ΑΠΟΨΗ

Π. Πασπαλιάρης: Η λυσσαλέα αντιπολίτευση και ο «τύραννος» κυβερνήτης

Π. Πασπαλιάρης: Η λυσσαλέα αντιπολίτευση και ο «τύραννος» κυβερνήτης

Απόγευμα της 11ης/23ης Ιανουαρίου 1828, λίγες ώρες μετά την αποβίβαση και υποδοχή του Καποδίστρια στην Αίγινα, από το σπίτι του Ζαΐμη βγήκαν 30-40 πρόκριτοι, οι πλέον αναγνωρίσιμοι. Κατευθύνθηκαν όλοι μαζί προς την οικία όπου κατέλυσε αυτός για να υποβάλουν τα σέβη τους. Ο Καποδίστριας τους είπε ευγενικά ότι είναι κουρασμένος και ότι θα τους έβλεπε από την επομένη ιδιωτικά τον καθένα ή σε μικρές ομάδες. Οι πρόκριτοι έφυγαν και μεταξύ τους ψιθύριζαν αυτή την πρώτη νύχτα της μεταπολίτευσης του 1828 ότι «ο Κυβερνήτης δεν είναι τοιούτος καθώς ο λαός της Ελλάδος τον ήθελεν».

Λίγες μέρες αργότερα φανερώθηκε η πηγή από την οποία θα αναβλύσει η αντιπολίτευση εναντίον του Κυβερνήτη, καθώς αυτός ζήτησε από τους κεφαλαιούχους της χώρας να καταθέσουν κάποιες από τις οικονομίες τους στην «Εθνική Τράπεζα» την οποία μόλις είχε συστήσει. Ο ίδιος έβαλε το σοβαρότερο ποσό. «Εντεύθεν», όμως, «άρχισαν αι υποψίαι ότι ο Κυβερνήτης χρηματικόν δεν είχεν μαζί του, και ήθελεν και αυτός με λόγια να διοικήση το Ελληνικόν Εθνος». Οι περισσότεροι αρνήθηκαν να δώσουν σοβαρά ποσά. Από τον πιο πλούσιο Ελληνα της εποχής, τον Υδραίο Λάζαρο Κουντουριώτη, ο Καποδίστριας ζήτησε 10.000 τάληρα και του έδινε μάλιστα ενέχυρο τα προσωπικά του κτήματα στην Κέρκυρα. Ο Υδραίος καραβοκύρης έστειλε μόνο 2.000 μαζί με τον αδερφό του Γεώργιο.

Τα ίδια συνέβαιναν περίπου και στον στρατό. Κάποιοι αξιωματικοί ξεκίνησαν την αντιπολίτευση. Μόνιμή τους επωδός: «Επειδή τα συμφέροντα του έθνους και τα δικά μας προσωπικά πλήττονται, να πιάσουμε τα φρούρια». Το ζήτημα εκεί ήταν οι βαθμοί και η μισθοδοσία. Οι στρατιώτες όμως ήταν αναφανδόν με τον Κυβερνήτη. Πέρασε μια φορά από μπροστά τους ο Τζιούνης, ένας αξιωματικός αντικαποδιστριακός, και άρχισαν να τον «λεϊμονοβολούν» στον δρόμο. Την ίδια ψυχολογία τη συναντάμε και σε ολόκληρο τον λαό, πλην των προυχόντων. Τα λένε οι ίδιοι. Ο Αλ. Σούτσος στον «Εξόριστο του 1831», έναν ακραίο λίβελλο, ειρωνεύεται κάποιους χωρικούς που του λένε ότι «Σήμερα ημπορούμεν να σπείρωμεν και να θερίσωμεν… Δεν έρχουνται πλέον οι μαχαιράδες να πίνουν το κρασί μου και να σπάνουν το βαγένι».

