ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ

«Θα δώσουμε τη μάχη και θα κερδίσουμε»

Γιατροί των ΜΕΘ μιλούν στην «Κ» για το μεγάλο στοίχημά τους

tha-dosoyme-ti-machi-kai-tha-kerdisoyme-561286930

Ενα στοίχημα ζωής, να μην αφήσουν εκτός ΜΕΘ ασθενή που να χρειάζεται εντατική θεραπεία, έχουν βάλει γιατροί και νοσηλευτές των μονάδων που εδώ και ένα χρόνο έρχονται αντιμέτωποι με το πιο σκληρό πρόσωπο της COVID-19. Η Αττική δίνει τώρα την πιο δύσκολη μάχη. 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών για τουλάχιστον 15 ημέρες οι κλινικές και οι ΜΕΘ COVID στο Λεκανοπέδιο θα είναι στο «βαθύ κόκκινο». Την τελευταία εβδομάδα στα νοσοκομεία της Αττικής έγιναν περίπου 1.600 εισαγωγές ασθενών. Η πληρότητα στις κλίνες εντατικής COVID της Αττικής ήταν την Παρασκευή στο 87%, παρόλο που αυτές αυξήθηκαν μέσα στην εβδομάδα φτάνοντας τις 348.

Και για πρώτη φορά το υπουργείο Υγείας προχώρησε στην πλήρη ανάπτυξη του σχεδίου έκτακτης ανάγκης για το ΕΣΥ («Κ» 14/2) με μετατροπή νοσοκομείων σε αποκλειστικά νοσοκομεία COVID, αξιοποίηση ιδιωτικών νοσοκομείων και περαιτέρω αύξηση των σχετικών κλινών –απλών και εντατικής– σε μία προσπάθεια να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες περίθαλψης των ασθενών της πανδημίας. Αυτές οι επιτακτικές ανάγκες, σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη επικράτηση του πιο μεταδοτικού βρετανικού στελέχους στο Λεκανοπέδιο, είναι που έφεραν και πιο αυστηρό πλαίσιο στις μετακινήσεις των πολιτών, καθώς τα μέχρι τώρα μέτρα δεν αποδίδουν στον βαθμό που περίμεναν οι ειδικοί και οι Αρχές.

Ο μεγαλύτερος φόβος

Σε αυτό το τρίτο κύμα, οι γιατροί στις μονάδες, καταπονημένοι από τον ένα χρόνο διαρκούς μάχης, καλούνται να αντιμετωπίσουν, ξεπερνώντας τα σωματικά και ψυχικά τους όρια, όλο και πιο συχνά ασθενείς νέους σε ηλικία. Και όπως δηλώνουν, ο μεγαλύτερος φόβος τους είναι να δουν 40άρηδες να καταλήγουν.

«Το σύστημα αντέχει οριακά, αλλά αντέχει. Και καταφέρνουμε να μην αφήνουμε ασθενή που έχει ανάγκη εντατικής θεραπείας εκτός της μονάδας. Ακόμα και όταν μία μονάδα γεμίσει μέσα σε λίγες ώρες, βρίσκουμε κλίνη εντατικής για να νοσηλευτεί. Ξεπερνώντας το όριά μας όλοι, ψυχικά και σωματικά. Αλλά έχουμε βάλει στοίχημα με τον εαυτό μας να μην αφήσουμε ασθενή εκτός ΜΕΘ», σημειώνει στην «Κ» η διευθύντρια ΕΣΥ στη Β΄ Κλινική Εντατικής Θεραπείας του πανεπιστημιακού νοσοκομείου «Αττικόν» και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εντατικής Θεραπείας, Μαρία Θεοδωρακοπούλου. Στο «Αττικόν», οι κλίνες εντατικής COVID που είχαν αναπτυχθεί έως την Τετάρτη ήταν 43. Το μεσημέρι εκείνης της ημέρας οι κενές κλίνες ήταν μόλις έξι.

