ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1821 - ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ «Κ»

Καπετάν Π. Τσάκος: Καθοριστικός ο ρόλος του Ναυτικού

kapetan-p-tsakos-kathoristikos-o-rolos-toy-naytikoy

Οι μεγάλες γεωπολιτικές ανακατανομές (Αμερικανική και Γαλλική Επανάσταση, Ναπολεόντειοι Πόλεμοι, παρακμή Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και παραδοσιακών ναυτιλιακών κέντρων…) που συντελέσθηκαν το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα, ανέτρεψαν άρδην την καθεστηκυία τάξη της εποχής – ιδιαίτερα της Ευρώπης.

kapetan-p-tsakos-kathoristikos-o-rolos-toy-naytikoy0Στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, καθοριστική υπήρξε, για την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε τρεις ρωσοτουρκικούς πολέμους. Η συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) επέβαλε, μεταξύ των άλλων, νέους όρους στο θαλάσσιο εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα και στο Αιγαίο, το οποίο διέπλεαν Ελληνες καραβοκύρηδες με ιστιοφόρα σκάφη υπό σημαία οθωμανική. Από τη συνθήκη εκείνη και μετά, τα πλοία των Ελλήνων έφεραν τη ρωσική ή αγγλική σημαία υπό ευνοϊκούς όρους εκμετάλλευσης. Πολλά απ’ αυτά ήσαν εξοπλισμένα με κανόνια για την αντιμετώπιση της πειρατείας που τότε μάστιζε τη Μεσόγειο. 

Η κήρυξη της Επανάστασης βρήκε, κατά συνέπεια, στα χέρια των Ελλήνων έναν σημαντικό εμπορικό στόλο, ο οποίος εύκολα μετατράπηκε σε πολεμικό, συμβάλλοντας, μαζί με τις νικηφόρες μάχες στη ξηρά, στην απελευθέρωση της πατρίδας με νίκες και στη θάλασσα. 

Η Επανάσταση του 1821 δεν υπήρξε μόνο μνημειώδες κατόρθωμα για τον νεότερο ελληνισμό, υπήρξε και το σημαντικότερο γεγονός του δεκάτου ενάτου αιώνα με καταλυτικές συνέπειες για την Ευρώπη και ριζικές αλλαγές στη διαμόρφωση του χάρτη των Βαλκανίων. Ενας ασήμαντος αριθμός υποδούλων επί αιώνες Ελλήνων, που δεν ξεπερνούσε τις 600.000 ψυχές στο σύνολό τους, πήρε τα όπλα ενάντια σε μία πανίσχυρη αυτοκρατορία και συντάραξε την εποχή του με την απαράμιλλη τόλμη και παλικαριά που επέδειξε σε όλες τις φάσεις του μεγαλειώδους αγώνα του. Εχθροί και φίλοι του ελληνικού γένους δεν άργησαν να αντιληφθούν τις σημαντικές επιδράσεις που θα είχε το ανυπέρβλητο εκείνο γεγονός στη διεθνή πολιτική κονίστρα. Παράλληλα, ο Αγώνας του 1821 αφύπνισε τις φιλελεύθερες συνειδήσεις του κόσμου όλου. Δημιούργησε ένα ακατάσχετο ρεύμα φιλελληνισμού, που στάθηκε πολύτιμο στην ενδυνάμωση του Αγώνα για την επιτυχία και ολοκλήρωσή του. Ακολούθησε ένα αληθινό παραλήρημα ενθουσιασμού και ανύψωσης του ελληνικού γοήτρου σε παγκόσμια κλίμακα. Ξένοι ποιητές, πολιτικοί, διπλωμάτες, στρατιωτικοί, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, λόγιοι, άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης, κινητοποιήθηκαν να συνδράμουν, ο καθένας στον τομέα του και στο μέτρο των δυνατοτήτων του, τον ελληνικό Αγώνα – σε αντίθεση με όσα πρέσβευε η Ιερά Συμμαχία. Πολλοί έσπευσαν να μετάσχουν στις πολεμικές συρράξεις, καταθέτοντας και αυτή τη ζωή τους σαν ενέχυρο στην ελευθερία, ενώ άλλοι εγκωμίαζαν την Επανάσταση με κείμενα και καλλιτεχνήματα, αναγνωρίζοντας, στα πρόσωπα των αγωνιστών Ελλήνων, τους αρχαίους προγόνους των.

