ΑΠΟΨΗ

Η ασφάλεια ως αντίποδας της ελευθερίας

Η ασφάλεια ως αντίποδας της ελευθερίας

Με την απαρχή της πανδημίας, λήφθηκαν «εξαιρετικά μέτρα» από τις κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, όπως από τον περιορισμό της μετακίνησης των πολιτών, το κλείσιμο των εμπορικών καταστημάτων, της εστίασης, των σχολείων, των εκκλησιών μέχρι το σφράγισμα των συνόρων και την κινητοποίηση του στρατού για ελέγχους (Ιταλία). Ακόμα, κάποια κράτη χρησιμοποίησαν μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), ψηφιακή παρακολούθηση (Κίνα) και ηλεκτρονικά βραχιόλια (Χονγκ Κονγκ, Ισραήλ) μέσω δεδομένων των κινητών τηλεφώνων για τον περιορισμό του ιού. 

Οι επαναστατικές τεχνολογίες επιτήρησης δίνουν μια αίσθηση ασφάλειας στον κόσμο και επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να διατηρούν τον έλεγχο, αλλά θέτουν σημαντικά ηθικά διλήμματα και ερωτήματα σε σχέση με την μελλοντική χρήση τους μετά την πανδημία. Οι νέες επαναστατικές και εξελιγμένες βιομετρικές τεχνολογίες συμβάλλουν σε μια ολική μεταμόρφωση της θεώρησης του ατόμου. Μεταβάλλουν το εννοιολογικό υπόβαθρο των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Είναι αυτό που ονόμαζε ο Foucault «αναδοχή της ζωής από την εξουσία», όπου η άσκηση εξουσίας επί του ανθρώπινου όντος συνιστά μια «κρατικοποίηση» της βιολογικής κατάστασης. Αυτές οι πρακτικές στην ουσία συνθέτουν μια αναθεωρημένη αντιμετώπιση όχι μόνο της πανδημίας, αλλά και της διαχείρισης κρίσεων συνολικά, βάζοντας παράλληλα τα θεμέλια μιας μονόδρομης ασφαλειακής και επιτηρησιακής κυβερνητικότητας τεχνολογικής αιχμής.

Στην Ελλάδα επιβλήθηκαν νωρίς και επιτυχώς τα περιοριστικά μέτρα και η κυβέρνηση πορεύτηκε μαζί με το λαό σε γενικές γραμμές στο πρώτο κύμα της πανδημίας. Ένα χρόνο μετά διαβιούμε ακόμα σε καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» (Agamben). Τα αυξητικά σκληρά μέτρα, όπως οι έλεγχοι της αστυνομίας σε πολίτες, η απαγόρευση της κυκλοφορίας μετά από συγκεκριμένες ώρες, τα βαριά πρόστιμα για παραβάσεις των μέτρων του επιδημιολογικού συναγερμού, η απομάκρυνση από το σπίτι μέχρι ακτίνα δύο χιλιομέτρων, έχουν ως αντίκτυπο την κόπωση, αν όχι την εξάντληση της κοινωνίας.  Πέραν όμως της «πανδημικής κόπωσης» (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας), τίθενται και βαθύτερα κοινωνικά και ηθικά ζητήματα, τα οποία διαπερνούν τα στενά σύνορα της χώρας. 

Αναφέρομαι στο γενικότερο πλαίσιο της επιτεινόμενης «ασφαλειοποίησης» της πανδημίας. Όταν ένα θέμα «ασφαλειοποιείται», προσλαμβάνεται στο δημόσιο λόγο και αντιμετωπίζεται από πολιτικές πρακτικές ως υπαρξιακή απειλή που χρήζει τη λήψης έκτακτων μέτρων και δικαιολογεί δράσεις εκτός των φυσιολογικών ορίων της πολιτικής διαδικασίας. Η ασφαλειοποίηση συνιστά μια τεχνική πλαισίωσης ζητημάτων πολιτικής τακτικής με βάση τη λογική της επιβίωσης και εδράζεται στην ικανότητα να κινητοποιεί πολιτικές εκφοβισμού, όπου η δυσπιστία κυριαρχεί στις κοινωνικές σχέσεις. Η σύζευξη της ασφαλειοποίησης της υγείας και της λογικής του «καθεστώτος εξαίρεσης» (Agamben) συνοδευόμενη από την αύξηση της κυβερνητικής ισχύος σε αληθείς ή υποτιθέμενους καιρούς κρίσης, συνεπάγεται την εξάλειψη δικαιωμάτων (π.χ. απαγόρευση δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων) και τονίζει τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης και της επιβίωσης. 

