ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Άποψη: Τα μεσαία στρώματα και «οι άλλοι»

apopsi-ta-mesaia-stromata-kai-oi-alloi-561486724

Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2009 έπληξε έντονα και οριζόντια όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα: χαμηλά, μεσαία, ανώτερα. Ωστόσο, συχνά δίνεται μια μονόπλευρη έμφαση στη «μεσαία τάξη», ως εάν αυτή σήκωσε το μεγαλύτερο ή ένα άδικο βάρος. Ισως οι λόγοι για τους οποίους παραγνωρίζονται οι υπόλοιπες «τάξεις» να ήταν οι περισσότερες και από περισσότερους δηλώσεις στη διάρκεια 2016-2018, ότι μια ταξική πολιτική πρέπει να στηριχθεί στη σκληρότερη επιβάρυνση της μεσαίας τάξης (μέσω φορολογίας, ακόμα και μέσω περιορισμών στην ισότητα για πρόσβαση στο σύστημα υγείας κ.α.) ή η μεταβαλλόμενη εκλογική συμπεριφορά του μεσαίου χώρου, που προσελκύει την προσοχή της πολιτικής τάξης ή η δύναμη που ο μεσαίος χώρος διαθέτει στον δημόσιο βίο ή πραγματικά ταξικές θεωρήσεις.
 
Τα κριτήρια με τα οποία κατατάσσεται κάποιος στη μεσαία ή στην πιο αδύναμη τάξη δεν είναι μόνο εισοδηματικά, ενώ μεσαία εισοδήματα και μεσαία τάξη δεν ταυτίζονται αναγκαστικά. Παρ’ όλα αυτά, σε φάσεις κρίσης, τα εισοδηματικά στοιχεία επηρεάζουν έντονα αντιλήψεις, συμπεριφορές και ιδεολογίες.
 
Οι επιδράσεις της κρίσης στο εισόδημα προέρχονται από τρεις διακριτούς παράγοντες: την ύφεση και την ανεργία, μεταβολές στη φορολογική επιβάρυνση και μεταβολές στην κατανομή των κρατικών δαπανών. Με βάση τα φορολογικά δεδομένα της περιόδου 2008-2018, η εικόνα δείχνει μια αρκετά διαφορετική πραγματικότητα από αυτήν που προβάλλεται. Ειδικότερα:
Εισοδήματα: Στην πρώτη περίοδο της κρίσης (2008-2014, μέχρι πριν από το τρίτο μνημόνιο), τα εισοδήματα που λόγω της ύφεσης συρρικνώθηκαν περισσότερο ήσαν –κατά σειρά– τα ανώτερα 10% (-35,2%), τα χαμηλότερα 60% (-14%) και τα μεσαία (-6,5%). Στην περίοδο 2014-2018, η μείωση των εισοδημάτων ακολούθησε διαφορετική εξέλιξη: το εισόδημα του χαμηλότερου 60% μειώθηκε περισσότερο (10%), των μεσαίων λιγότερο (4,4%), ενώ των ανώτερων εισοδημάτων αυξήθηκε (+44%). Συνολικά, μεταξύ 2008 και 2018, τα χαμηλά εισοδήματα μειώθηκαν 23%, τα μεσαία 11% και τα υψηλά 6,6%.

