έχει το κινητό σας και περιμένει το πράσινο φως με το που πληρωθώ. Μην καθυστερείτε όμως με την κατάθεση».

Ο ζωγράφος επικοινώνησε με την τράπεζά του – το έγγραφο του εμβάσματος φαινόταν κανονικό, αλλά του εξήγησαν πως δεν είχαν τρόπο να διαπιστώσουν εάν πράγματι είχε πραγματοποιηθεί. «Νομίζω ότι το γεγονός ότι ο αντισυμβαλλόμενος επιμένει να ξεκινήσει η μεταφορά πριν από την παραλαβή των χρημάτων τον καθιστά ύποπτο», τον προειδοποίησαν. Εγραψε τους προβληματισμούς του στον Χονζ, αλλά εκείνος προσπάθησε να τον αποπροσανατολίσει. «Περίεργο, με τον κωδικό που σας έδωσα θα έπρεπε να μπορούν να δουν το έμβασμα. Ας δοκιμάσουν ξανά αύριο και αν υπάρχει θέμα θα επικοινωνήσω ξανά με τη δική μου τράπεζα. Οπως και να έχει, πληρώστε σήμερα τον μεταφορέα γιατί αλλιώς δεν θα έχω τον πίνακα την ημέρα που τον θέλω».

Ο Ελληνας ζωγράφος αποφάσισε να πληρώσει τον μεταφορέα με τον τρόπο που του είχαν υποδείξει σε ένα από τα μεγάλα καταστήματα για μεταφορά χρημάτων. Το πρώτο «καμπανάκι» χτύπησε όταν η υπάλληλος πίσω από τον γκισέ τον ρώτησε επίμονα εάν είναι βέβαιος πως δεν πρόκειται για απάτη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν του είχε περάσει από το μυαλό. Το δεύτερο «καμπανάκι» χτύπησε όταν, αφού έκανε την κατάθεση, σε ερώτησή του προς τον μεταφορέα για τα έγγραφα που θα χρειαζόταν, του απάντησε πως δεν χρειάζεται κανένα έγγραφο. Προβληματίστηκε, γιατί για να φύγει οποιοδήποτε έργο τέχνης από τη χώρα πρέπει να έχει πιστοποιητικό από την Εθνική Πινακοθήκη. Εάν πράγματι ειδικευόταν στην τέχνη, θα έπρεπε να το γνωρίζει. Θορυβημένος, έψαξε τη διεύθυνση που είχε συμπληρώσει στο έμβασμα ο Χονζ και είδε πως αντιστοιχούσε σε μια παράγκα σε κακόφημη γειτονιά. Ενιωσε πως μάλλον επρόκειτο για απάτη και αποφάσισε να μην στείλει τον πίνακα, παρά μόνο αφού δει τα χρήματα στον λογαριασμό του – πράγμα που ουδέποτε έγινε.

Επικοινωνήσαμε με τον πραγματικό Τομάς Χονζ. Πριν από λίγες εβδομάδες είχε διαπιστώσει πως κάποιος απατεώνας είχε κλέψει την ταυτότητά του: «Προσποιούμενος εμένα, είχε επικοινωνήσει με δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, άλλους καλλιτέχνες. Αρχικά συζητούσε μαζί τους για τη δουλειά τους και προχωρούσε υποτίθεται στην αγορά κάποιου έργου. Στην πραγματικότητα, όμως, ο στόχος του ήταν το θύμα να πληρώσει την “ψεύτικη” αποστολή. Το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να τον καταγγείλω, αλλά πέρα από αυτό δεν μπορώ να κάνω τίποτα παραπάνω».

Διαστάσεις επιδημίας

Απάτες μέσω e-mail υπήρχαν πάντα, αλλά φαίνεται πως με τον χρόνο η επικοινωνία γίνεται όλο και πιο πειστική, όλο και πιο στοχευμένη. Την περασμένη εβδομάδα, μια Ελληνίδα σχεδιάστρια ρούχων που έχει παρουσία στο εξωτερικό και «κυνηγάει» αντίστοιχες συνεργασίες έλαβε ένα e-mail που κανονικά θα της έδινε μεγάλη χαρά – από το κατάστημα John Lewis της Αγγλίας, ένας υπάλληλος, που πράγματι υπάρχει, της πρότεινε συνεργασία. Κατάλαβε πως πρόκειται για απάτη από κάποια συντακτικά λάθη που σίγουρα δεν θα έκανε ο επικεφαλής ενός από τα μεγαλύτερα εμπορικά καταστήματα, αλλά και από τη διεύθυνση του e-mail του – είχε δύο παραπάνω γράμματα από τη σωστή…

Από τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος εξηγούν πως το «δόλωμα» δεν είναι απαραίτητα κάτι ακριβό, όπως για παράδειγμα ο πίνακας – μπορεί να στοχοποιηθεί κάποιος που πουλάει οτιδήποτε, ακόμα και μικρής αξίας, ακόμα και ελαιόλαδο ή μια συσκευή κινητού. Ασχέτως τιμήματος, καταφέρνουν να εξαπατήσουν τα θύματά τους ζητώντας να καλύψουν τα μεταφορικά ή, ισχυριζόμενοι πως έχουν στείλει τα χρήματα, να τους τα ζητούν πίσω. Οι αξιωματικοί της Δίωξης συχνά αντικρίζουν αριστοτεχνικά φτιαγμένα πλαστά έγγραφα εμβασμάτων. Ο κανόνας είναι, μέχρι να δουν τα χρήματα στον λογαριασμό, να μην προβαίνουν σε καμία ενέργεια. Και επίσης, εάν –όπως ο ζωγράφος– κάνουν το λάθος και στείλουν χρήματα, με το που καταλάβουν πως πρόκειται για απάτη να ενημερώσουν άμεσα τη Δίωξη, που τα πρώτα 24ωρα συχνά καταφέρνει να μπλοκάρει τη συναλλαγή. Τέλος, προειδοποιούν: παρόμοιες απάτες επιχειρούνται πλέον καθημερινά.