PODCASTS

«Είμεθα χώμα και πάμε στο χώμα»

«Είμεθα χώμα και πάμε στο χώμα»

Οχι, δεν ήταν ήλιος ο Μίκης. Βροχή ήταν. Νερό από τον ουρανό. Πότε βροχούλα φθινοπωρινή και πότε καταιγίδα. Να σκάει ξαφνικά από ανάλαφρα σύννεφα και να ποτίζει όλα τα διψασμένα. «Βουνά και γιαπιά, πελάγη απλωμένα». Κορμιά και στόματα. Και άλλες φορές να τα σαρώνει όλα με τη δαιμονισμένη του ορμή.

«Μα γιατί το είπε αυτό τώρα;». Το έχω ακούσει πολλές φορές αυτό το παράπονο. Μα ο Μίκης ήταν. Και όπως όλοι οι μεγάλοι και ξεχωριστοί δεν έχουν λάθος και σωστό. Πώς το είχε πει κάποιος; «Ενας ποταμός είναι ο Μίκης που κατεβάζει όλα τα καλά και όλα τα κακά μαζί». Ας μη γίνονται λοιπόν συγκρίσεις με τα ρυάκια και τους νερόλακκους.

Ημουν 23 χρόνων το ’86 όταν μπήκα για πρώτη φορά στο σπίτι του. Ρεπόρτερ ήμουν, του δρόμου δηλαδή, όταν με φώναξε ο διευθυντής της εφημερίδας και μου είπε: «Θα πας να πάρεις μια μεγάλη συνέντευξη του Μίκη». Τα πόδια μου κόπηκαν, αλλά πήγα. Ηταν πιο ψηλός από τις φωτογραφίες και είχε μια παλάμη ζεστή αλλά όχι υγρή. Παραξενεύτηκε που του στείλανε έναν πιτσιρικά και με ρώτησε για το επώνυμό μου. Και εγώ για να τον εντυπωσιάσω, πρόταξα τον προ-προπάππο μου. Τον Θεοδωρομανώλη, τον λυράρη που σκότωσε τον γενίτσαρο Βέργερη το 1818. Ο Μίκης ήθελε να τα μάθει όλα για τον Χανιώτη ήρωα. Του πήγα το ριζίτικο που έχει γραφτεί για το κατόρθωμα αλλά και τον βίαιο θάνατο του Θεοδωρομανώλη. Μέχρι και το κάδρο –οικογενειακό κειμήλιο– με τη δαγκεροτυπία του ήρωα του πήγα. Τα άφησα στα χέρια της Ρένας στην οδό Επιφανούς, κι έφυγα. Πολλά χρόνια μετά, το 2000, σε μια τηλεοπτική μας συνέντευξη (στο Μέγκα) μου είπε:

«Η αφορμή αυτής της συνάντησης είναι ότι έχουμε κοινή ρίζα. Τον Θεοδωρομανώλη. Δεν κάνουμε τώρα αρχαιοπληξία, προγονοπληξία… Αλλά έχει μεγάλη σημασία για εμένα που είμαι μουσικός ότι τελικά τη μουσική μου ρίζα την πήρα από τον Θεοδωρομανώλη που ήταν ένας πολύ μεγάλος λυράρης».

Αντάρτης, σαν και εσάς, παρεμβαίνω.

«Αντάρτης»!

Ενας αυθάδης Θοδωρής που αποφασίζει να σκοτώσει τον Αγά.

«Ναι, ο Θεοδωρομανώλης που ήταν μεγάλος λυράρης προσεβλήθη διότι είχε μια απρεπή στάση απέναντι στις Χριστιανές ο Αγάς και τον σκότωσε».

Συχνά από τότε ο Μίκης έλεγε ότι για αυτά που τράβηξε στη ζωή του θεωρεί υπαίτιο τον Θεοδωρομανώλη.