Οι σκηνές βίας στην πλατεία της Νέας Σμύρνης την Κυριακή 7/3/2021 στα πλαίσια της αστυνόμευσης για την τήρηση των μέτρων, οπού αστυνομικός ξυλοφόρτωνε έναν νεαρό που δεν πρόβαλλε αντίσταση, δεν είναι μόνο έναυσμα πολιτικής και κομματικής αντιπαράθεσης. Θέτει ερωτήματα αξιών. Μήπως το διακύβευμα στο βωμό της επιτήρησης, της διασφάλισης της δημόσιας υγείας, και του «καθεστώτος εξαίρεσης» είναι η ελευθερία του ατόμου; Αυτές οι σκηνές προσφέρουν το εφαλτήριο για μια ευρύτερη συζήτηση για τα όρια της ασφάλειας σε μια χώρα, αλλά και για τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της πανδημίας σε βάθος χρόνου. Μήπως το τίμημα της ασφάλειας στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες του κόσμου – που οδηγούν στην ασφαλειοποίηση της πανδημίας και της υγείας – είναι η ανασφαλειοποίηση και ανελευθεροποίηση του ατόμου; Όταν η βία είναι εργαλείο στα χέρια της εξουσίας και στα πλαίσια της «βιοασφάλειας» εγείρεται το ερώτημα, ποιανού ασφάλεια προστατεύεται εν τέλει;  

Εάν υποθέσουμε ότι η ασφάλεια και η ελευθερία είναι συμπληρωματικές έννοιες, γιατί η αύξηση της ασφάλειας συνεπάγεται αύξηση της ανελευθερίας των ατόμων;  Η ελευθερία εντάσσεται μέσα στις βασικότερες αξίες της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που κατ’ ουσίαν υπηρετούν την προστασία του ατόμου μέσα στην κοινωνία. Αντιθέτως, η ασφάλεια αυτή καθ’ αυτή δεν συνιστά αξία, γεγονός που δεν είναι ευδιάκριτο στην άσκηση της εξουσίας επί του παρόντος και ιδιαιτέρως μέσα στα πλαίσια της πανδημίας.  Που σταματάει λοιπόν η ασφάλεια και που αρχίζει η ελευθερία; 

Η ασφαλειοποίηση της πανδημίας μπορεί αυτή τη στιγμή να δείχνει ως μια θεμιτή διαδικασία. Η αναστολή συνταγματικών δικαιωμάτων, η απειλή της σωματικής και ψυχικής υγείας των πολιτών, ο διάχυτος φόβος και η συνακόλουθη ακύρωση της κοινωνικής ζωής συνθέτουν την εικόνα μιας «κατάστασης εξαίρεσης», η οποία όμως τείνει να μετατραπεί σε κανονική κατάσταση. Γινόμαστε όλοι κοινωνοί μιας κανονικοποίησης της εξαίρεσης, μιας μετατόπισης από την ιδιότητα του πολίτη στη διαχείριση της ύπαρξης μας από το dispositif της κυβερνητικότητας (Foucault),  στα πλαίσια της οποίας η ζωή έχει «μειωθεί στο επίπεδο μιας καθαρά βιολογικής συνθήκης» (Agamben). Η ετικέτα της ασφάλειας φαινομενικά λειτουργεί και οι πολιτικές ελίτ δικαιολογούν και επιβάλλουν ένα σχέδιο δράσης αξιολογώντας τι μπορεί να θεωρηθεί ως αντικείμενο φόβου, και ποιος ή τι μπορεί να θυσιαστεί στο βωμό του ελέγχου και της επιτήρησης. Μακροπρόθεσμα όμως η διαιώνιση ενός «καθεστώτος εξαίρεσης» μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις αρχές της δημοκρατικότητας και της ελευθερίας. 

*Η Δρ. Φωτεινή Καλαντζή είναι ερευνήτρια στο Κέντρο Νοτιοανατολικών Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.