ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κορωνοϊός: Νέα δοκιμασία για τα νοσοκομεία έκρηξη κρουσμάτων, ανεμβολίαστοι και κενές θέσεις

Εκρηξη κρουσμάτων, εκατομμύρια πολίτες ανεμβολίαστοι, κενές θέσεις λόγω αναστολών – Εκρηκτικό κοκτέιλ ενόψει χειμώνα

Κορωνοϊός: Νέα δοκιμασία για τα νοσοκομεία έκρηξη κρουσμάτων, ανεμβολίαστοι και κενές θέσεις

To φθινόπωρο βρίσκει την Ελλάδα με επιβαρυμένη επιδημιολογική εικόνα, με την εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα (μόλις το 52%-53% του γενικού πληθυσμού έχει εμβολιαστεί, πολύ κατώτερο του αντίστοιχου μέσου όρου στην Ευρώπη) και με τα νοσοκομεία να δέχονται ολοένα και πιο έντονες πιέσεις, έχοντας να αντιμετωπίσουν, εκτός από τα αυξημένα περιστατικά, και τις κενές θέσεις ιατρονοσηλευτικού προσωπικού οι οποίες προκύπτουν μετά την αναστολή εργασίας που εφαρμόζεται, σύμφωνα με τον νόμο, για τους μη εμβολιασμένους στις δομές υγείας. Για αυτό το εκρηκτικό κοκτέιλ μιλούν στην «Κ» άνθρωποι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντιμετώπισης της πανδημίας.

«Θα έχουμε ισχυρές αναταράξεις μέχρι τα Χριστούγεννα και μετά θα αρχίσει η αποκλιμάκωση του επιδημικού κύματος», εκτιμά ο καθηγητής Λοιμωξιολογίας του ΕΚΠΑ, υπεύθυνος της Μονάδας Λοιμώξεων στο Λαϊκό Νοσοκομείο και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για τον κορωνοϊό, Νίκος Σύψας. «Η μετάλλαξη “Δέλτα” έχει ρυθμό αναπαραγωγής που αγγίζει το 8, ενώ ο αρχικός ιός δεν ξεπερνούσε το 2,4. Αυτή η τεράστια μεταδοτικότητα, σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό ανεμβολίαστων στη χώρα μας, σχεδόν 4 εκατομμύρια, δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για έκρηξη των κρουσμάτων. Φαίνεται επίσης ότι η “Δέλτα” σχετίζεται με περισσότερες νοσηλείες και πιθανότατα με πιο πολλούς διασωληνωμένους. Αυτά είναι τα άσχημα προγνωστικά για το εθνικό σύστημα υγείας. Από την άλλη δεν είναι λίγοι και οι εμβολιασμένοι –σχεδόν ο μισός πληθυσμός– και τα εμβόλια μπορεί να μην προστατεύουν από τη μόλυνση, προφυλάσσουν όμως από τη βαριά νόσηση, τη διασωλήνωση και τον θάνατο. Θα έχουμε κλυδωνισμούς, λοιπόν, αλλά πιστεύω ότι θα αντέξουμε», αισιοδοξεί ο κ. Σύψας.

«Σε αντίθεση με πέρυσι, που τέτοιες μέρες οι μονάδες COVID ήταν σχεδόν άδειες, φέτος μπήκαμε στον Σεπτέμβριο με πάρα πολλά κρούσματα, με τον ιό να προσβάλλει πλέον και αρκετούς εμβολιασμένους και με το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό καταπονημένο. Αν σε αυτές τις παραμέτρους προσθέσουμε τις απώλειες θέσεων στα νοσοκομεία λόγω της αναστολής εργασίας όσων αρνούνται να εμβολιαστούν –μέτρο πολύ σωστό, κατά τη γνώμη μου, που θα έπρεπε άμεσα να επεκταθεί και σε άλλες εργασιακές ομάδες, σε άτομα των οποίων η εργασία μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες υπερμετάδοσης–, είναι βέβαιο ότι τους επόμενους μήνες, φθινοπωρινούς και χειμερινούς, θα βρεθούμε σε ακόμα πιο δυσχερή θέση», λέει ο Ιωάννης Κιουμής, καθηγητής Πνευμονολογίας και Λοιμωξιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και διευθυντής (μέχρι πριν από λίγες ημέρες) της Κλινικής Αναπνευστικής Ανεπάρκειας στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «Γ. Παπανικολάου», όπου οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί υπολογίζονται σήμερα σε περίπου 250 (στις αρχές Αυγούστου ξεπερνούσαν τους 600).

