ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γιατί διορίστηκε ο Στερνς πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα το 1981

Γιατί διορίστηκε ο Στερνς πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα το 1981

Διαθέσιμο πλέον σε μια στρωτή μετάφραση, το βιβλίο-μαρτυρία του εκλιπόντος Αμερικανού διπλωμάτη Μοντήγκλ Στερνς για το «αίνιγμα Παπανδρέου» έχει συγκεντρώσει το ζωηρό ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού και πολυάριθμες βιβλιοκρισίες στον ελληνικό Τύπο. Και για ευνόητους λόγους. Διορισμένος το 1981 από τον νεοεκλεγμένο Αμερικανό πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν, ο Στερνς ανέλαβε τα καθήκοντά του ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα σε μία κρίσιμη και ενδεχομένως επικίνδυνη συγκυρία στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Λίγους μήνες μετά την άφιξή του, ο Ανδρέας Παπανδρέου, άλλοτε προσωπικός του φίλος, θα κερδίσει θριαμβευτικά της εκλογές του Οκτωβρίου 1981 με μια σοσιαλιστική πλατφόρμα που περιελάμβανε την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων και την εν δυνάμει απεμπλοκή της Ελλάδας από το δυτικό στρατόπεδο του Ψυχρού Πολέμου. Οι δύο κυβερνήσεις «ενστικτωδώς [έτρεφαν] μεταξύ τους δυσπιστία», όπως γράφει ο Στερνς, «και [είχαν] εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για τον σωστό ρόλο της Αμερικής στον κόσμο» (σ. 172).
 
Με τον Ψυχρό Πόλεμο πάλι σε έξαρση, ετέθη εύλογα το ερώτημα εάν η ανάδειξη του Παπανδρέου στην πρωθυπουργία θα οδηγήσει σε ρήξη τις σχέσεις της Ελλάδας με την υπερατλαντική υπερδύναμη. Ωστόσο, αυτές οι ανησυχίες διαψεύστηκαν. Με τη βοήθεια των διπλωματικών ικανοτήτων του Στερνς, οι σχέσεις των δύο χωρών, ταραγμένες στον απόηχο της χούντας και του Κυπριακού, θα φθάσουν τελικά σε «πιο ήρεμα νερά», όπως τις χαρακτήρισε ο ίδιος ο Παπανδρέου το 1985.
 
Σε τι οφείλεται αυτή η έκβαση; Σε αυτή την ερώτηση, το βιβλίο δίνει κάποιες ενδείξεις αλλά όχι μια ικανοποιητική απάντηση. Και ίσως αυτό να είναι αναμενόμενο. Ο Στερνς δεν έγραψε το βιβλίο για να καταγράψει τη δική του εκδοχή για την πορεία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Το έγραψε για να παρουσιάσει το «αίνιγμα Παπανδρέου», όπου φαίνεται να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα αινίγματα ίσως διατυπώνονται, αλλά, εκ φύσεως, δεν λύνονται. «Οι εντυπωσιακές πολιτικές φυσιογνωμίες», ομολογεί στον επίλογο, «αναγνωρίζονται αυτοστιγμεί και συγχρόνως παραμένουν ουσιαστικά άγνωστες» (σ. 213).
 
Την ίδια ώρα, ο Στερνς εξιστορεί ιστορικώς χρήσιμα και πολλές φορές διασκεδαστικά ανέκδοτα που φωτίζουν σημαντικές στιγμές στις διπλωματικές του εμπλοκές με τον Ελληνα ηγέτη, ανοίγοντας έτσι μια βεντάλια θεμάτων που ζητούν περαιτέρω έρευνα. Ετούτο το σημείωμα ασχολείται εν συντομία με ένα από αυτά τα ζητήματα: τα περιστατικά, παρασκηνιακά και μη, γύρω από τον διορισμό του ως πρέσβη. Ο ίδιος ο Στερνς αποδίδει τον διορισμό του στην επιτυχία του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών να πείσει τον Λευκό Οίκο ότι «η ασταθής αθηναϊκή πολιτική σκηνή» απαιτούσε την τοποθέτηση ενός πεπειραμένου με την Ελλάδα» [σ. 167] («an old Greek hand»), ένα προσόν που απέκτησε στις δύο προηγούμενες θέσεις του στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα από το 1958 έως το 1962 και από το 1974 έως το 1977.
 
Παρά τα εμφανή προσόντα του Στερνς, ο διορισμός προκάλεσε ενστάσεις όταν ανακοινώθηκε. Ο ίδιος κάνει ιδιαίτερη μνεία στις αντιρρήσεις «από γνωστό Ελληνα πλοιοκτήτη, που εξέφρασε την ανησυχία του στον υπουργό Εξωτερικών Αλεξάντερ Χέιγκ ότι δήθεν ήμουν στενός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου και του πατέρα του. Ανέφερε ένα εδάφιο από το βιβλίο της Μάργκαρετ Παπανδρέου, “Εφιάλτης στην Αθήνα”, όπου παραθέτει το συγχαρητήριο τηλεγράφημα που είχα στείλει από το Κονγκό στον πρεσβύτερο Παπανδρέου μετά τις εκλογές του 1963» [173] (Σημειώνω ότι η περιγραφή του Στερνς είναι ανακριβής σε μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες. Δεν έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα προς τον πρεσβύτερο Παπανδρέου, αλλά μια αναλυτική μακροσκελή επιστολή στον Ανδρέα και στη Μαργαρίτα. Αλλά αυτή η «μικρή» ανακρίβεια, μαζί με πολλές άλλες, δεν είναι της παρούσης.) Οταν ο υπουργός Χέιγκ «με ανέκρινε για τις κατηγορίες του πλοιοκτήτη», ο Στερνς κατάφερε να καθησυχάσει τον υπουργό ότι στην Ελλάδα θα εκπροσωπεί πιστά τις Ηνωμένες Πολιτείες.
 
Ωστόσο, καθώς ανέλαβε τα καθήκοντά του στην Αθήνα, αισθάνθηκε την ανάγκη να επιβεβαιώνει συνεχώς την αφοσίωσή του στα αμερικανικά συμφέροντα. Αλλά σε αυτό το σημείο, εγείρει ενδιαφέρον η ομολογία του ότι οι προβλέψεις για τα αποτελέσματα των εκλογών του 1981 που έκανε στις εμπιστευτικές αναφορές στο υπουργείο Εξωτερικών (ήταν ο μόνος στην πρεσβεία που εκτιμούσε ότι ο Ράλλης θα τις κέρδιζε οριακά) «είχε επηρεαστεί από την επιθυμία μου να μην τρομάξω την Ουάσιγκτον, όπου ο Ανδρέας Παπανδρέου θεωρείτο επικίνδυνος». Αυτή η βραχεία αναφορά υποδεικνύει ότι επικριτές για την τοποθέτησή του στην Αθήνα υπήρχαν και μέσα στην κυβέρνηση Ρέιγκαν. Και αυτή η διαπίστωση ενισχύεται με την πικρόχολη παρατήρηση του Στερνς ότι «το να εξηγώ στην Ουάσιγκτον τι ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου έγινε μείζον εγχείρημα».
 
Πιθανώς λόγω της διπλωματικής εχεμύθειας, ο Στερνς δεν μιλάει εις βάθος για τους ενδοκυβερνητικούς επικριτές του. Αλλά είναι ιστορικά ευαπόδεικτο το γεγονός ότι από το 1964, όταν ο Παπανδρέου συνέβαλε στο ναυάγιο του φιλονατοϊκού σχεδίου Ατσεσον για τη διχοτόμηση της Κύπρου, είχε μπει στη μαύρη λίστα των Αμερικανών αξιωματούχων. Εν συνέχεια, η κακή φήμη του ως επικίνδυνου αντιαμερικανού δημαγωγού ουσιαστικά υιοθετήθηκε από όλες τις επόμενες αμερικανικές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα από το υπουργείο Εξωτερικών και το Πεντάγωνο. Και εδώ εγείρεται το ερώτημα: πώς και γιατί επιλέχθηκε ο Στερνς να χειριστεί τις σχέσεις με την Ελλάδα σε εκείνη την κρίσιμη συγκυρία;
 
Η απάντηση βρίσκεται στις ενδοκυβερνητικές διεργασίες γύρω από τον διορισμό του. Ενώ οι ιστορικές σχέσεις του Στερνς με τον καταφρονημένο Παπανδρέου δημιουργούσαν ενδοκυβερνητικές καχυποψίες για την τοποθέτησή του ως πρέσβη, είχε όμως γερό σύμμαχο και προστάτη τον άνθρωπο ο οποίος τον πρότεινε και τον προώθησε για τη θέση. Εννοώ τον Λόρενς Ιγκλμπέργκερ, έναν διπλωμάτη μεγάλου κύρους και επιρροής. Την άνοιξη του 1981, ο Ιγκλμπέργκερ ήταν υφυπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για τις χώρες της Ευρώπης. Σε αυτό το πόστο, ο Ιγκλμπέργκερ κράτησε στάση αντίθεσης στην υπέρμετρη επιρροή του Πενταγώνου στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής εις βάρος του υπουργείου Εξωτερικών. Μάλιστα, σε μια ιστορική συνέντευξη αναφέρει ρητά την Ελλάδα και τις Φιλιππίνες, χώρες με αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις, ως παραδείγματα κακών χειρισμών λόγω της επιρροής του Πενταγώνου.
 
Είναι αξιοσημείωτο ότι στο βιβλίο ο Στερνς, στο πλαίσιο της κριτικής του για τη στάση του Παπανδρέου, βρίσκει την ευκαιρία να κριτικάρει την αμερικανική πολιτική προς την Ελλάδα με τρόπο που συμπίπτει με τις απόψεις του Ιγκλμπέργκερ. «Ενώ καταλάβαινα το ιστορικό της καταδίκης του Ανδρέα για την υπερ-στρατιωτικοποιημένη προσέγγιση των ΗΠΑ στην Ελλάδα, που ορίστηκε πολύ στενά από τις ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου, βρήκα τη δημόσια στάση του προς καθετί που υποστήριζε η Αμερική κυνική, υπερβολική και αντιπαραγωγική». Αυτή η διπλωματικά διατυπωμένη κριτική για την αμερικανική εξωτερική πολιτική αναφέρεται όντως στη ρίζα του κακού, εφόσον στην αμερικανική υποστήριξη της χούντας (επιφυλακτική επί Τζόνσον και εγκάρδια επί Νίξον), το Πεντάγωνο έπαιξε καθοριστικό ρόλο.
Στο πλαίσιο της προσπάθειας του Ιγκλμπέργκερ να ανακτήσει το υπουργείο Εξωτερικών, πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής προς την Ελλάδα, ο διορισμός του Στερνς αποκτά μια συγκεκριμένη σημασία. Σηματοδοτούσε την πρόθεση της κυβέρνησης Ρέιγκαν να μη σταθεί εχθρικά ή ανατρεπτικά απέναντι σε μια κυβέρνηση Παπανδρέου, αλλά αντί αυτού να αναζητήσει τη διπλωματική διευθέτηση των διαφορών των δύο χωρών.
 