Φορολογία: Με δεδομένες τις μεταβολές αυτές η φορολογία εισοδήματος ήρθε να περιορίσει ακόμα περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα. Στην περίοδο 2008-2014 η μεγάλη αύξηση στη φορολογική επιβάρυνση έπληξε κυρίως τα χαμηλότερα εισοδήματα (+229%). Τα πολύ υψηλά και μεσαία εισοδήματα, πέρα από τη σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους λόγω ύφεσης, επιβαρύνθηκαν και από μεταβολές φόρου εισοδήματος της τάξης του 12% (συνολικά μεγέθη). Στα μεσαία (1.000-2.500 μηνιαίως) και χαμηλά εισοδήματα, η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση από φόρους εισοδήματος (και περιουσίας) είχε συντελεστεί ήδη στα χρόνια μέχρι το 2012/13 περίπου. Στη συνέχεια, η φορολογική επιβάρυνσή τους παρέμεινε περίπου σταθερή, ενώ των ανώτερων εισοδημάτων μειώθηκε κατά 14% μεταξύ 2014 και 2018. Συνολικά, στην περίοδο 2008-2018, τα χαμηλά εισοδήματα είδαν τη συμμετοχή τους στα συνολικά έσοδα του φόρου εισοδήματος να αυξάνεται κατά 152%, τα μεσαία κατά 5,3% ενώ στα ανώτερα η συμμετοχή μειώθηκε κατά 7,4%.
 
Στα παραπάνω δεν περιλαμβάνεται η επίδραση από την αύξηση του ΦΠΑ, ούτε της φορολογίας ακίνητης περιουσίας, που έπληξαν ιδιαίτερα τα χαμηλά στρώματα, λιγότερο τα μεσαία και ακόμα λιγότερο τα υψηλά. Επίσης, δεν περιλαμβάνονται οι σοβαρές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες για υγεία και ανεργία, με αρνητικές επιπτώσεις κυρίως στις ασθενέστερες ομάδες, αλλά ούτε και οι ειδικές ενισχύσεις φτωχότερων ομάδων στα έτη 2017-19, που δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί.
 
Οι διαπιστώσεις αυτές δεν οδηγούν σε εύκολες γενικεύσεις, όμως θέτουν πολλά ερωτήματα και προβληματισμούς, όπως:

• Γιατί τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα (60% της κοινωνίας) μένουν έξω από τη συζήτηση, η οποία επικεντρώνεται στα μεσαία (30% του συνόλου);

• Οταν η κατάρρευση της χώρας οφείλεται στα θηριώδη ελλείμματα και τον δανεισμό του Δημοσίου, πώς φαντάζεται κανείς ότι θα επιστρέψουμε σε βιώσιμες ισορροπίες, ιδίως όσο η φοροδιαφυγή παραμένει ελεύθερη; Με τη φορολόγηση των εισοδημάτων κάτω των χιλίων ευρώ τον μήνα;
• Πού οδηγεί η παραγνώριση σοβαρών προβλημάτων που έχουν πλήξει παράλληλα περισσότερα στρώματα και όχι μόνο τα μεσαία; Η ευημερία των μεσαίων στρωμάτων και η ανάπτυξη της χώρας είναι άμεσα συναρτημένες με μια συνολικά ισόρροπη και αλληλέγγυα αντιμετώπιση, που δεν αγγίζει μόνο το μεσαίο 30% της κοινωνίας, αλλά το 90% ή και παραπάνω. Πρακτικά, η θετική λειτουργία της «μεσαίας τάξης» συναρτάται ευθέως από τη θετική λειτουργία και το status και της «αδύναμης τάξης».

• Στα χρόνια μετά το 2010, οι χαοτικές ανατροπές προέκυψαν από την κατάρρευση προσδοκιών, εισοδημάτων και εμπεδωμένων αφηγημάτων. Τότε, μεσαία και χαμηλά εισοδήματα «συμμάχησαν» και ακολούθησε η μεγαλύτερη αναστάτωση της μεταπολίτευσης. Οι συνθήκες σήμερα δεν είναι ίδιες και το μάθημα από την κατάρρευση κάθε αυταπάτης είναι πολύ ισχυρό. Ομως, οι νέες δυσκολίες με τις οποίες βρισκόμαστε αντιμέτωποι είναι πολύ μεγάλες, ενώ οι αντοχές της οικονομίας μας πολύ αδύναμες.
 
Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες της Ε.Ε. με υψηλή ανισότητα, ενώ η διαχρονική εξέλιξη των διεθνών δεικτών της αποτελεσματικής διακυβέρνησης, του Κράτους Δικαίου και της διαφθοράς δείχνει ότι βρίσκεται μεν σε αρκετά καλύτερη θέση από τις βαλκανικές χώρες, αλλά κατέχει την τελευταία θέση μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών. Θα ήταν σημαντικό, αν η ευρύτατη φοροδιαφυγή και άλλες μορφές διαφθοράς μπορούσαν να περιοριστούν, ώστε να συμβάλουν στη δημιουργία «δημοσιονομικού χώρου», που τόσο ανάγκη έχουμε. Οσο αυτό εξακολουθεί να αποτελεί ρητορικό σχήμα, το βάρος πέφτει κυρίως στα μεσαία εισοδήματα, και αναπόφευκτα και στα χαμηλότερα.
 
Το συμπέρασμα ότι η μεσαία τάξη με την κρίση έχει επιβαρυνθεί είναι ορθό. Κάποιοι, αναγκαστικά, θα επιβαρύνονταν. Διαφορετικά θα ήμασταν στο 2010-12. Ομως, τα εισοδηματικά πιο αδύναμα στρώματα έχουν επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο. Οπως δείχνει η εμπειρία σε πολλές χώρες και σε εμάς, σοβαρές πολιτικές ανωμαλίες δημιουργούνται όταν πλήττονται ευρύτερα τα αδύναμα τμήματα της κοινωνίας, ανατρέπονται εύθραυστες ισορροπίες και κατανέμεται ασύμμετρα το κόστος των προβλημάτων που προκύπτουν. Ειδικότερα, στα επόμενα χρόνια, η αντιμετώπιση των δύσκολων προβλημάτων που θα αφήσουν η πανδημία, η κλιματική αλλαγή, η γήρανση, το χρέος, η ανεργία, οι μεταναστευτικές ροές κ.ά. κάνουν αναγκαίες κοινωνικά και πολιτικά ισόρροπες και ουσιαστικά «συμπεριληπτικές» πολιτικές, που δεν θα δημιουργούν έδαφος για καταστάσεις που ζήσαμε στη δεκαετία της κρίσης. Η εικόνα σήμερα δείχνει μια ισχυρή αποξένωση των νέων ηλικιών (μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων) από τις mainstream πολιτικές και συμπεριφορές. Δείχνει, επίσης, ότι η φτώχεια στα παιδιά και στις νεότερες ηλικίες έχει αυξηθεί στα χρόνια της κρίσης και είναι η μεγαλύτερη μεταξύ όλων των ηλικιακών κατηγοριών. Η ίδια η δομή της αγοράς εργασίας οδηγεί όλο και μεγαλύτερο τμήμα των νέων σε παραοικονομικές δραστηριότητες, που συχνά συσχετίζονται με ελαφρές μέχρι μεγάλες παραβατικές δραστηριότητες. Πολλά παιδιά των μεσαίων στρωμάτων παραμένουν στο εξωτερικό. Οι πιο αδύναμοι δεν έχουν ίδιες δυνατότητες. Σημαντικό τμήμα τους έρχεται αντιμέτωπο με διάφορα αδιέξοδα. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δημιουργεί δεκάδες χιλιάδες αποφοίτους που γίνονται άνεργοι ή, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, αμείβονται με 500-800 ευρώ.
 
Οδηγεί μια ασύμμετρη αντιμετώπιση των προβλημάτων των νέων από χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα σε σύγκριση με τα μεσαία, σε πιο επιθυμητά οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά αποτελέσματα, και μάλιστα μετά μια δεκαετία κρίσης; Αν προσθέσει κανείς επιχειρήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, αναπτυξιακές προτεραιότητες, αρχές δημοκρατικής λειτουργίας και τον τρόπο που αυτά επηρεάζουν τα οφέλη και τις επιβαρύνσεις κάθε «τάξης», το συμπέρασμα για το τι είδους πολιτικές είναι αναγκαίες στον ορίζοντα των επόμενων ετών είναι ότι απαιτούνται εξαιρετικά προσεκτικές επιλογές.
 
* Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός.