ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μηχανογραφικό για τα 519 δημόσια ΙΕΚ

Ο προσανατολισμός στην αγορά εργασίας, με βάση τη ζήτηση για συγκεκριμένες ειδικότητες, είναι το κριτήριο σχεδιασμού ειδικοτήτων και προγραμμάτων σπουδών για τα 519 τμήματα δημοσίων ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης (ΙΕΚ).

to-michanografiko-gia-ta-519-dimosia-iek-561443470

Συνολικά 519 τμήματα δημόσιων Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ) περιέχει το μηχανογραφικό δελτίο που μπορούν να συμπληρώσουν φέτος οι απόφοιτοι των Πανελλαδικών Εξετάσεων, παράλληλα με το μηχανογραφικό για τα πανεπιστήμια.

Ελάχιστη βάση εισαγωγής

Το «παράλληλο μηχανογραφικό δελτίο» είναι μία αλλαγή στην οποία προχώρησε η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας με στόχο να δώσει βάρος στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και διέξοδο στους αποφοίτους που θα μείνουν εκτός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης λόγω της θεσμοθέτησης της ελάχιστης βάσης εισαγωγής (ΕΒΕ)

Στο παράλληλο μηχανογραφικό

Ειδικότερα, στο παράλληλο μηχανογραφικό συμπεριλαμβάνονται σύγχρονες ειδικότητες υψηλής ζήτησης από την αγορά εργασίας, χωρίς οι υποψήφιοι να έχουν περιορισμό στο πλήθος επιλογών ΙΕΚ και ειδικοτήτων, κατά τη συμπλήρωσή του. Υπολογίζεται ότι στα δημόσια ΙΕΚ θα δοθούν συνολικά περισσότερες από 24.000 θέσεις, εκ των οποίων 8.077 μέσω του μηχανογραφικού που θα καταθέσουν οι υποψήφιοι κατά την τρέχουσα περίοδο.

Οι θέσεις δηλαδή θα είναι τόσες περίπου όσοι οι υποψήφιοι που θα μείνουν εκτός ΑΕΙ λόγω της ΕΒΕ – σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και άλλοι 15.000 που θα μείνουν εκτός επειδή ο αριθμός των 90.851 υποψηφίων των Γενικών (ΓΕΛ) και Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ) είναι υψηλότερος των προσφερόμενων θέσεων –περίπου 73.500– στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Στον σχεδιασμό των ειδικοτήτων και των προγραμμάτων σπουδών των ΙΕΚ και των ΕΠΑΛ που επίσης αλλάζουν, λόγο θα έχουν οι κοινωνικοί εταίροι (επιχειρήσεις, επαγγελματικοί φορείς, επιμελητήρια). Και αυτό διότι μέχρι τώρα το σύστημα επικρίνεται ότι οργανώθηκε με βάση το υπάρχον εκπαιδευτικό προσωπικό και όχι τις ανάγκες των επιχειρήσεων, που διαμαρτύρονται για ελλείψεις σε εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό. Ενδεικτικά, κάθε περιφέρεια ή δήμος θα μπορεί να οργανώσει ειδικότητες ανάλογα με τις ανάγκες της οικονομίας της περιοχής.

