ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ματαιόδοξοι και Φιλότιμοι

mataiodoxoi-kai-filotimoi-561429514

Θα ήταν άτοπο να μιλούμε για τον αγώνα της ανεξαρτησίας και να μην αναρωτηθούμε για τον ίδιο τον Ρωμιό, του οποίου την κοινωνική υπόσταση και τα ατομικά δικαιώματα περιφρουρούσαν με ζήλο τα συντάγματα της επαναστάσεως, ακολουθώντας τη ριζοσπαστική σκέψη της εποχής. Εννοώ τα ψυχικά του χαρακτηριστικά, διότι πίσω από τις επίσημες παραδοχές και τις όποιες σκοπιμότητες χτυπούν οι καρδιές, που με τις επιθυμίες και τις διαθέσεις τους κληρώνουν αοράτως τους λαχνούς της ζωής.

Το έκαναν πρώτοι οι ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, πολλά από τα γραπτά των οποίων ανθολόγησε ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο πολύτομο ομώνυμο έργο του, όπου αναφέρουν τα θετικά και τα αρνητικά του χαρακτήρα των Ελλήνων. Αίφνης το 1800 ο Γάλλος Πουκεβίλ (ό.π., τ. Γ1, σελ. 42-43) περιγράφει τους Μωραΐτες ως πνευματώδεις, ενεργητικούς, εύθυμους, προικισμένους με ζωηρή γόνιμη φαντασία, αλλά και αναξιόπιστους, πανούργους, ψεύτες, επίορκους, με κλίση προς την διαφθορά, χωρίς μέτρο, με φθόνο ο οποίος τους διχάζει και ματαιόδοξους, μ’ ένα λόγο, ανέτοιμους για εθνική ανεξαρτησία.

Το 1814, στον ίδιο τόμο (σελ. 331-334), ο Αγγλος Ληκ επισημαίνει εμμέσως τη ματαιοδοξία των Ελλήνων, υπογραμμίζει την πτωχαλαζονεία τους, παρατηρεί δε ότι πριν γνωρίσουν το βασικό ζητούν κάτι δευτερεύον που το προϋποθέτει κι ενώ αγνοούν την ιστορία και την ευρωπαϊκή κατάσταση, ονειρεύονται ανεξαρτησία και ελευθερία. Κάποιοι μάλιστα, «επηρεασμένοι από τις φαντασιώσεις για τη φυσική υπεροχή του Ελληνα διανοουμένου, αναπτύσσουν τη θεωρία ότι με μία μικρή ενθάρρυνση θα μπορούσαν σύντομα να υπερφαλαγγίσουν τα άλλα ευρωπαϊκά έθνη. Οι Ελληνες, συνεπέραινε, πρέπει να βασισθούν στην αναγέννηση της παιδείας».

Ενας άλλος Βρετανός, ο Ντάγκλας, το 1813 στο δοκίμιό του για τις ομοιότητες μεταξύ των αρχαίων και των νέων Ελλήνων (σελ. 176) αναγνωρίζει στη ματαιοδοξία «το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Ελλήνων» και βρίσκει πως εκδηλώνεται «σε κενολογίες και τίτλους, στη μίμηση της ενδυμασίας των αφεντάδων τους ή σε μηχανορραφίες για απόκτηση της εξουσίας να τυραννούν κανένα χωριουδάκι κάνοντας τον προεστό ή τον κοτσάμπαση». Αλλά και ο Μέλλινγκεν, ο γιατρός του Βύρωνα (βλ. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. ΣΤ’, σελ. 609), δεν μπορούσε να χωνέψει την υπεροψία και τη βαναυσότητα των καπεταναίων προς τους απλούς ανθρώπους, ούτε τον πομπώδη και θεατρικό τρόπο με τον οποίο περιφέρονταν επιδεικτικά, δίκην πασάδων, στους δρόμους του Μεσολογγίου, με χρυσοστόλιστες φορεσιές που κόστιζαν ολόκληρη περιουσία, εν μέσω προπορευόμενων παλικαριών και «ουράς» πρωτοπαλίκαρων και ψυχογιών –συνήθως περί τους πενήντα το όλον– και να παραπονούνται εντονότατα για οικονομικές δυσχέρειες, την ώρα που πολλοί στην Ευρώπη προσέφεραν κοσμήματα και ασημικά για να βοηθήσουν την Ελλάδα.

Ενας Γερμανός, κι αυτός γιατρός, ο Ελστερ (ό.π., σελ 967) στέκεται επίσης στα φερσίματα των καπεταναίων, οι οποίοι περνούσαν καθημερινά από τα σοκάκια και το παζάρι του Μεσολογγίου, μετά την πρώτη πολιορκία, και «κανονίζοντας με μεγαλοπρέπεια το τσιμπούκι τους επεδίωκαν να επιδείξουν ο ένας στον άλλο τα επίχρυσά τους όπλα. Οταν δύο ή περισσότεροι καπετάνιοι με τις ακολουθίες τους (ουρές) συναντιόνταν στο δρόμο, οι χαιρετισμοί τους ήταν τόσο εξεζητημένοι, ώστε σου έδιναν την εντύπωση πως ήσαν καθορισμένοι σύμφωνα με αυλική εθιμοτυπία. Οι ματαιόδοξοι και θεατρικοί τούτοι τρόποι τους, φαίνονταν γελοίοι στα μάτια των ξένων φιλελλήνων, οι οποίοι δεν μπορούσαν να τους βλέπουν να αδρανούν και να ξιπάζονται την στιγμή που η Ελλάδα κινδύνευε».

Ο Φίνλεϊ στην ιστορία του (τ. Α’, σελ. 338-339) σημειώνει τα εξής: «Καθένας που με τη φαντασία του νόμιζε πως είναι κάτι, επιθυμούσε να τεθεί επικεφαλής μιας ομάδας ενόπλων, και εκατοντάδες πολίτες παρέλαυναν από τους δρόμους του Ναυπλίου, με ουρές φουστανελοφόρων οι οποίοι τους ακολουθούσαν, όπως οι Σκωτσέζοι αρχηγοί (…) Τα άρματα και η φορεσιά ενός συνηθισμένου παλικαριού, μίμηση της φορεσιάς των Τόσκηδων της νότιας Αλβανίας, συχνά στοίχιζαν 50 λίρες. Η στολή ενός χιλίαρχου ή ενός στρατηγού, με τα φανταχτερά φάλαρα του αλόγου του, ξεπερνούσε γενικά τις 300 λίρες. Τα ποσά αυτά τα αποκτούσαν από τα δάνεια και αφαιρούνταν από την υπηρεσία της πατρίδας.

«Γενική ήταν η κατακραυγή πως η Ελλάδα κινδύνευε να καταστραφεί από τις ασύνετες δαπάνες, αλλά ο καθείς φαινόταν να αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις ν’ αυξήσει το κακό, ξοδεύοντας όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα σε ανώφελες επιδείξεις».