«Η φωνή του πατριωτισμού και η φωνή της μουσικής ήταν οι φωνές μέσα μου που καθόρισαν όλη μου τη ζωή», έλεγε.

Κοινή ρίζα λοιπόν με τον Μίκη;

Ο Μίμης Ανδρουλάκης στο βιβλίο του «Σαλός Θεού. Ο Μυστικός Μίκης», λέει όχι και συμπληρώνει:

«Εχω ανοίξει υποθηκοφυλάκεια, έχω πάει σε νεκροταφεία, έχω μείνει στο ανατολικό Σέλινο να ψάχνω επί ματαίω. Οχι ο Μίκης δεν έχει συγγένεια με τον Θεοδωρομανώλη».

Αλλά και τι σημασία έχει; Ανήκει σε έναν τόπο ο Μίκης; Σε ένα χωριό ή σε μια πόλη; Σε ένα κόμμα; Μια παράταξη; Ιεροσυλία ακόμη και να το σκεφθείς. Γιατί ο Θεοδωράκης ανήκει σε όλους και σε κανένα. Νερό που νομίζεις ότι το έχεις στη χούφτα σου και αυτό έχει κιόλας κυλήσει.

Τώρα που σας τιμούν όλοι, που το έργο σας αναγνωρίζεται από όλους, Αριστερούς, Δεξιούς, Κεντρώους, εσείς με ποιους είστε; τον ρώτησα σε εκείνη τη συνέντευξη.

«Με όλους πάντα».

Με όλους;

«Εγώ είμαι αυτός που ήμουν πάντοτε. Είμαι πολύ χαρούμενος ότι με αγαπούν και με τιμούν για αυτό που είμαι, γιατί δεν άλλαξα. Το πήραν απόφαση όλοι, ότι εγώ δεν αλλάζω».

Δηλαδή εσείς ποια λέξη θα βάζατε δίπλα από το όνομά σας;

«Ελλην».

Προφήτης.

«Το Ελλην μου αρέσει. Κι αν μου λέγανε να βάλω θρησκεία; Θρήσκευμα Ελλην!».

Του άρεσαν οι ιστορίες του Θεοδωράκη. Αλλά φορές φορές βαριόταν τους δημοσιογράφους. «Ρωτάνε συνεχώς τα ίδια». «Μπορείς να βρεις δέκα ερωτήματα που να μη μου έχουν ξανακάνει;» μου είπε το 2010 που συναντηθήκαμε για μια συνέντευξη στα «Νέα».

Και ακούστε τη στιχομυθία.

– Ποιο ήταν το αγαπημένο σας παιγνίδι;

«Κλέφτες και αστυνόμοι, βόλοι, ο χαρταετός που κάναμε πάντα μόνοι μας και αργότερα το ποδόσφαιρο».

– Το ταλέντο γεννιέται μαζί με τον άνθρωπο ή χτίζεται σιγά σιγά;

«Γεννιέται».

– Και αν δεν εκφραστεί;

«Το ταλέντο πάντα βρίσκει τρόπο να εκφραστεί. Ο Μότσαρτ αν ήταν στην Κρήτη θα έγραφε ριζίτικα και αν ήταν βοσκός στην ηπειρωτική Ελλάδα θα έπαιζε φλογέρα. Στην Αυστρία έγινε συμφωνικός συνθέτης».

– Σε ποια ηλικία ξεχειλίζατε από ταλέντο;

«Από 12 ετών».

– Υπήρξαν εποχές που στερέψατε;

«Φυσικά υπήρχαν. Εποχές με μεγάλες απογοητεύσεις, προσωπικές ή πολιτικές. Πάντα μια απογοήτευση ήταν που με εμπόδιζε να προχωρήσω. Για λίγο όμως».

– Κάποτε μου είχατε πει πως, μικρός, επιχειρήσατε να πετάξετε.