«Αμεσα προσλήψεις»

«Αν και δεν προβλέπω να έχουμε εκατόμβες μέσα στον χειμώνα, είναι προφανές ότι θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε βαρύ κόστος σε θανάτους συνανθρώπων μας», συνεχίζει ο κ. Κιουμής, που θεωρεί απαραίτητο να γίνουν άμεσα προσλήψεις και διορθωτικές κινήσεις αναδιάταξης δυνάμεων με στόχο την εύρυθμη λειτουργία του ΕΣΥ. «Στο “Παπανικολάου”, για παράδειγμα, αν η μονάδα 18 κλινών ΜΕΘ, δωρεά της Επιτροπής “Ελλάδα 2021”, λειτουργήσει κανονικά θα προσφέρει σημαντική ανακούφιση όχι μόνο στο νοσοκομείο μας αλλά και στην πόλη γενικότερα. Δυστυχώς, μολονότι εγκαινιάστηκε τον περασμένο Απρίλιο από τον πρωθυπουργό και στελεχώθηκε για λίγο με γιατρούς και νοσηλευτές αποσπασμένους από άλλες μονάδες, δεν έχει ακόμη προσληφθεί το προσωπικό που είναι αναγκαίο για τη λειτουργία της». Ο καθηγητής Πνευμονολογίας και Λοιμωξιολογίας αναφέρεται και στη μεταβλητή των μεταλλάξεων, που θα επηρεάσει καθοριστικά την εξίσωση της πανδημίας. «Να θυμόμαστε ότι το πρόβλημα δεν είναι εθνικό, αλλά παγκόσμιο. Εμείς συζητούμε για την τρίτη δόση και σε δεκάδες χώρες δεν έχει γίνει ούτε η πρώτη. Ο Τρίτος Κόσμος είναι εργοστάσιο παραγωγής μεταλλάξεων, εκεί ο κορωνοϊός κάνει πάρτι. Οσο η εμβολιαστική κάλυψη στις χώρες αυτές παραμένει από ανύπαρκτη έως πολύ χαμηλή, ελλοχεύει ο κίνδυνος να προκύψει μια νέα μετάλλαξη που θα παρακάμπτει τα εμβόλια και θα μας κάνει να βρεθούμε ξανά στο σημείο μηδέν…».

Υπολογίζεται ότι 8.000-10.000 υγειονομικοί σε όλη τη χώρα δεν έχουν κάνει ακόμη το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού. Το θέμα της κάλυψης των κενών θέσεων που προκύπτουν από τις αναστολές εργασίας προτάσσει η Ματίνα Παγώνη, πρόεδρος της Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας και Πειραιά. «Σε λίγες μέρες ανοίγουν τα σχολεία, τον Οκτώβριο θα ανοίξουν και τα πανεπιστήμια. Θα έπρεπε όλοι –μαθητές, φοιτητές, εκπαιδευτικοί– να είναι ήδη εμβολιασμένοι, αλλά δεν είναι. Ο στόχος να έχει ξεπεράσει το 80% η εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού μέχρι τα τέλη Αυγούστου δεν επετεύχθη. Τα κρούσματα, οι διασωληνωμένοι και οι θάνατοι διαρκώς αυξάνονται. Το καλοκαίρι νικηθήκαμε από τον ιό. Ολα αυτά δείχνουν ότι το φθινόπωρο και τον χειμώνα θα έχουμε περισσότερα προβλήματα στα νοσοκομεία, με λιγότερο προσωπικό».