Σχολιάζοντας εάν πρόκειται για τη χειρότερη στιγμή της πανδημίας στα νοσοκομεία της Αττικής, η κ. Θεοδωρίδου, σημειώνει: «Ναι, υπό την έννοια ότι υπάρχουν σημεία στο ΕΣΥ που σύντομα συμπληρώνουν ένα χρόνο συνεχούς αντιμετώπισης περιστατικών COVID-19 και δεν έχουν πάρει ανακούφιση. Προσωπικό χωρίς άδειες, με περισσότερες βάρδιες και με όλο περισσότερους ασθενείς και κλίνες υπό την ευθύνη τους. Εχουν φτάσει όλοι στα όριά τους. Και κάποιοι τα έχουν ξεπεράσει». Και τονίζει: «Ξέρετε ζούμε μία πανδημία που η γενιά μας δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα τη ζήσει. Σκεφτόμασταν την πιθανότητα πολέμου, ανθρωπιστικής κρίσης, αλλά κανείς δεν περίμενε να ζήσουμε μία “πανούκλα”, με σύγχρονους όρους. Και τώρα όχι μόνο το ζούμε, αλλά το πολεμάμε και ακόμα δεν βλέπουμε φως στο τούνελ».

Οι νέοι ασθενείς

Αυτό το τρίτο κύμα της πανδημίας έχει μία διαφοροποίηση σε σχέση με τα προηγούμενα. Πλέον το προσωπικό των ΜΕΘ καλείται να περιθάλψει όλο και νεότερους ασθενείς με κορωνοϊό. Οπως αναφέρει στην «Κ» η καθηγήτρια ΕΚΠΑ, πνευμονολόγος-εντατικολόγος, και υπεύθυνη λειτουργίας της ΜΕΘ της Α΄ Πανεπιστημιακής Πνευμονολογικής κλινικής ΕΚΠΑ στο «Σωτηρία», Αντωνία Κουτσούκου, «στο “Σωτηρία” οι ΜΕΘ είναι σχεδόν μονίμως γεμάτες. Βλέπουμε πλέον μικρότερες ηλικίες, άτομα 40 έως 65 ετών. Και πολύ βαριά αρρώστους. Αυτό είναι ένα τεράστιο φορτίο. Να βλέπουμε ενεργά μέλη της κοινωνίας στις ΜΕΘ και να μην έχουμε τα εργαλεία να τους βοηθήσουμε. Να τους χορηγούμε οξυγόνο 100%, να μη βελτιώνεται η κατάστασή τους, να πρέπει να τους γυρίσουμε σε πρηνή θέση για βελτίωση της οξυγόνωσης. Μας φορτίζει πολύ αυτή η κατάσταση». Η κ. Κουτσούκου τονίζει: «Οταν θέλεις πολύ να πάει καλά ο ασθενής, και αυτό το θέλεις για όλους, και έχεις εξαντλήσει όλα τα μέσα, όσο επαγγελματίας και να είσαι, λυγίζεις. Ο πολύ μεγάλος φόβος είναι να βλέπεις ασθενείς στην ηλικία των 40 ετών να καταλήγουν. Για να πάμε σπίτι μας και να κοιμηθούμε ήσυχοι, προϋπόθεση είναι να αισθανόμαστε ότι έχουμε κάνει το μέγιστο δυνατόν για να βοηθήσουμε τον ασθενή. Αλλά και πάλι αυτό δεν είναι πάντα αρκετό».
Η «καθημερινότητα» για το προσωπικό μέσα στη ΜΕΘ COVID είναι διαφορετική. «Η καταπόνηση είναι μεγάλη. Οι στολές μάς ταλαιπωρούν, ιδρώνουμε, οι νοσηλευτές αφυδατώνονται. Ολες οι διαδικασίες είναι πιο αργές. Χρειάζεται να φτιάξουμε καινούργιους χρόνους για όλα, ακόμα και για την αλλαγή γαντιών όταν πηγαίνουμε από τον έναν ασθενή στον άλλο. Μετά ένα χρόνο έχουμε συνηθίσει. Αλλά έπειτα από ένα χρόνο έχουμε κουραστεί», τονίζει η κ. Θεοδωρακοπούλου.