«Είναι αλήθεια και αυτό στοίχισε ούτε λίγο ούτε πολύ τη ζωή του παππού μου. Με ακολούθησε και χτύπησε πολύ».

– Τι θέλατε να πετύχετε δηλαδή;

«Να δω τον κόσμο από ψηλά. Νόμιζα ότι μπορούσα αλλά έκανα λάθος και αυτό με απογοήτευσε πολύ».

– Ποια μυρωδιά σας επιστρέφει στην παιδική σας ηλικία;

«Του βασιλικού».

– Ποια είναι η πρώτη παιδική όμορφη εικόνα;

«Ο παγωτατζής με τα χωνάκια στη Μυτιλήνη. Hμουν 3 ετών».

– Ποιες μουσικές ακούγατε παιδί;

«Τις μουσικές της μαμάς, της γιαγιάς και του πατέρα μου. Η μαμά με τα τραγούδια της Μικράς Ασίας. Η γιαγιά με τους εκκλησιαστικούς της ύμνους. Και ο πατέρας που τραγουδούσε μόνο ριζίτικα».

– Υπήρξε κάποιος αντίπαλός σας στον οποίο είπατε «σου βγάζω το καπέλο»;

«Ο Χατζιδάκις».

– Ποιoν Κρητικό ξεχωρίζετε;

«Τον Καζαντζάκη βέβαια».

– Αν είχατε γεννηθεί στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου ή πάνω από τα βόρεια σύνορα, τι θα λέγατε σήμερα για τους Eλληνες;

«Oτι είναι εύπιστοι, αφελείς και επιπόλαιοι».

– Ποιος στίχος εκφράζει την πορεία σας;

«Ο προφητικός στίχος του αδελφού μου του Γιάννη: “Γιατί ήμουν πάντα μόνος και θα ’μαι πάντα μόνος”».

Τρόμαζε με τη μοναξιά και με τον θάνατο ο Μίκης και μην ακούτε τα άλλα που λένε. Είχε βρει όμως μια δική του θεωρία –όπως σε όλα– που απάλυνε κάπως τους φόβους του.

Υπάρχει τίποτα εκεί πάνω; Τον ρώτησα κάποια στιγμή.

«Οχι βεβαίως τίποτα. Υπάρχει καθαρός ουρανός. Παρότι υπάρχει και η θεωρία ότι είμεθα δισεκατομμύρια μόρια, τα οποία με την αποσύνθεση του σώματος βγαίνουν από τον τάφο και φεύγουν και αυτά όλα πάνε ψηλά».

Δεν χάνεται ο άνθρωπος δηλαδή.

«Ναι! Εγώ βλέπω τη γεύση των προγόνων μου στο κρητικό λάδι ή στα πορτοκάλια της Κρήτης. Υπάρχει μια σύναξη λοιπόν μορίων. Πιστεύω, λοιπόν, εις τη μοριακή ας την πούμε αθανασία. Ο παράδεισος των ανθρώπων και η κόλαση των ανθρώπων είναι όσο ζούνε. Μετά δεν υπάρχει απολύτως τίποτα, είμεθα χώμα και πάμε στο χώμα. Ερχόμεθα από το τίποτα, πηγαίνουμε στο τίποτα. Κάνουμε μια καμπύλη. Αυτή η καμπύλη, όμως, μπροστά στον ήλιο, στα χρώματα –τα χρώματα!– στα αρώματα, στον έρωτα, όλα αυτά, είναι πανέμορφα, είναι μια δωρεά αυτό. Να τη χαρείς, αλλά να ξέρεις ότι έφυγες από εκεί, θα πας εκεί. Δεν σου χρωστάει κανείς τίποτα. Από το τίποτα ήρθες, στο τίποτα θα πας. Αλλά αυτό έχει μεγάλη σημασία: Εδώ μπορεί να γίνεις αθάνατος!

Το βέλος που εκτοξεύεται.

«Ακριβώς».

Ακούστε το Podcast