Αλλά και ο οξυδερκής Αμπού, ο οποίος δημοσιεύει την Ελλάδα του Οθωνα το 1854, στη σελίδα 131 αποφαίνεται πως για τους Ελληνες «η ματαιοδοξία είναι πιο ισχυρή από το συμφέρον και την ανάγκη», για να επανέλθει επί του θέματος στις σελίδες 140 («όλοι οι Ελληνες ανήκουν στη μεγάλη σχολή της εκκεντρικότητος, της εξαιρέσεως»), 180 («Η φιλοδοξία είναι κύριο στοιχείο του χαρακτήρα όλων των Ελλήνων»), 199 («Ολα γίνονται για τη ματαιοδοξία και το συμφέρον»), 297 («Η ματαιοδοξία και η απρονοησία χαρακτηρίζουν τους Ελληνες»). Η ματαιοδοξία είναι για το παρόν.
Ο συνειρμός της ματαιοδοξίας με την απρονοησία υπονοεί ότι η αμετρία της πρώτης προκαλεί τη δεύτερη. Το επιρρωνύει και ο Σουηδός φιλέλληνας Κνος (βλ. Απ. Βακαλόπουλου, ό.π., σελ. 248), ο οποίος σημειώνει πως οι Ελληνες προσπαθούν να προλάβουν τον κίνδυνο μόνο όταν αυτός παρουσιάζεται και «όταν περάσει, τότε ξεχνούν αμέσως ότι ενδέχεται να επανεμφανισθεί και αφήνονται στην προηγουμένη τους αφροντισιά». Το βιώνουμε και στους καιρούς μας με τις θερινές πυρκαγιές, προς ενίσχυση της ιδέας πως χρόνος του κοινωνικά ή ψυχικά προ-νεωτερικού ανθρώπου είναι κατ’ εξοχήν το παρόν, του οποίου η επανάληψη δεν αλλάζει τίποτε. Οι Ελληνες αντιδρούν στα γεγονότα, δεν προνοούν. Πρέπει να παίζει ρόλο η κουλτούρα του τελετουργικού ως χρόνου στον οποίο μονίμως υπάρχουμε και όχι επιβεβαιωνόμαστε συγκυριακά. Αλλο το τυπικό ενός επισήμου γεύματος και άλλο η αενάως επαναλαμβανόμενη Θεία Λειτουργία. Στο πρώτο δείχνουμε κατά περίσταση τους καλούς μας τρόπους· η δεύτερη εννοεί να προσφέρει αϊδίως ορισμένο νόημα ζωής. Με την τέλεση της ιεροπραξίας ο χρόνος κλείνει και ολοκληρώνεται. Το εκκλησιαστικό ημερολόγιο προβλέπει τα πάντα – απρόοπτα και πρόνοιες για κινδύνους τους δεν υφίστανται. Οι Ελληνες «το ρίχνουν έξω» στις καθιερωμένες γιορτές και στα πανηγύρια. Οι ονομαστικές εορτές είναι ο χρόνος, ενώ τα γενέθλια έχουν χρόνο. Το θαυμαστό της τελετής επενεργεί σαν συντηρητικό του ασάλευτου παρόντος, το δε παρόν ως κυρίως λειτουργικός χρόνος εξαντλεί τη χρονικότητα.

Τι λέμε όμως ματαιοδοξία; Εάν πρόκειται για ικανοποίηση από το δευτερεύον και το περιττό την ώρα που λείπουν τα κύρια και απαραίτητα, μιλούμε για επιβεβαίωση από τις εντυπώσεις που δημιουργούμε διαλαλώντας την «σπουδαιότητα» όσων πράττουμε. Είναι συναίσθημα συγγενές προς την οίησι, μια αυταρέσκεια παγωνιού, που προδίδει βαρύ έλλειμμα αυτοσυνειδησίας. Ο ματαιόδοξος βρίσκεται στους αντίποδες του μετρημένου ψυχικώς απλού ανθρώπου και ως θύμα της εικόνας που πλάθει για τον εαυτό του σέρνεται όπου θέλει όποιος τον κολακεύει.

Οι ξένοι περιηγητές συνδέουν τη ματαιοδοξία με την ψυχολογία των Νεοελλήνων και την ανάγουν εύστοχα σε βαθύτερό μας εαυτό, η ιστορία της όμως και τα βιώματά της είναι πολύ παλαιότερα. Μετρά τουλάχιστον από τότε που τα σκιρτήματα του εαυτού ορίζονταν από το είδωλό μας. Αναλογίζομαι όσα καταθέτει για την «κενοδοξία» ο Ευάγριος Ποντικός, ησυχαστής του τετάρτου αιώνος και συγγραφέας του Πρακτικού, έργου με διαχρονική επίδραση στη χριστιανική ασκητική. Στην κενοδοξία γράφει (κφ. 13), υπερισχύει η επιθυμία του επαίνου των άλλων μολονότι δεν τον χρειάζεται. Κυριεύει την ψυχή του αναχωρητή σαν ακατάσχετη ανάγκη να τον δοξάσουν για τα κατορθώματά του, με αποτέλεσμα να επισκιάζει τη λαχτάρα του για αρετή και να αποδιώχνει την πίστη. Ο έπαινος υποβιβάζει το αγαθό καθ’ εαυτό και αναγγέλλει τον τελευταίο πειρασμό – την υπερηφάνεια.