Μια νέα διάσταση του εγχειρήματος προκύπτει από την πλευρά του Ανδρέα Παπανδρέου. Την άνοιξη του 1981, όταν συντελέστηκαν οι διεργασίες γύρω από τον διορισμό του Στερνς, ο Παπανδρέου ανέλαβε μια πρωτοβουλία που, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, ενίσχυσε την επιλογή να υιοθετήσει μια διαπραγματευτική προσέγγιση στις σχέσεις με την Ελλάδα. Σύμφωνα με μια συνέντευξη που έδωσε ο Ασημάκης Φωτήλα στον Κώστα Μαρδά, ο οποίος τη δημοσίευσε στο βιβλίο του «Πίσω από τον Ηλιο το ΠΑΣΟΚ» (εκδόσεις Γνώση, 1995), τον Μάιο του 1981, ο Παπανδρέου ανέθεσε στον Φωτήλα, μελλοντικό του υφυπουργό Εξωτερικών, την εκτέλεση μιας μυστικής αποστολής στην Ουάσιγκτον. Πριν φύγει για της ΗΠΑ, ο Φωτήλας ανέβηκε στο Καστρί όπου ο Παπανδρέου του εξήγησε τον σκοπό της αποστολής. «Πρέπει να πας στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ να τους καθησυχάσεις, γιατί δεν έχουν πραγματική αντίληψη για το πρόγραμμά μας και οι αντίπαλοί μας τους πλασάρουν διαστρεβλωμένες τις θέσεις μας… Οπως καταλαβαίνεις, Ασημάκη, ένα μέρος της επιτυχίας μας στις εκλογές, αλλά και μετέπειτα ως κυβέρνησης, εξαρτάται από τις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ».
 
Στην Ουάσιγκτον, ο Φωτήλας λέει ότι παρουσίασε σε «γύρω στους πέντε ειδικούς» τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ επί 2,5 ώρες. Στην παρουσίαση, ο Φωτήλας αναφέρει ότι εξήγησε «τα ιστορικά και εθνικά αίτια των αντιαμερικανικών αισθημάτων» στην Ελλάδα καθώς και «τον τουρκικό κίνδυνο που απειλεί το status quo στο Αιγαίο». Αλλά ίσως πιο εντυπωσιακό, τους δήλωσε «κατ’ εξουσιοδότηση του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ πως δεν τίθεται θέμα απομάκρυνσης των βάσεων» αλλά μια αναθεώρηση της συμφωνίας. Τελικά είχε και μια κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Ιγκλμπέργκερ, «όπου επισφραγίστηκε, κατά κάποιον τρόπο, η νέα αντίληψη γύρω από τη στάση του ΠΑΣΟΚ έναντι των ΗΠΑ».
 
Ουσιαστικά, ο Παπανδρέου επιχείρησε να διαβεβαιώσει τους Αμερικανούς ότι, άμα εκλεγεί στις εκλογές του Οκτωβρίου, δεν θα τους φέρει μπροστά σε απρόοπτα με μονομερείς πράξεις. Επιδίωκε διμερείς διαπραγματεύσεις. Καθώς πλησίαζαν οι εκλογές, αλλά και μετά τη νίκη του, ο Παπανδρέου έκανε πολλές χειρονομίες ώστε να ενισχύει αυτή τη «νέα αντίληψη». Αναφέρουμε εδώ μόνο ένα παράδειγμα: την τελευταία προεκλογική συγκέντρωση στις 15 Οκτωβρίου στο Σύνταγμα. Στην ομιλία του, ο Παπανδρέου επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που υποσχέθηκε το ΠΑΣΟΚ να υλοποιήσει. Μόνο λίγα λεπτά στο τέλος της ομιλίας αναφέρθηκε στην εξωτερική πολιτική. Κι εκεί, καμία κουβέντα για τις αμερικανικές βάσεις δεν ειπώθηκε. Αντ’ αυτού, έθεσε το ζήτημα που θα αποτελέσει τον πυρήνα της πολιτικής του για την εξασφάλιση των εθνικών συμφερόντων: Μια εγγύηση από τους νατοϊκούς συμμάχους απέναντι στον εξ Ανατολών κίνδυνο.
 
* Ο κ. Σπύρος Δραΐνας είναι ιστορικός. Το κείμενο έχει ως αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Ανδρέας Παπανδρέου: Το αίνιγμα» (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας).