ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1821 - ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ «Κ»

Στ. Καλύβας: Στην ανατολή του τρίτου αιώνα

Στ. Καλύβας: Στην ανατολή του τρίτου αιώνα

Η Ελλάδα συμπληρώνει 200 χρόνια βίου, αν τουλάχιστον ξεκινήσουμε το μέτρημα από την έναρξη της εξέγερσης. Η πορεία της χώρας ώς σήμερα υπήρξε περιπετειώδης και η σημερινή Ελλάδα έχει ελάχιστη σχέση με αυτή του 1821. Πώς όμως γίνεται να φανταστούμε τον τρίτο αιώνα που ανοίγεται μπροστά μας; Ισως ένας τρόπος είναι να δούμε συνοπτικά τον κάθε ένα από τους δύο αιώνες του βίου της χώρας από την οπτική της χρονικής τους ολοκλήρωσης.

Στ. Καλύβας: Στην ανατολή του τρίτου αιώνα-1Στον πρώτο αιώνα του ελληνικού κράτους κυριάρχησε το όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης. Το κράτος που προέκυψε από την εξέγερση δεν ήταν ιδιαιτέρως ελκυστικό: ήταν φτωχό, μικρό και δεν διέθετε αξιόλογους πόρους, ούτε βέβαια διοικητικές δομές. Επιπλέον, το μεγαλύτερο και δυναμικότερο κομμάτι του ελληνισμού ζούσε εκτός του γεωγραφικού του χώρου. Επομένως, ο στόχος της εθνικής ολοκλήρωσης αναπτύχθηκε πάνω σε τρεις άξονες. Ο πρώτος ήταν η συγκρότηση ενός «πρότυπου βασιλείου», δηλαδή μιας κρατικής οντότητας δυτικού τύπου σε μια οθωμανική επαρχία. Ο δεύτερος ήταν η διαμόρφωση ενός συνεκτικού έθνους καθώς ένας πληθυσμός αναλφάβητων αγροτών και κτηνοτρόφων που είχαν εξαιρετικά περιορισμένους τοπικούς ορίζοντες έπρεπε να μετατραπεί σε συνειδητούς πολίτες ενός νεωτερικού έθνους με κοινή και συνεκτική εθνική συνείδηση. Τέλος, ο τρίτος ήταν η εδαφική επέκταση, αρχικά εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που, παρά την παρακμή της, παρέμενε ένα πανίσχυρο κράτος, και αργότερα απέναντι στα νεοσύστατα βαλκανικά κράτη –ιδίως τη Βουλγαρία–, τα οποία είχαν τα δικά τους δυναμικά σχέδια τα οποία δεν ήταν πάντοτε συμβατά με τα όνειρα των Ελλήνων.

Το 1921 και οι τρεις αυτοί στόχοι είχαν σε γενικές γραμμές επιτευχθεί. Η χώρα διέθετε ένα νεωτερικό, «βεμπεριανό» κράτος, που μπορεί να μην είχε την αποτελεσματικότητα ή τους πόρους των μεγάλων δυτικών ομολόγων του, αλλά είχε δομηθεί πάνω στην ίδια κατευθυντήρια λογική. Η γοργή και μαζική ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είχε οδηγήσει στη συγκρότηση ενός συνεκτικού έθνους και η μεγάλη στρατιωτική προσπάθεια των απαρχών του 20ού αιώνα είχε επιτύχει τον διπλασιασμό της έκτασης της χώρας. Την επιτυχία αυτή αμαύρωσε βέβαια ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Καταστροφή που θα ακολουθούσε σε ένα χρόνο. Ούτε όμως ο ένας ούτε η άλλη δεν αναιρούν το γεγονός πως ο στόχος της εθνικής ολοκλήρωσης είχε σε σημαντικό βαθμό επιτευχθεί.

Το ξεκίνημα του δεύτερου αιώνα της σύγχρονης Ελλάδας σημαδεύτηκε από το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Σύντομα, η χώρα έθεσε έναν καινούργιο μεγάλο στόχο: την έξοδό της από τη φτώχεια και την υπανάπτυξη. Ο στόχος αυτός περνούσε μέσα από την εκβιομηχάνιση της χώρας και τον θεσμικό της εκσυγχρονισμό. Η Ελλάδα κατάφερε με αξιοθαύμαστο τρόπο να απορροφήσει και να αποκαταστήσει πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και το 1928 ξεκίνησε η μεγάλη προσπάθεια εκσυγχρονισμού. Μιλώντας στη Θεσσαλονίκη τον Φεβρουάριο του 1930, ο Ελευθέριος Βενιζέλος διακήρυσσε τη βαθιά του εμπιστοσύνη στο μέλλον της χώρας, κάνοντας μια σύγκριση ανάμεσα σε δύο χρονολογίες: το 1830 και το 1930. Τι ήταν η Ελλάδα το 1830; ρωτούσε. Ενας σωρός ερειπίων, ένα πολιτικό εξάμβλωμα που ελάχιστοι θεωρούσαν βιώσιμο, με μικρό πληθυσμό και καμιά άξια λόγου πόλη. Οι όροι με τους οποίους δημιουργήθηκε το κρατίδιο αυτό καθιστούσαν την ανάπτυξή του επισφαλή, ενώ οι πόροι του ήταν ελάχιστοι και η πολιτική του πείρα ανύπαρκτη. Η ρομαντική του απορρόφηση από τη Μεγάλη Ιδέα οδηγούσε σε αδιέξοδους μαξιμαλισμούς. Παρότι όμως οι συνθήκες ήταν τόσο αρνητικές, προσθέτει στον λόγο του ο Βενιζέλος, το πολιτικό αυτό εξάμβλωμα κατόρθωσε να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, να τριπλασιάσει την έκτασή του, να εννεαπλασιάσει τον πληθυσμό του και να εκατονταπλασιάσει τον πλούτο του. Δηλαδή, κατέληγε, ένα κράτος που είχε πετύχει τόσο πολλά σε έναν αιώνα δεν υπήρχε περίπτωση να δυσκολευτεί στον δεύτερο αιώνα του βίου του για να πετύχει «νέας προόδους, τας οποίας ολίγοι από ημάς είμεθα ικανοί και να φαντασθώμεν ακόμη σήμερα». Η Ελλάδα μπορεί να προσέκρουσε στη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’30, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Εμφύλιο, όμως ο Βενιζέλος τελικά δικαιώθηκε ως προς την πρόβλεψή του: στη διάρκεια του δεύτερου αιώνα της, η χώρα πέτυχε τον στόχο της μετατρέποντας την υπανάπτυξη σε παρελθόν. Παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, η Ελλάδα είναι σήμερα ένα πλούσιο, δημοκρατικό κράτος, ισότιμο μέλος της μεγαλύτερης συμμαχίας των πιο ανεπτυγμένων δημοκρατιών του κόσμου.

Διαβάστε επίσης:
Τα συλλογικά μας γενέθλια

Θα μπορούσαμε να προβάλουμε το 1921 και το 2021 στο 2121; Οχι βέβαια, γιατί αυτά που αλλάζουν εκτείνονται πολύ πιο πέρα από τη δυνατότητα του νου μας να τα συλλάβει. Ομως, είναι ενδιαφέρον να παίξουμε με την ιδέα αυτή. Μια τέτοια προβολή θα μπορούσε να επισημαίνει πως μετά το διπλό σοκ της κρίσης του 2010 και της πανδημίας του 2020, η χώρα θέτει ένα καινούργιο μετανεωτερικό στόχο που προσπερνά τη συμβατική οικονομική ανάπτυξη και βασίζεται σε μια ριζικά διαφορετική αντίληψη της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του και τον περίγυρό του, κάτι αντίστοιχο σε εύρος δηλαδή με τις ιδεολογικές υπερβάσεις που έγιναν το 1821 ή το 1923, όταν οι ηγέτες της χώρας φαντάστηκαν αρχικά το εθνικό κράτος και κατόπιν το σύγχρονο κράτος. Η προβολή αυτή θα υπογράμμιζε παράλληλα την ίδια μεγάλη φιλοδοξία της αυτοτοποθέτησης στην παγκόσμια πρωτοπορία και θα ανέφερε την πλούσια εμπειρία μας στο να ξεπερνάμε τις αναπόφευκτες κρίσεις και καταστροφές.

Αγναντεύοντας την ανατολή του τρίτου μας αιώνα, θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε με μικρές μόνο παραλλαγές τον Βενιζέλο του 1930: «Πώς μπορεί κανείς να πει πως το κράτος αυτό –που, παρά τη φτωχή του αφετηρία, πέτυχε τόσα πολλά– δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κατά την τρίτη εκατονταετία της ανεξάρτητης ζωής του νέες προόδους τις οποίες λίγοι από εμάς είμαστε ικανοί να φανταστούμε σήμερα;».

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Περισσότερα άρθρα του αφιερώματος της «Κ» με τίτλο: «Ελλάδα του ’21, του σήμερα και του αύριο»