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε μία σοβαρή και αξιόπιστη μαρτυρία που να στηρίζει την κατηγορία του «τυραννικής διακυβέρνησης». Οι καταγγελίες περί «αστυνομοκρατίας», «κατασκοπείας έναντι των πολιτών», «νεποτισμού» και «φίμωσης του Τύπου» ήταν ανυπόστατες. Αν διαβάσει κανείς τον ψηφισθέντα νόμο που δημιουργούσε την αστυνομία των πόλεων (πολιταρχία), καθιέρωνε ταυτότητες, επέβαλε στους δήμους να μαζεύουν αδέσποτα, θα αναρωτηθεί για το ύφος και το ήθος των αντιδράσεων και όχι για τις προθέσεις του νομοθέτη.

Η κατασκοπεία επίσης ήταν μια «φουσκωμένη» καταγγελία. Αλίμονο αν μια κυβέρνηση δεν αντλεί αστυνομικές πληροφορίες. Ειπώθηκε ότι όλοι οι φίλοι της κυβέρνησης κατασκόπευαν ακόμα και τα παιδιά τους. Ενας άγνωστος παπάς είχε πάρει μυθικές διαστάσεις κατασκοπευτικής δράσης. Το αστείο αυτής της υπόθεσης είναι ότι όσοι τα κατήγγειλαν αυτά, εμφανίζονταν αδιαλείπτως στον Κυβερνήτη για να ψιθυρίσουν στο αυτί του τη μία ή την άλλη καταγγελία εναντίον κάποιου εχθρού τους, και πρώτος από όλους ο Μακρυγιάννης.

Αδικη ήταν η κατηγορία εναντίον των αδερφών του. Οχι γιατί αυτοί στέκονταν στο ηθικό και πνευματικό ύψος του Κυβερνήτη, αλλά γιατί επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν μείνει άκληροι για να αναστήσουν το ελληνικό έθνος, όπως οι Ζωσιμάδες που έκαναν το ίδιο για να προικίσουν το έθνος. Ο Βιάρος και ο Αυγουστίνος, φιλικοί και οι δύο, είχαν αναλάβει την επιμελητεία της επανάστασης τα δύσκολα χρόνια και βρίσκονταν εκεί μόνο για να υπηρετήσουν την υπόθεση του έθνους και να προστατέψουν τον αδερφό τους.

Κατηγορήθηκε τέλος ο Καποδίστριας για τον τυποκτόνο νόμο, που μοιάζει όμως τόσο πολύ με τους σύγχρονους νόμους περί Τύπου. Κατηγορήθηκε ότι εν μέσω της οργάνωσης του πραξικοπήματος από μια μυστική εταιρεία με το όνομα «Ηρακλής» έκλεισε την εφημερίδα «Απόλλων» του Πολυζωίδη, του ανθρώπου που την επομένη της δολοφονίας έγραψε: «Παύουμε την έκδοση της εφημερίδας μας γιατί απολύσαμε τον σκοπό μας: ο τύραννος δεν υπάρχει πλέον».

Από το 1830 και μετά ξεκίνησε η ένοπλη στάση εναντίον της κυβέρνησης. Είναι αλήθεια ότι ο Βιάρος επιθυμούσε τη βίαιη καταστολή και την κεφαλική τιμωρία όσων κίνησαν τα όπλα στη Μάνη, στην Υδρα και στη Στερεά. Εφυγε για την Κέρκυρα επειδή δεν εισακούστηκε. Ο ίδιος ο Καποδίστριας προφανώς απαγόρευσε την κεφαλική ποινή για τους στασιαστές. Επιπρόσθετα είχε προσπαθήσει να τα βρει με όλους. Στον Μακρυγιάννη που του άφησε κάποτε τα όπλα του στο τραπέζι του, τα ξαναφόρεσε ο ίδιος στη μέση του. Ανένδοτος δεν ήταν ο κυβερνήτης αλλά οι πραξικοπηματίες. Η φυλάκιση του Πετρόμπεη θεωρήθηκε το μέγα σκάνδαλο της τυραννίας.