Τετρακόσια, περίπου, χρόνια σκλαβιάς ήσαν υπεραρκετά για να προετοιμάσουν την ύψιστη στιγμή της έκρηξης της Επανάστασης. Ο Αγώνας προπαρασκευάσθηκε, ωρίμασε και καρποφόρησε χάρη στη συνδρομή πολλαπλών και ακατανίκητων παραγόντων: ηθικών, πνευματικών, ψυχικών και στρατιωτικών. Οι παράγοντες αυτοί ήσαν ο κλήρος, η λαϊκή ποίηση, οι λόγιοι της τουρκοκρατίας, οι κλέφτες και οι αρματολοί, οι Σουλιώτες, οι Ελληνες ναυτικοί και ο Λάμπρος Κατσώνης, ο ελληνισμός της διασποράς. Και κοντά σε αυτούς, ο Ρήγας Φεραίος (Βελεστινλής) και ο Αδαμάντιος Κοραής που, με τη θυσία του ο πρώτος και τη σοφία του ο δεύτερος, έριξαν, μαζί με τον Σκουφά, τον Ξάνθο, τον Τσακάλωφ και τους άλλους Φιλικούς, τον σπόρο της εξέγερσης προετοιμάζοντας και βοηθώντας την Επανάσταση παντοιοτρόπως, όπως έπραξαν οι Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ησαν, τέλος, υπεράνω όλων, η πίστη στα πεπρωμένα της φυλής και ο πόθος της ελευθερίας. Και ήταν πλέον καιρός!

Η ελληνική ναυτιλία αποτέλεσε τη μεγάλη δύναμη του ιερού αγώνα. Οι ναυτιλλόμενοι Ελληνες των προεπαναστατικών χρόνων μεταμορφώθηκαν ευθύς ως ανέμισε η σημαία της Εθνεγερσίας: Οι πλοίαρχοι έγιναν στόλαρχοι και ναύαρχοι, οι συντροφοναύτες έγιναν πυρπολητές, στολοκάφτες και ναυμάχοι και τα σιτοκάραβα μετατράπηκαν σε πολεμικά πλοία και πυρπολικά σκάφη.

Κατά τους χρόνους της σκλαβιάς, η πάλη με τα κύματα και η καθυπόταξη του πελάγους είχαν δώσει αίσθηση δύναμης στον υπόδουλο Ελληνα ναυτικό και πνεύμα ελευθερίας και ανωτερότητας. Οι υπόδουλοι είχαν αναπτύξει το εμπόριο, είχαν συσσωρεύσει πλούτο, είχαν δημιουργήσει δεσμούς και απολάμβαναν, στα ξένα λιμάνια, προνόμια που δεν είχαν στον τόπο τους, ανέπνεαν τον αέρα της ελευθερίας και γύριζαν στην πατρίδα με υψηλό το ηθικό και φρόνημα ακατάβλητο, μεταδίδοντας πίστη και αισιοδοξία.

Συγχρόνως, η διαρκής απειλή Αλγερίνων και Μπαρμπαρίνων πειρατών που τρομοκρατούσαν τότε τη Μεσόγειο συνέβαλε στο να αποκτήσουν καραβοκυραίοι και πληρώματα πείρα πολεμική και σθένος ακαταμάχητο. 

Από το ημερολόγιο του πλοίου του Τομπάζη, με ημερομηνία 17 Απριλίου 1821, προκύπτει ότι την αρχική δύναμη του ελληνικού στόλου αποτελούσαν 11 υδραϊκά πλοία, 7 σπετσιώτικα και 3 ψαριανά. Κάθε καράβι έφερε 12 με 18 κανόνια μέσου βεληνεκούς και είχε πλήρωμα 70-120 ναυτικούς – και τι ναυτικούς! 

Ο Τούρκος Καπουδάν Πασάς Καρά Αλής, επιτιμώμενος από τον Αγγλο ναύαρχο Τόμας για τις αλλεπάλληλες ταπεινώσεις που ένας μεγάλος πολεμικός στόλος υφίστατο από τους μέχρι πρότινος ραγιάδες που επέβαιναν σε μικρά εμπορικά πλοία, ομολόγησε: «Δεν νικούν τα πλοία αλλά οι άνθρωποι. Οι γκιαούρηδες έχουν μικρά πλοία αλλά η ναυτοσύνη τους είναι ανυπέρβλητη και ξέρουν πώς να τα μανουβράρουν όσο κανείς». Ερχονται εδώ στον νου τα λόγια της Μαρίας Ευθυμίου: «Η ιστορία των Ελλήνων ταξιδεύει στον χρόνο πάνω στο καράβι που ονομάζεται ελληνική γλώσσα. Ναυτοσύνη και γλώσσα έχουν διαχρονικά σμιλέψει τα χαρακτηριστικά αυτού του ανήσυχου λαού…».