Η ψυχική υποστήριξη

Εκτός από τη θεραπευτική αντιμετώπιση, το προσωπικό των ΜΕΘ είναι αυτό που θα δώσει και ψυχική υποστήριξη στους ασθενείς που ανακτούν τις αισθήσεις τους. Οπως περιγράφει η κ. Θεοδωρακοπούλου, «ο ασθενής όταν ξυπνάει από την καταστολή, ανοίγει τα μάτια του και βλέπει άλλους δέκα ασθενείς να κοιμούνται, με σωλήνες γύρω τους. Καταλαβαίνει ότι βρέθηκε στην άκρη του γκρεμού και σώθηκε. Αλλά φοβάται μήπως γλιστρήσει ξανά. Περιμένει να βρεθεί κάποιος να καθίσει δίπλα του, να του εξηγήσει τι έγινε, να του φέρει ένα κινητό, ένα τάμπλετ να επικοινωνήσει με τους δικούς του. Στις γενικές ΜΕΘ όταν ξυπνάει ο ασθενής έχει περισσότερο φως, η πόρτα είναι ανοιχτή, βλέπει κοντά του τον νοσηλευτή. Τώρα είναι όλα κλειστά. Και από πάνω του είναι ένας άνθρωπος ντυμένος σαν αστροναύτης, και το μόνο που διακρίνει δύο μάτια πάνω από μία μάσκα. Σε αυτόν τον ασθενή πρέπει να δώσεις κουράγιο, να τον ενθαρρύνεις. Και αυτό χρειάζεται χρόνο».

Στην ερώτηση ποια είναι η μεγαλύτερη χαρά για έναν γιατρό της ΜΕΘ, η κ. Κουτσούκου τονίζει, «η απάντηση είναι λίγο κλισέ. Οταν ένας άρρωστος τα καταφέρνει. Σίγουρα όμως δεν περιορίζεται εκεί. Θα πρόσθετα, όταν βλέπεις την ευγνωμοσύνη στα μάτια των συγγενών του ασθενούς. Οταν βλέπεις το πάθος και την αυτοθυσία των γιατρών, και όταν γνωρίζεις ότι την εμπειρία που αποκτάς μπορείς να τη διδάξεις στους φοιτητές σου. Αυτή η πανδημία είναι ένα μεγάλο σχολείο. Εφερε στην επιφάνεια πράγματα που δεν είχαμε συνειδητοποιήσει. Ανέδειξε ποιοι είναι οι άνθρωποι που αφιερώνονται και ποιοι θέλουν απλώς να προβάλλονται. Ανέδειξε τους δεσμούς της οικογένειας και τη μεγαλοσύνη κάποιων».

Το μεσημέρι της Πέμπτης στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» ήταν σε εξέλιξη επιχείρηση μεταφοράς ασθενών που νοσηλεύονταν στη γενική ΜΕΘ, σε άλλη πτέρυγα με νέες κλίνες εντατικής από τη δωρεά του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος», ώστε να δοθούν 12 επιπλέον κλίνες εντατικής για τους ασθενείς με κορωνοϊό. «Και ετοιμάζουμε και άλλα “σενάρια”. Σενάρια μέχρι τελικής πτώσης», επισημαίνει στην «Κ» ο διευθυντής της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» Δημήτρης Πιστόλας. «Δεν πρέπει να αφήσουμε κανένα ασθενή που χρειάζεται εντατική εκτός ΜΕΘ. Δεν θα το επιτρέψουμε. Σε ένα πόλεμο δεν πας για να χάσεις. Πας για να κερδίσεις. Είμαστε σίγουροι ότι θα κερδίσουμε. Εμείς είμαστε εδώ. Αντέχουμε. Στρατιώτες του συστήματος».

Το βρετανικό μεταλλαγμένο στέλεχος 

«Τρικλοποδιά» στην προσπάθεια να ελεγχθεί η πανδημία βάζει το βρετανικό μεταλλαγμένο στέλεχος, το οποίο πλέον φαίνεται να έχει επικρατήσει σε πολλές περιοχές της χώρας. Εως σήμερα έχουν ταυτοποιηθεί 1.667 κρούσματα SARS-CoV-2 θετικά στο βρετανικό στέλεχος, εκ των οποίων τα 1.006 εντοπίστηκαν στην Αττική. Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, το 60%-70% των νέων κρουσμάτων αφορά το βρετανικό στέλεχος. Σε περιοχές όπως η Αττική και Κρήτη το ποσοστό αυτό φτάνει το 90%. Το βρετανικό στέλεχος είναι κατά 15%-20% πιο μεταδοτικό, σε σύγκριση με τα προηγούμενα στελέχη, γεγονός που έχει ως συνέπεια να περιορίζει την απόδοση των μέτρων. Με βάση τις εκτιμήσεις των ειδικών, τα ίδια περιοριστικά μέτρα που περιόριζαν τον δείκτη μεταδοτικότητας (Rt) στο 0,9, με το βρετανικό στέλεχος να επικρατεί τον ανεβάζουν στο 1,1, δηλαδή πάνω από το όριο ελέγχου της επιδημίας.