Υπό αυτές τις συνθήκες η πίεση στο ΕΣΥ θα είναι ασφυκτική, όπως προβλέπει η κυρία Παγώνη. «Δεν πιστεύω ότι οι ολιγόμηνες συμβάσεις τις οποίες έχει προαναγγείλει το υπουργείο Υγείας θα βοηθήσουν», συνεχίζει η πρόεδρος της ΕΙΝΑΠ. «Το να πηγαινοέρχεται κόσμος με τρίμηνες συμβάσεις σε τμήματα και κλινικές δεν είναι λύση. Τα νοσοκομεία μας αντιμετωπίζουν μια πρωτόγνωρη κρίση. Χρειάζονται μόνιμο, εκπαιδευμένο προσωπικό, ώστε να καλύψουν αποτελεσματικά τις ανάγκες και των non COVID ασθενών».

Υπάρχουν και συμπολίτες μας με άλλα προβλήματα υγείας…

«Το στοίχημα είναι να μη συνεχίσουν να μένουν εκτός νοσοκομείων οι non COVID ασθενείς, να μην αναβληθούν άλλα τακτικά χειρουργεία, να υπάρχουν κλίνες και για συμπολίτες μας με άλλα προβλήματα υγείας», τονίζει η Αναστασία Κοτανίδου, καθηγήτρια Εντατικής Θεραπείας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και διευθύντρια ΜΕΘ του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». «Οι μονάδες γεμίζουν με ανησυχητικό ρυθμό. Η επιστήμη μάς έχει δώσει όπλο, το εμβόλιο. Κάποιοι αρνούνται να το χρησιμοποιήσουν και νοσούν. H επιλογή τους αποβαίνει εις βάρος ασθενών με άλλες παθήσεις, τους οποίους στην πραγματικότητα κρατούν ομήρους. Δεν είναι άδικο;». Σύμφωνα με την εκτίμηση της κυρίας Κοτανίδου, το ποσοστό του προσωπικού που θα μπει σε αναστολή εργασίας δεν θα επηρεάσει τη λειτουργία των νοσοκομείων. «Το πρόβλημα εστιάζεται στους νοσηλευτές και, κυρίως, στους τραυματιοφορείς. Γιατί; Εξαιτίας της ημιμάθειας…». «Θα αντέξετε άλλον έναν ζόρικο χειμώνα;», τη ρωτώ. «Οι εντατικολόγοι είμαστε συνηθισμένοι να εργαζόμαστε υπό πίεση», απαντά. «Θα βγάλουμε και τον φετινό χειμώνα και πολλούς ακόμα. Αλλωστε ο κορωνοϊός ήρθε για να μείνει. Το ζητούμενο είναι να ελαχιστοποιήσουμε τις συνέπειές του, να φτάσουμε σε ένα επίπεδο εμβολιασμού που θα τον μετατρέψει σε νόσο ενδημική, όπως η γρίπη».

Και στα ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα τα προβλήματα δεν είναι λίγα. «Πολλοί εξακολουθούν να φοβούνται να περάσουν το κατώφλι ενός νοσοκομείου για τις προληπτικές εξετάσεις, ακόμα και για τα προγραμματισμένα τσεκάπ τους», επισημαίνει ο ογκολόγος Χρήστος Χριστοδούλου, διευθυντής της Β΄ Ογκολογικής Κλινικής στο Metropolitan. «Ετσι χάνονται διαγνώσεις που θα γίνονταν μέσα από τυχαία ευρήματα – κάτι πολύ σημαντικό στην Ογκολογία. Οι ασθενείς απευθύνονται σε εμάς όταν πια έχουν εμφανιστεί τα πρώτα συμπτώματα της νόσου, αφού έχει παρέλθει πολύτιμος χρόνος. Οι συμπολίτες μας με άλλες παθήσεις θα συνεχίσουν, λοιπόν, να αδικούνται. Οσον αφορά τις αναστολές εργασίας των ανεμβολίαστων υγειονομικών, ας μην ξεχνάμε ότι και ο ιδιωτικός τομέας υποφέρει από ελλείψεις νοσηλευτών διαχρονικά, όχι μόνο τώρα. Κάθε φορά που ανοίγουν θέσεις στο Δημόσιο φεύγουν μαζικά και έρχονται νέοι, άπειροι, τους οποίους πρέπει εξαρχής να εκπαιδεύσουμε». Ο κ. Χριστοδούλου αφήνει παρά ταύτα μια χαραμάδα αισιοδοξίας ανοιχτή: «Αν δεν ενσκήψει κάποια πιο επικίνδυνη μετάλλαξη, τους επόμενους μήνες θα έχουμε μεν πολλά κρούσματα, αλλά οι αριθμοί των διασωληνώσεων και των θανάτων δεν θα φτάσουν τους αντίστοιχους αριθμούς που είδαμε στο “πικ” του τρίτου κύματος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα πιεστεί το σύστημα».