Η ελληνική ναυτιλία δεν πρόσφερε μόνο τον στόλο και το έμψυχο δυναμικό της στον Αγώνα. Ηταν και ο μοναδικός σχεδόν οικονομικός χορηγός του. Η στεριά, φτωχή και καταματωμένη, δεν είχε επάρκεια εφοδίων. Ετσι, η Υδρα εξελίχθηκε όχι μόνο σε ναυαρχείο της Επανάστασης αλλά και στην κύρια πηγή ανεφοδιασμού των μαχομένων δυνάμεων ξηράς και θάλασσας. 

Και ενώ ο Υδραίος Ανδρέας Μιαούλης, χάρις στα ηγετικά προσόντα, στην τόλμη και στο θάρρος του, ανεκηρύσσετο στόλαρχος του επαναστατημένου Ναυτικού, ο Ψαριανός Κωνσταντίνος Κανάρης, άσημος και ταπεινός ναύτης, έγινε σύμβολο ηρωισμού και αυτοθυσίας και τα κατορθώματα του αποθανατίσθηκαν στα έργα μεγάλων Ευρωπαίων συγγραφέων και καλλιτεχνών. Η καταστροφή, στον κόρφο της Χίου, της περήφανης τουρκικής ναυαρχίδας των 84 πυροβόλων με 2.000 αξιωματικούς και πλήρωμα ήταν πράξη υπεράνθρωπης τόλμης και ηρωισμού – κατόρθωμα που προκάλεσε την κατάπληξη και τον θαυμασμό ολόκληρης της Ευρώπης, προσδίδοντας τεράστιο κύρος και αίγλη στην Ελληνική Επανάσταση. 

Δεν εκπλήσσει, κατά συνέπεια, που ο Κανάρης έμεινε στην Ιστορία σαν σύμβολο γενναιότητας, αρετής, τόλμης και φιλοπατρίας, θεωρούμενος ένας από τους πλέον γενναίους, σώφρονες, σεμνούς και ανιδιοτελείς αγωνιστές που ξεπήδησαν από τις φλόγες της αγωνιζομένης πατρίδας. 

Η συμβολή των Ελληνίδων στον Αγώνα του  ̓21 υπήρξε εξίσου σημαντική και ουσιαστική. Απ’ αυτές, η Ιστορία ξεχωρίζει την καπετάνισσα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, που είχε νωρίς μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Δύο φορές χήρα, ναυπήγησε στις Σπέτσες, από όπου κατήγετο, μεγάλο σκάφος με 18 μεγάλα κανόνια, το οποίο ονόμασε «Αγαμέμνων» και με το οποίο μετείχε σε πολλές επιχειρήσεις συνεχίζοντας, με γενναιότητα και φλογερό πατριωτισμό, τις παραδόσεις των γυναικών της Σπάρτης. Αντάξια στεκόταν δίπλα της η Μαντώ Μαυρογένους.

Φέτος δεν υπάρχει ελληνική ψυχή που να μην αναπολεί το μεγαλείο του  ’21. Σε κάθε γωνιά ελληνική, σε κάθε χωριό και πόλη, στους Ελληνες που πατούν τ’ άγια χώματα της πατρίδας, στους ναυτικούς μας οπουδήποτε στην υφήλιο, στους Ελληνες της διασποράς, η μνήμη του 1821 έρχεται ζωντανή να θυμίζει τους μεγάλους αγώνες του Εθνους – υπέρτατος μεταξύ αυτών εκείνος της αποτίναξης του ζυγού της σκλαβιάς! Στρέφοντας τον νου μας σε αυτούς, κάνουμε ένα μνημόσυνο σε όλους τους ήρωες της Επανάστασης, μαχητές και άμαχους: σαν μια υπόμνηση ότι είναι στη μοίρα αυτού του τόπου να γεννάει Κολοκοτρώνηδες και Κανάρηδες, πάντα πρόθυμους να τα δώσουν όλα στον βωμό της λευτεριάς. Είθε τα μαθήματα της Επανάστασης –ότι η ομόνοια μας οδηγεί σε θριάμβους, ενώ η διχόνοια μας σπρώχνει στην καταστροφή– να φωτίζουν τον δρόμο μας σαν έθνος!
Στις μέρες μας, όμως, παρατηρείται το εξής παράδοξο: Ενώ ο αριθμός των ελληνόκτητων πλοίων αυξάνεται σταθερά από χρόνο σε χρόνο, ο αριθμός των Ελλήνων ναυτικών φθίνει: από περίπου 145.000 τη 10ετία του ’50, σε λιγότερους από 20.000 σήμερα.

Αν όλοι μας –πολιτεία, εφοπλισμός και ναυτεργασία– δεν αφυπνισθούμε και πάρουμε, χωρίς χρονοτριβή, μέτρα δραστικά, δυναμικά, καλά συντονισμένα και ανταγωνιστικά, η ναυτιλία μας θα αφελληνισθεί, θα χαθεί η ψυχή της που είναι οι Ελληνες ναυτικοί, και η Ιστορία δεν θα συγχωρήσει την όποια αμέλεια, ολιγωρία ή αδιαφορία μας. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει ν’ αποδοθεί στην παιδεία και εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων, αγοριών και κοριτσιών, ξεκινώντας από την αδήριτη ανάγκη να τους κάνουμε να αγαπήσουν τη θάλασσα, πηγή ευλογίας και όλων των καλών που γνώρισε, στη μακραίωνη διαδρομή της, η ναυσίβια φυλή μας. Και από μικρή ηλικία να τους εμπεδώσουμε τη συνείδηση ότι, αποφασίζοντας να σταδιοδρομήσουν στη θάλασσα, θα γίνουν, όταν επιστεί η στιγμή, πρεσβευτές ανά τον κόσμο της ελληνικής ναυτικής παράδοσης, της ελληνικής λεβεντιάς και του ελληνικού φιλότιμου.

Και αν δεν τα κάνουμε αυτά και τελικά, μείνουμε μια ναυτιλία με μία δράκα μόνο Ελλήνων ναυτικών να τη διαφεντεύουν, πώς θα δοθεί στους αυριανούς ναυτίλους μας, άνδρες και γυναίκες, η ευκαιρία να ξεπηδήσει από τις τάξεις τους ένας Μιαούλης, ένας Κανάρης, ένας Τομπάζης, Σαχτούρης, Κουντουριώτης, μια Μπουμπουλίνα ή μια Μαντώ Μαυρογένους – ένας Λιβανός, ένας Ωνάσης κι ένας Νιάρχος; Για να διατηρούν ελληνικές τις ελληνικές θάλασσες και να επιδεικνύουν με καμάρι τη Γαλανόλευκη σε όλα τα πλάτη και μήκη του κόσμου, αντλώντας δύναμη από τη δύναμη της και ριγώντας από αισθήματα εθνικής υπερηφάνειας – αντί την έπαρση και υποστολή σημαίας στα καράβια μας να την κάνουν τώρα, μηχανικά και χωρίς ενσυναίσθηση, τα αλλοδαπά πληρώματα, στα οποία καταφεύγουμε σήμερα ελλείψει ελληνικών!..

Εχει κανένας μας προσμετρήσει ή έστω φανταστεί τη δύναμη και τη δόξα που θα αποκτήσει η πατρίδα μας και τον πλούτο που θα αποκτήσει η κοινωνία μας, όταν τα ελληνόκτητα πλοία μας φέρουν τη Γαλανόλευκη και είναι επανδρωμένα με ελληνικά πληρώματα; Μόνον οι μισθοί υπερβαίνουν τα 6 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο.

Καιρός λοιπόν να θέσουμε σε εφαρμογή τις προτάσεις επιστημονικών φορέων, όπως το ΙΟΒΕ, για την περαιτέρω δυνητική συνεισφορά της μεγάλης ναυτιλίας των Ελλήνων στην ελληνική οικονομία και ναυτιλία.
 
* Ο καπετάν Παναγιώτης Ν. Τσάκος είναι πλοίαρχος Εμπορικού Ναυτικού.

Περισσότερα άρθρα του αφιερώματος της «Κ» με τίτλο: «Ελλάδα του ’21, του σήμερα και του αύριο»