to-michanografiko-gia-ta-519-dimosia-iek0

Το υπουργείο Παιδείας θεωρεί την επιλογή των ΙΕΚ ενδεδειγμένη για όσους δεν καταφέρουν να ξεπεράσουν την ελάχιστη βάση εισαγωγής, καθώς οι ειδικότητες των ΙΕΚ αποτυπώνουν τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου στην Ελλάδα, μόλις το 28% των μαθητών επιλέγουν τη διαδρομή της επαγγελματικής εκπαίδευσης, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να κυμαίνεται στο 48%. Την ίδια στιγμή, 51% των αποφοίτων ΕΠΑΛ δηλώνουν ότι βρήκαν σταθερή δουλειά εντός έξι μηνών με την ολοκλήρωση των σπουδών τους έναντι 34% των αποφοίτων ΓΕΛ. Για παράδειγμα, για τον δυναμικό τομέα της ενέργειας, στα μεταλυκειακά ΙΕΚ υπάρχει η ειδικότητα τεχνικού εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στον τομέα της ενέργειας, 49% των ελληνικών επιχειρήσεων δυσκολεύονται να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας, κυρίως λόγω μη εξεύρεσης κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού. Το ίδιο συμβαίνει στον τομέα της υγείας – το 29% των ελληνικών επιχειρήσεων απάντησε σχετικά, την ίδια στιγμή που στα ΙΕΚ προσφέρονται 15 σχετικές ειδικότητες.

Τέλος, για τους αποφοίτους των ΙΕΚ που θα επιθυμούν να συνεχίσουν σε ΑΕΙ το πιστοποιημένο πτυχίο των ΙΕΚ θα μπορεί να αποτελέσει το διαβατήριο για φοίτηση στο πανεπιστήμιο.

Aπόψεις

Μήπως πρόκειται για τον έξυπνο δρόμο;

Του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΟΥΤΣΙΝΟΥ*

Το παράλληλο μηχανογραφικό δελτίο αποτελεί μία ακόμη καινοτομία και μία ακόμη σημαντική αλλαγή του υπουργείου Παιδείας που αναδεικνύει στην πραγματικότητα τους πολλαπλούς εκπαιδευτικούς δρόμους που μπορούν να ακολουθήσουν οι νέες και οι νέοι της χώρας υπηρετώντας τις κλίσεις, τις δεξιότητές τους κι αυξάνοντας σημαντικά την πιθανότητα της επαγγελματικής τους καταξίωσης. Το παράλληλο μηχανογραφικό είναι αποτέλεσμα του συνολικού σχεδιασμού του υπουργείου και της μεταρρύθμισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και μας δείχνει την έγκυρη εναλλακτική λύση.

Αν αναλογιστεί κάποιος ότι το 40% των νέων που εισάγονται στα ΑΕΙ εγκαταλείπει τις σπουδές του μένοντας εντέλει με μόνο εφόδιο το απολυτήριο του λυκείου, ότι πάνω από τους μισούς που φοιτούν σε ΑΕΙ παρατείνουν τον χρόνο ολοκλήρωσης των σπουδών τους επιβαρύνοντας τις οικογένειές τους αλλά και χάνοντας πολύτιμο χρόνο από το δημιουργικό κομμάτι της ζωής τους, ότι οι πτυχιούχοι των ΑΕΙ μένουν σε μεγάλο ποσοστό άνεργοι κι αναγκάζονται να εργαστούν σε αντικείμενο διαφορετικό από τις γνώσεις τους και ότι το ¼ των καταρτιζομένων στα ΙΕΚ είναι ήδη κάτοχοι πτυχίου ΑΕΙ ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, είναι αναντίρρητο και προφανές ότι οι σπουδές στα ΙΕΚ είναι σημαντικό εφόδιο για την άμεση ένταξη στην αγορά εργασίας και εχέγγυο μιας επιτυχημένης ζωής.

Με το παράλληλο μηχανογραφικό δελτίο, το οποίο μπορούν από φέτος να συμπληρώνουν οι τελειόφοιτοι καθώς και οι υποψήφιοι που συμμετέχουν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις για να εισαχθούν σε δημόσια ΙΕΚ, οι νέοι αποκτούν μια ξεκάθαρη, συνολική, ελκυστική εικόνα για τις αναβαθμισμένες, εναλλακτικές επιλογές τους στο πλαίσιο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, καλύπτοντας ποιοτικά και αποτελεσματικά τον χώρο μεταξύ λυκείου και πανεπιστημίου. Στο παράλληλο μηχανογραφικό του έτους 2020-2021 συμπεριλαμβάνονται 52 επιλεγμένες, σύγχρονες ειδικότητες υψηλής ζήτησης από την αγορά εργασίας, χωρίς οι υποψήφιοι να έχουν περιορισμό στο πλήθος επιλογών ΙΕΚ και ειδικοτήτων κατά τη συμπλήρωσή του.