Μεταλλάξεις και αρνητές

«Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο νέων επικίνδυνων μεταλλάξεων, κάτι που μαζί με το υψηλό ποσοστό αρνητών του εμβολιασμού με κάνουν απαισιόδοξο για τους επόμενους μήνες», τονίζει ο Πέτρος Π. Σφηκάκης, καθηγητής Παθολογίας και Ρευματολογίας, διευθυντής της Α΄ Προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ στο Λαϊκό Νοσοκομείο. «Φοβάμαι ότι ίσως δούμε δραματική αύξηση στους αριθμούς των νοσηλευομένων με κορωνοϊό. Αυτό θα έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην περίθαλψη των ασθενών με άλλα νοσήματα, δεδομένου πως όταν γενικές και ειδικές παθολογικές κλινικές, ακόμα και χειρουργικές, μετατρέπονται σε αμιγείς κλινικές COVID-19, οι υπόλοιποι ασθενείς “στριμώχνονται” και το επίπεδο της περίθαλψής τους χαμηλώνει. Από την άλλη πλευρά, τα σημερινά δεδομένα του ΕΣΥ κάθε άλλο παρά καλά είναι. Υπάρχουν δύο προβλήματα, εξίσου σημαντικά: οι τεράστιες ελλείψεις σε νοσηλευτές σε κάθε νοσοκομείο της Αθήνας, οι οποίες δυστυχώς θα μεγαλώσουν, και η φυσική κόπωση όλου του προσωπικού έπειτα από τόσο πολλούς μήνες πραγματικής αυταπάρνησης, υπό τις γνωστές συνθήκες, η οποία επίσης θα αυξηθεί. Αν τα προβλήματα δεν αντιμετωπιστούν από την πολιτεία αποτελεσματικά, η λειτουργία του ΕΣΥ θα υποβαθμιστεί και η περίθαλψη των ασθενών θα είναι ελλιπής. Ηδη αυτό αρχίζει να αποτυπώνεται στην αύξηση του ποσοστού θανάτων που δεν σχετίζονται με την COVID-19 στον ελληνικό πληθυσμό», προσθέτει ο κ. Σφηκάκης.

Στο νοσοκομείο «Η Σωτηρία» από τους περίπου 2.100 εργαζομένους μόνο οι 100 είναι ανεμβολίαστοι. «Τα κενά θα καλυφθούν, το σύστημα θα λειτουργήσει, δεν εκβιάζεται», λέει ο διοικητής του ιδρύματος, Σωκράτης Μητσιάδης. «Ο αριθμός του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού στα νοσοκομεία μας δεν είναι μικρός», συνεχίζει. «Αυτό που χρειάζεται είναι η αξιολόγηση και αναδιανομή των δυνάμεων, ώστε όλοι να αξιοποιούνται στο έπακρον. Μόνο έτσι θα αντιμετωπιστούν παθογένειες δεκαετιών. Κι αυτή είναι ίσως η χρυσή ευκαιρία που προσφέρει η πανδημία: να γίνει επαναχάραξη του ΕΣΥ, να προετοιμαστεί για την επόμενη μέρα».