Τα περί τυραννικότητας του Καποδίστρια έφτασαν σε παρανοϊκές διατυπώσεις και δικαιολογίες από τους πρόσκαιρα ηττηθέντες πραξικοπηματίες. Οταν ο Μιαούλης και ο Κριεζής, βαλμένοι από τον Μαυροκορδάτο, έκαψαν τα δύο καλύτερα πολεμικά πλοία της χώρας στον Πόρο (1831), ο Αλ. Σούτσος έγραφε: «Πολλοί και από τους περί αυτόν ήρχισαν να τρέμωσι, βλέποντες καθ’ εκάστην αναπτυσσόμενον το νερωνικόν ήθος του Κερκυραίου». Εναντίον του καταφέρθηκαν ακόμα και τα ορφανά που είχε σώσει ο ίδιος από την εξαθλίωση και είχε στείλει στο ορφανοτροφείο της Κέρκυρας. Αποκάλεσαν κι αυτά τύραννο τον άνθρωπο που απαγόρεψε εν έτει 1828 τη σωματική τιμωρία από την εκπαιδευτική διαδικασία και επιπρόσθετα τα έντυσε, τα τάισε, προστάτεψε την τιμή τους, και τα έμαθε γράμματα.

Στη μανία του πραξικοπήματος αυτού συμμετείχαν πολλοί από αυτούς που μισθοδοτούνταν από το κράτος και τους φαίνονταν λίγα αυτά που έπαιρναν. Οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες καραβοκύρηδες ζητούσαν υπέρογκες αποζημιώσεις. Οι Μανιάτες να μη φορολογούνται, αλλά να φορολογούν οι ίδιοι. Ομως δεν ήταν μόνο το οικονομικό ούτε και οι βάσιμες υποθέσεις για τον ξένο δάκτυλο που ευθύνονται για όσα έγιναν τότε. Πρέπει να ήταν και ο καθαρός φθόνος. Ο Καποδίστριας εμφανιζόταν σε διάφορες επίσημες περιστάσεις με ευρωπαϊκά αγήματα που του απέδιδαν τιμές. Σημαντικοί Ευρωπαίοι, όπως ο Γκαίτε, ο Λαφαγιέτ, ο Σατωβριάνδος, όλοι οι φιλελεύθεροι της Ευρώπης, αλλά και βασιλείς όπως ο Λουδοβίκος και ο Κάρολος της Γαλλίας, οι τσάροι, Γερμανοί ηγεμόνες περηφανεύονταν για τη φιλία του. Οι άνθρωποι που κυβέρνησαν τη χώρα πριν από αυτόν (και μετά) και οδήγησαν την επανάσταση στον εμφύλιο και τον αργό θάνατο δεν μπορούσαν να τα δεχτούν όλα αυτά. Περισσότερο από όλους ο Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος αποκαλούσε τον εαυτό του πρίγκιπα, αλλά παρακαλούσε τον Αγγλο φιλέλληνα Μπλακιέρ να ησυχάσει τους προϊσταμένους του για το γεγονός και ότι δεν το εννοούσε ακριβώς έτσι. Ο φθόνος του ήταν μνημειώδης, θα έλεγε κανείς η συμπεριφορά του ήταν το τοκιζόμενο κεφάλαιο του φθόνου που περισσεύει στην πολιτική μας ιστορία.

Ομως οι ιστορικοί σήμερα οφείλουν να αποκαθαίρουν τη μνήμη του λαού από τον θόρυβο της μικρότητας της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο Καποδίστριας δεν υπήρξε τύραννος ποτέ. Οσοι τον κατηγόρησαν ως τέτοιο είχαν στόχο την πολιτική και εν τέλει τη φυσική του εξόντωση. Δεν μπορεί η επιστήμη της Ιστορίας να αναγνωρίσει ως τύραννο έναν άνθρωπο που κυκλοφορούσε πεζός με δύο φρουρούς ανάμεσα σε ορκισμένους εχθρούς του. 
 
* Ο κ. Παναγιώτης Πασπαλιάρης είναι ιστορικός.