Αξίζει να αναφερθούν ενδεικτικά, μεταξύ πολλών άλλων, δημοφιλείς ειδικότητες που ενισχύουν τις επαγγελματικές προοπτικές, όπως τεχνικός εφαρμογών πληροφορικής, τεχνικός τουριστικών μονάδων και επιχειρήσεων φιλοξενίας, τεχνικός εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στέλεχος διατροφής και διαιτολογίας, τεχνικός τεχνολογίας ενδύματος και υποδήματος – σχεδιαστής μόδας, στέλεχος δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας, τεχνικός βιολογικής/οργανικής γεωργίας, στέλεχος διοίκησης και οικονομίας στον τομέα της ναυτιλίας.

Είναι η κατάλληλη στιγμή η ελληνική κοινωνία εκσυγχρονιζόμενη να δει ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι μονόδρομος. Ιδιαίτερα τώρα που οι ευκαιρίες πληθαίνουν και η εκπαιδευτική μας πολιτική διαμορφώνει κατάλληλα το εκπαιδευτικό σύστημα ώστε να ανταποκρίνεται στον πραγματικό του ρόλο, που είναι κατεξοχήν επενδυτικός για τα άτομα που προορίζονται να στελεχώσουν την οικονομία ενός τόπου.

* Ο κ. Γεώργιος Βούτσινος είναι γενικός γραμματέας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης, Διά βίου Μάθησης και Νεολαίας.

Χωρίς θετικό πρόσημο 

Του ΘΕΜΗ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ*

Το υπουργείο Παιδείας υποστηρίζει πως αναβαθμίζει με την πολιτική του την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση στη χώρα μας. Στην πραγματικότητα, όμως, με τον ν. 4763/2020 καθιέρωσε μεταγυμνασιακές σχολές κατάρτισης, όπου αντί τα παιδιά να συνεχίζουν τις σπουδές στο λύκειο (ΓΕΛ ή ΕΠΑΛ), θα τους προσφέρεται στενή κατάρτιση με ανήλικη και απλήρωτη μαθητεία σε επιχειρήσεις.

Δεν υποστηρίζει στην πράξη το υπ. Παιδείας τα επαγγελματικά λύκεια, αφού ακύρωσε τις ετήσιες εκδηλώσεις και την καμπάνια για την προβολή τους, απαξίωσε το πρόγραμμα «Μια νέα αρχή στα ΕΠΑΛ», κάνοντας τραγικές καθυστερήσεις, λάθη και παραλείψεις στην υλοποίησή του, υποβάθμισε τον θεσμό της μαθητείας των ΕΠΑΛ (μείωση θέσεων και μαθητευομένων, αύξηση γραφειοκρατίας, καθυστέρηση πληρωμής μαθητευομένων, καμία προβολή του θεσμού, ακύρωσή του για την τρέχουσα χρονιά κ.λπ.), δεν συμμετείχε επίσημα στην Ευρωπαϊκή Εβδομάδα για την ΕΕΚ και άφησε την εκπροσώπηση της χώρας σε ιδιωτικό ΙΕΚ (!), καθυστέρησε 17 μήνες τις εξετάσεις πιστοποίησης αποφοίτων μαθητείας ΕΠΑΛ, που θα έπρεπε να έχουν γίνει από τον Φεβρουάριο του 2020.