Κατά τον Ευάγριο η κενοδοξία είναι λογισμός «λεπτότατος», πάθος το οποίο εισχωρεί στην ψυχή ανεπαίσθητα και κάνει τον μοναχό να θέλει με κάθε τρόπο να «κοινολογήση» (δημοσιεύειν) τα επιτεύγματά του. Του γεννά μάταιες ελπίδες (καιναίς ελπίσι), οι οποίες τον παραδίδουν στο δαίμονα της υπερηφάνειας είτε σ’ εκείνον της «λύπης», χωρίς να αποκλείεται η προσβολή του από τον δαίμονα της πορνείας. Τον αφήνει μετέωρο ανάμεσα σε οίησι και κατάθλιψη, στην αύξηση του μέλλοντος και στην απαλοιφή του.

Η εικόνα την οποία διαμορφώνει για την σπουδαιότητα των έργων του τροφοδοτεί ένα πάθος προκλητικό εσωτερικής διασπάσεως και συγχύσεως, ενώ οι ίδιοι αγώνες του υπηρετούσαν την «απάθεια» ή εσωτερική του ενότητα. Γίνεται κυριολεκτικά παρανάλωμα του ειδώλου του.

Εχει όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι στο 58ο κεφάλαιο του Πρακτικού, ο δαίμων της κενοδοξίας υπόσχεται τιμές (τιμάς επαγγέλλεται) στον ασκητή. Μήπως ο ευαγριανός συσχετισμός της ματαιοδοξίας με την τιμητική επιβράβευση υποδηλώνει εσωτερική συνάφεια μεταξύ τους, που διαρκεί μέχρι σήμερα; Αλλωστε η ματαιοδοξία στεγάζει και συντηρεί τη ζήλια και τον φθόνο. Οπως ξέρουμε, το φιλότιμο αποτελεί κορυφαία νεοελληνική αξία και προϋπόθεση κάθε αποδοτικής ανθρώπινης σχέσεως, έννοια κρίσιμη για την αυτοκατανόηση του Ρωμιού και της κοινωνικής του υπάρξεως. Συνδέουμε το φιλότιμο με την ακεραιότητα του χαρακτήρα, την ευσυνειδησία και την ευθύνη. Ασχέτως εάν πρόκειται για αξία ατομική, υπηρετεί –άρα χρονοποιεί– την αρμονική συνεργασία στην κοινότητα, με καταστατικό το ενδιαφέρον για τον άλλο. Εν προκειμένω ο ρόλος του φιλότιμου ατόμου είναι σπουδαιότερος από τους κανόνες της συμπεριφοράς του ανθρώπου. Θα έλεγα και προτιμότερος, αφού αρκείται στην αυτοψία, ενώ οι κανόνες απαιτούν εσωτερίκευση. Με το προνεωτερικό του εθιμοτυπικό, ο ρόλος θεραπεύει τη συνοχή του όλου και όταν στη μετεξέλιξη μιας προ-νεωτερικής κοινωνίας πρέπει να υποχωρεί, το κάνει χωρίς υποχρεωτικά να μεταλλάσσεται: Αφήνει το ήθος της προγονικής συμπεριφοράς να αντιστέκεται στην υποκειμενικότητα της εσωτερικεύσεως. Το είδαμε αναδρομικά και στην επιδημία του κορωνοϊού: Η ελπιδοφόρος πειθαρχία του αιφνιδιασμού της πρώτης φάσεως οφειλόταν σε αντίδραση αμυντική, όχι σε αυθεντική ευθύνη.

Αν στη ματαιοδοξία με τιμούν οι άλλοι αντί να σέβομαι ο ίδιος τον εαυτό μου· αν το είδωλό μου τίθεται υπεράνω της αξίας των πράξεών μου και η εσωτερική ενότητα της προσφοράς υποτάσσεται στην εξωτερικότητα της ιδιωφέλειας, τότε το φιλότιμο ενέχει ματαιοδοξία. Αχίλλειος πτέρνα του είναι η επίδειξη της αξίας μου, «ο έπαινος του δήμου και των σοφιστών». Ο δοξασμός της αυτοεικόνας μου με κρατεί ασφαλισμένο μέσα μου, εκεί που θα έπρεπε να εξαντλούμαι σε ό,τι πράττω. Ο αυτοθαυμασμός καταπίνει τα ποιοτικά στοιχεία του έργου και διευκολύνει τη ματαιοδοξία να διαβρώσει το φιλότιμο. Λέμε: «Χάθηκε πια το φιλότιμο!». Το είδωλο του εαυτού προβάλλει τώρα σαν ιδανικό του Εγώ, με σαφές ναρκισσιστικό χρώμα. Δεν μιλώ για την ευεργετική αγάπη του εαυτού, αλλά για τον εγκλωβισμό στο είδωλο του εαυτού μου – το «όραμα» της οικονομικοκοινωνικής επιτυχίας ως έξοδο από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια. Εκεί που στην προ-νεωτερική βιοτή κυριαρχούσαν πάνω μου οι απαγορεύσεις του Υπερεγώ, στη νεωτερική της μετάλλαξη, το είδωλο με προτρέπει σε διαρκή επιβεβαίωση μέσω των άλλων. Η αξία της αυτοεικόνας μου σκοτίζει τον νου ως μεγαλαυχία και περιαυτολογία ματαιόσπουδη. Ως δίψα για την εξουσία! Στη θλίψη της αβεβαιότητος η εσωτερικότης ευνοεί λυτρωτικά τον συμβολισμό των ψυχικών συγκρούσεων· αντίθετα η εξωτερικότης εξυψώνει την αυτοεικόνα, ώστε το φιλότιμο από συμβολισμός ενότητος να εκφυλίζεται σε παθολογική απόλαυση του ειδωλικού εαυτού. Ισως η μοναδικότης του ελληνικού φιλοτίμου να συνδέεται με το εννοιολογικό του δισυπόστατο, εγγύτερο σήμερα στην αμφιθυμία μας παρά στην πολιτισμική του ιδιοσυστασία. Εξ ου και η ματαιοδοξία μας διεκδικεί ταυτόχρονα ισότητα και επιβολή. Υπ’ αυτό το πρίσμα είναι πολύ σημαντικός ο αναστοχαστικός έλεγχος των σκέψεων, των προθέσεων και των πράξεών μας. Το «εκτός» ως αποφασιστικό κριτήριο δίνει «εμπάθεια»· το «εντός» οδηγεί στην «απάθεια» της πνευματικής συνοχής και ενότητος. Εάν η ματαιόδοξη φιλοτιμία μας γεφυρώνει, ως συλλογική συνείδησι, τη μετάβαση από το προνεωτερικό στο νεωτερικό, θα μπορούσε να εξηγηθεί επαρκώς το αέναο μπρος πίσω της ανεξάρτητης εθνικής μας υπάρξεως, όπως και να εννοηθεί το θεμιτό καλής ελπίδος να το ξεπεράσουμε. Τα ψυχικά δρώμενα και τα συναισθήματα που υποκινούν είναι προνομιακό πεδίο των υπερβάσεων, υπό τον όρο ότι κατανοούμε τι τα προκάλεσε και τα διατηρεί στο χρόνο.

* Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.