Η κυβέρνηση, αφού έβαλε φραγμό στην πρόσβαση των αποφοίτων ΓΕΛ και ΕΠΑΛ στα ΑΕΙ με την καθιέρωση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής, διακηρύσσει ότι δίνει νέες διεξόδους στους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, παρουσιάζοντας σαν τέτοια το μηχανογραφικό για τα ΙΕΚ, διέξοδος που ισχύει όμως από την ίδρυσή τους το 1992! Απλώς επιχειρείται να «χρυσωθεί» ο αποκλεισμός χιλιάδων αποφοίτων λυκείου από τα ΑΕΙ.
Αποτελεί βεβαίως ερώτημα γιατί δεν υπάρχει ισότιμη ενημέρωση στους αποφοίτους ΓΕΛ για τη δυνατότητα απόκτησης πτυχίου ειδικότητας και στα ΕΠΑΛ εγγραφόμενοι στη Β΄ τάξη, όπου διδάσκονται μόνο μαθήματα τομέα – ειδικότητας, διέξοδος που ισχύει εδώ και χρόνια και δίνει επίσης δυνατότητα στους αποφοίτους ΓΕΛ να αποκτήσουν μια ειδικότητα σε επίπεδο 4 (πτυχίο ΕΠΑΛ) ή και 5 (έτος μαθητείας). Τους δίνει επίσης και τη δυνατότητα να ξαναδοκιμάσουν μέσα από το διαφορετικό σύστημα Πανελλαδικών Εξετάσεων των ΕΠΑΛ για τη συνέχιση σπουδών στα ΑΕΙ.

Μεγάλο και αναπάντητο επίσης ερώτημα αποτελεί και η απουσία από το «παράλληλο» μηχανογραφικό των δημοσίων ΙΕΚ, που δόθηκε στους αποφοίτους λυκείου, πολλών και δημοφιλών ειδικοτήτων τους, ειδικά σε κεντρικά δημόσια ΙΕΚ. Με τα υπάρχοντα στοιχεία, μόλις 6.105 θέσεις από τις περίπου 20.000 που προκηρύσσουν κάθε χρόνο τα δημόσια ΙΕΚ (υπ. Παιδείας) υπάρχουν στο μηχανογραφικό. Προφανώς για να αναζητήσουν οι υποψήφιοι αυτές τις ειδικότητες, μέχρι τον επόμενο Σεπτέμβρη, σε ιδιωτικά ΙΕΚ.

Επομένως, δεν αρκούν οι διακηρύξεις, αλλά και χρειάζεται να υλοποιούνται πολιτικές στήριξης της ΕΕΚ που απουσιάζουν, όπως δείχνουν οι μέχρι σήμερα πράξεις του υπ. Παιδείας.

* Ο κ. Θέμης Κοτσιφάκης είναι εκπαιδευτικός ΤΕΕ, πρώην πρόεδρος της ΟΛΜΕ.

Μετά τις πιστοποιήσεις των προγραμμάτων σπουδών τι;

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΓΟΥΝΑΡΗ*

Πολλοί θα διαφωνήσουν. Oμως το γράφω. Οι Φιλοσοφικές Σχολές της χώρας, με την τριπλή τους διαίρεση (1984) σε τμήματα Φιλολογίας, Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής & Ψυχολογίας, έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους. Δεν είναι μόνον η «αναχώρηση» της Ψυχολογίας, που ασφυκτιά μέσα στις ανθρωπιστικές επιστήμες, με φοιτητές επιλεγμένους με ακατάλληλα κριτήρια και με διαφορετικές επιστημονικές προδιαγραφές. Είναι, κυρίως, η κατάρρευση του επαγγέλματος του φιλολόγου καθηγητή, σε συνδυασμό με τον πολλαπλασιασμό των σχετικών τμημάτων ΑΕΙ. Μετά τη διαίρεση των Φιλοσοφικών Σχολών, τα τμήματα που προέκυψαν πάλεψαν για δεκαετίες να συγκροτήσουν και να συντηρήσουν διακριτά προγράμματα σπουδών, με κοινό σημείο αναφοράς τη σταδιοδρομία στη μέση εκπαίδευση. 

Στην πράξη αποδείχτηκε πως μόνον τα τμήματα Φιλολογίας ήταν κατάλληλα γι’ αυτή την προετοιμασία και αυτό αντικατοπτρίστηκε στις υψηλότερες βάσεις εισαγωγής. Ομως οι ανάγκες σε καθηγητές από ετών ήδη περιορίστηκαν απελπιστικά, χωρίς ορατά περιθώρια ανάκαμψης. Ετσι όλα τα προγράμματα σπουδών είναι ευάλωτα στην κριτική των αξιολογητών. Αποτελούν κράματα επιστημών με διαφορετικές μεθοδολογίες, ενώ δεν μπορούν πλέον να επικαλεστούν πειστικά ως άλλοθι ότι μορφώνουν κυρίως εκπαιδευτικούς. Φορτωμένα με υπερβολικά πολλά μαθήματα Φιλολογίας και Παιδαγωγικής, αδυνατούν να εκσυγχρονιστούν προς την κατεύθυνση των digital humanities και της απόκτησης άλλων χρήσιμων δεξιοτήτων και γνώσεων, π.χ. διαχείρισης του πολιτισμού. Είναι παγιδευμένα στη λογική των –ουσιαστικά ανύπαρκτων– επαγγελματικών προσόντων και δικαιωμάτων των φιλολόγων (ΠΕ2), λογική που πλέον αδυνατεί να δελεάσει μαθητές. Η συζήτηση για τις επιλογές του Princeton είναι πολύ νωπή για να ισχυριστώ ότι οι αρχαίες γλώσσες δεν είναι απαραίτητα εφόδια για την αρχαιογνωσία. Τουναντίον, συμμερίζομαι πλήρως τις θέσεις του Αγγελου Χανιώτη. Ούτε θα ισχυριστώ ότι δεν θα χρειαστούμε ποτέ άριστα καταρτισμένους φιλολόγους, όπως αυτούς από τους οποίους κάποτε εμπνευστήκαμε. Υποστηρίζω όμως πως οι Φιλοσοφικές Σχολές, ακόμη κι αν οι επιστήμονές τους διαπρέπουν στον ερευνητικό τομέα, θα χάσουν το τρένο του 21ου αιώνα εάν δεν αποκτήσουν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν προγράμματα σπουδών πέραν των στεγανών των τμημάτων, όπως ήθελε ο νόμος Διαμαντοπούλου, με τη μορφή των major και minor, προκειμένου περί τετραετών σπουδών. Αυτό θα επέτρεπε την ύπαρξη διακριτών και αυτοτελών πτυχίων (π.χ. Ιστορίας, Φιλοσοφίας) ή τη θεματική σύνδεση (π.χ. Κλασικές ή Νεοελληνικές Σπουδές) αλλά και τη δημιουργία νέων (π.χ. Γλωσσολογίας). Θα έδινε επίσης μεγαλύτερη ευελιξία στη σύνδεση των αντικειμένων (π.χ. major στην Ιστορία και minor στη Φιλοσοφία). Στο ίδιο πλαίσιο ένα διακριτό πρόγραμμα, όπως αυτό των τμημάτων Δημοτικής Εκπαίδευσης, θα μπορούσε να ετοιμάζει εκπαιδευτικούς για τη μέση εκπαίδευση. Ειδικά το ζήτημα των ψηφιακών ανθρωπιστικών επιστημών, παρά τη βαρύνουσα σημασία του, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εκτός του πλαισίου μιας ενοποιημένης Φιλοσοφικής Σχολής, με τον ανάλογο επιτελικό σχεδιασμό. Ελπίζω κάτι να μείνει από τις γόνιμες συζητήσεις που γίνονται για σχεδόν μία δεκαετία, στο πλαίσιο αξιολογήσεων και πιστοποιήσεων των ΑΕΙ.

* Ο κ. Βασίλης Κ. Γούναρης είναι καθηγητής της Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων, πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας και μέλος 
της ΜΟΔΙΠ του ΑΠΘ.